Πρόσθεσε το Psychology.gr στις προτιμώμενες πηγές σου στη Google
Με αυτό τον τρόπο, θα βλέπεις περισσότερα νέα άρθρα ψυχολογίας και ψυχικής υγείας που δημοσιεύονται στο PSYCHOLOGY.GR
Η νεανική βία δεν μπορεί να ερμηνευθεί αποκλειστικά ως αποτέλεσμα ατομικής επιθετικότητας. Σε αρκετές περιπτώσεις αποτελεί προϊόν μιας σύνθετης αλληλεπίδρασης ανάμεσα στο άτομο, την ομάδα των συνομηλίκων, το κοινωνικό περιβάλλον και, πλέον, το ψηφιακό οικοσύστημα μέσα στο οποίο αναπτύσσεται η κοινωνική ταυτότητα.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η περίπτωση ομάδων ανηλίκων που εμφανίζονται με κοινά εξωτερικά χαρακτηριστικά, όπως συγκεκριμένος τρόπος ένδυσης, κοινή αισθητική, κοινή γλώσσα και συμπεριφορές επίδειξης ισχύος.
Το μαύρο ένδυμα, από μόνο του, ασφαλώς δεν αποτελεί δείκτη παραβατικότητας ούτε μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως κριτήριο χαρακτηρισμού μιας ομάδας ως επικίνδυνης.
Η επιστημονική προσέγγιση οφείλει να αποφεύγει τέτοιες απλουστεύσεις.
Το ενδιαφέρον βρίσκεται αλλού: στον τρόπο με τον οποίο ένα εξωτερικό σύμβολο μπορεί να λειτουργήσει ως στοιχείο κοινωνικής ταυτότητας όταν συνδέεται με την ένταξη στην ομάδα, την ομοιομορφία, τον αριθμητικό συσχετισμό δυνάμεων και την επιβολή.
Παράλληλα, τα reels και τα σύντομα βίντεο δημιουργούν ένα νέο περιβάλλον κοινωνικής μάθησης, στο οποίο η επιθετική συμπεριφορά μπορεί να καταγράφεται, να αναπαράγεται, να σχολιάζεται και να επιβραβεύεται δημόσια.
Το κρίσιμο ερώτημα, επομένως, δεν είναι αν «τα παιδιά με τα μαύρα» είναι βίαια.
Το επιστημονικά ουσιαστικό ερώτημα είναι:
Πώς μια ομάδα μπορεί να μετατρέψει την επιθετικότητα σε στοιχείο ταυτότητας και πώς το ψηφιακό περιβάλλον μπορεί να ενισχύσει γνωστικά και κοινωνικά αυτή τη διαδικασία;
1. Από το άτομο στην ομάδα: η κοινωνική ταυτότητα
THERAPY.PSYCHOLOGY - ΠΛΑΤΦΟΡΜΑ ONLINE ΨΥΧΟΘΕΡΑΠΕΙΑΣ
Μια ολοκληρωμένη εμπειρία σύνδεσης Ειδικών Ψυχικής Υγείας και Θεραπευόμενων | Ξεκίνα εδώ το Θεραπευτικό ταξίδι σου με Δωρεάν 1η συνεδρία.
Η Θεωρία της Κοινωνικής Ταυτότητας των Tajfel και Turner υποστηρίζει ότι ένα σημαντικό μέρος της εικόνας που έχουμε για τον εαυτό μας προέρχεται από τις ομάδες στις οποίες αισθανόμαστε ότι ανήκουμε.
Η διαδικασία αυτή περιλαμβάνει τρία βασικά στάδια: κατηγοριοποίηση – ταύτιση – διαφοροποίηση.
Ο άνθρωπος κατηγοριοποιεί τον κοινωνικό κόσμο σε «εμείς» και «οι άλλοι». Στη συνέχεια ταυτίζεται με την ομάδα του και, σε ορισμένες συνθήκες, αναζητά τρόπους να ενισχύσει τη θετική εικόνα της ομάδας του σε σχέση με άλλες ομάδες.
Στην νεολαία η διαδικασία αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Η ανάγκη για αποδοχή από τους συνομηλίκους, η αναζήτηση ταυτότητας και η επιθυμία κοινωνικής αναγνώρισης καθιστούν την ομάδα σημαντικό παράγοντα διαμόρφωσης της συμπεριφοράς.
Η ομάδα, επομένως, δεν είναι απλώς μια παρέα.
PRO PSYCHOLOGY: Επαγγελματική Κοινότητα Ειδικών Ψυχικής Υγείας
Ένα Οικοσύστημα του PSYCHOLOGY.GR για Εποπτεία, Επαγγελματική Ανάπτυξη, Σύνδεση
Μπορεί να γίνει μέρος της ταυτότητας του ατόμου. Και όταν η ταυτότητα συνδέεται με συγκεκριμένους τρόπους ένδυσης, γλώσσας, μουσικής, συμπεριφοράς ή συμβόλων, αυτά τα στοιχεία λειτουργούν ως σήματα κοινωνικής ένταξης.
2. Το μαύρο ντύσιμο ως σύμβολο και όχι ως «ένδειξη εγκληματικότητας»
Είναι σημαντικό να γίνει εδώ μια σαφής διάκριση.
Το μαύρο χρώμα, τα συγκεκριμένα ρούχα, τα αθλητικά παπούτσια, τα φούτερ ή οποιοδήποτε άλλο αισθητικό χαρακτηριστικό δεν αποτελούν από μόνα τους προγνωστικούς δείκτες βίαιης ή παραβατικής συμπεριφοράς.
Μπορούν όμως, όπως κάθε κοινό σύμβολο, να λειτουργούν ως στοιχεία κοινωνικής ταυτότητας.
Το ένδυμα μπορεί να σηματοδοτεί:
- «ανήκω εδώ»,
- «μοιράζομαι την ίδια αισθητική»,
- «αναγνωρίζω τους δικούς μου»,
- «είμαι μέρος αυτής της ομάδας».
Από κοινωνικοψυχολογική άποψη, επομένως, το ενδιαφέρον δεν βρίσκεται στο χρώμα αλλά στη συμβολική λειτουργία της ομοιομορφίας.
Όταν πολλά άτομα παρουσιάζονται με παρόμοια εξωτερική εικόνα, δημιουργείται ένα ισχυρό οπτικό σήμα ομαδικότητας. Και η ομαδικότητα μπορεί να ενισχύσει την αίσθηση του «εμείς». Το «εμείς» δεν είναι από μόνο του αρνητικό. Αποτελεί θεμελιώδη ανθρώπινη ανάγκη. Το πρόβλημα εμφανίζεται όταν το «εμείς» χρειάζεται έναν «άλλον» απέναντί του και η διαφορά μετατρέπεται σε ανταγωνισμό.
3. Ο αριθμός ως ψυχολογική δύναμη
Ένα ιδιαίτερα σημαντικό στοιχείο στην ομαδική επιθετικότητα είναι ο αριθμητικός συσχετισμός δύναμης. Ένα άτομο μόνο του μπορεί να αξιολογεί διαφορετικά τον κίνδυνο μιας σύγκρουσης από ό,τι όταν βρίσκεται μαζί με δέκα ή δεκαπέντε συνομηλίκους. Ο αριθμός δημιουργεί μια αντικειμενική αλλά και υποκειμενικά αντιλαμβανόμενη αίσθηση ισχύος.
Το μήνυμα μπορεί να είναι:
«Δεν είμαι μόνος».
Και ακόμη περισσότερο:
«Εμείς είμαστε περισσότεροι».
Η αίσθηση αυτή μπορεί να μειώσει το αντιλαμβανόμενο προσωπικό κόστος μιας επιθετικής πράξης και να ενισχύσει την αυτοπεποίθηση του μέλους.
Ταυτόχρονα, όμως, μπορεί να προκαλέσει και το αντίστροφο φαινόμενο στον στόχο της ομάδας: την αίσθηση ότι βρίσκεται απέναντι σε μια δυσανάλογη δύναμη. Έτσι, ο αριθμός μετατρέπεται σε μήνυμα κοινωνικής ισχύος. Δεν χρειάζεται καν να ασκηθεί βία.
Η ίδια η παρουσία της ομάδας μπορεί να λειτουργήσει ως μηχανισμός εκφοβισμού και επιβολής.
4. Από την ένταξη στην επιβολή
Η ομάδα παρέχει στο άτομο ασφάλεια, ταυτότητα και κοινωνική αναγνώριση. Μπορεί όμως να δημιουργήσει και ένα άλλο φαινόμενο: την ανάγκη διατήρησης της θέσης του μέλους μέσα στην ομάδα. Όταν μια ομάδα αρχίζει να αποδίδει κύρος σε συμπεριφορές επίδειξης ισχύος, το μέλος μπορεί να αισθανθεί ότι πρέπει να αποδείξει την αφοσίωσή του.
Η συμπεριφορά γίνεται τότε κοινωνικά ανταγωνιστική:
- Ποιος θα αντιδράσει πιο δυναμικά;
- Ποιος δεν θα υποχωρήσει;
- Ποιος θα επιβληθεί;
- Ποιος θα κερδίσει τον σεβασμό;
Σε αυτό το πλαίσιο η επιθετικότητα δεν λειτουργεί μόνο ως αντίδραση. Μπορεί να λειτουργήσει ως μέσο απόκτησης ή διατήρησης κοινωνικού status.
Αυτό είναι κρίσιμο για την κατανόηση της ομαδικής νεανικής βίας.
Ο στόχος δεν είναι πάντοτε ο άλλος. Μερικές φορές είναι το κοινό. Η επιθετική πράξη γίνεται μήνυμα προς την ομάδα.
5. Η «καλή βία»: όταν η επιθετικότητα αποκτά ηθική δικαιολογία
Εδώ βρίσκεται ίσως ο σημαντικότερος ψυχολογικός μηχανισμός.
Ο άνθρωπος συνήθως διαθέτει εσωτερικούς ηθικούς κανόνες που περιορίζουν τη βλαπτική συμπεριφορά. Η θεωρία της ηθικής αποδέσμευσης του Albert Bandura εξηγεί πώς οι άνθρωποι μπορούν, υπό ορισμένες συνθήκες, να αποσυνδέσουν την πράξη τους από τις ηθικές αυτοκυρώσεις τους.
Η διαδικασία μπορεί να γίνει μέσω της ηθικής δικαιολόγησης, της μετατόπισης ή διάχυσης ευθύνης, της ελαχιστοποίησης των συνεπειών και της απόδοσης ευθύνης στο θύμα.
Έτσι δημιουργείται ένας ιδιαίτερα επικίνδυνος συλλογισμός:
«Δεν τον χτυπήσαμε χωρίς λόγο. Του άξιζε.»
Η επιθετικότητα δεν εξαφανίζεται. Αλλάζει η γνωστική της ερμηνεία. Η πράξη μετατρέπεται από «βία» σε «τιμωρία».
Από «επίθεση» σε «άμυνα».
Από «εκδίκηση» σε «δικαιοσύνη».
Αυτό μπορούμε να ονομάσουμε, σε επίπεδο δημόσιου λόγου, ηθική της «καλής βίας».
Δεν πρόκειται για επιστημονικό όρο με την έννοια μιας αυτοτελούς ψυχολογικής θεωρίας, αλλά για έναν χρήσιμο περιγραφικό όρο που συμπυκνώνει τον μηχανισμό της ηθικής νομιμοποίησης και αποδέσμευσης.
6. Το γνωστικό λάθος: «Αφού είχε δίκιο, είχε δικαίωμα»
Εδώ εισέρχεται η γνωστική ψυχολογία. Ο άνθρωπος δεν επεξεργάζεται πάντοτε τις κοινωνικές καταστάσεις με αναλυτικό και πλήρη τρόπο. Χρησιμοποιεί γρήγορες αξιολογήσεις, σχήματα και γνωστικές συντομεύσεις.
Σε μια σύγκρουση μπορεί να σχηματιστεί πολύ γρήγορα ένα απλό σχήμα: θύτης – θύμα.
Από τη στιγμή που κάποιος κατατάσσεται γνωστικά στον ρόλο του «κακού», η επόμενη συμπεριφορά απέναντί του μπορεί να αξιολογηθεί λιγότερο αυστηρά.
Αυτό δημιουργεί ένα κρίσιμο γνωστικό άλμα: «Αφού έκανε κάτι κακό, η επιθετική αντίδραση απέναντί του είναι δικαιολογημένη».
Όμως πρόκειται για δύο διαφορετικές κρίσεις.
Η πρώτη είναι: Έκανε κάτι λάθος;
Η δεύτερη: Τι δικαιούμαστε να κάνουμε εμείς απέναντί του;
Η σύγχυση αυτών των δύο ερωτημάτων αποτελεί βασικό υπόβαθρο της «καλής βίας».
7. Τα reels ως περιβάλλον γνωστικής επεξεργασίας
Τα σύντομα βίντεο αλλάζουν και τον τρόπο με τον οποίο καταναλώνουμε κοινωνικές πληροφορίες. Ένα reel συνήθως παρουσιάζει ένα μικρό, έντονο και συναισθηματικά φορτισμένο απόσπασμα μιας κατάστασης.
Δεν παρακολουθούμε ολόκληρη την ιστορία. Βλέπουμε το αποτέλεσμα. Η πληροφορία είναι αποσπασματική, γρήγορη και συχνά χωρίς πλαίσιο. Αυτό ευνοεί μια μορφή ταχείας κοινωνικής αξιολόγησης.
Ο θεατής πρέπει μέσα σε ελάχιστο χρόνο να απαντήσει:
- Ποιος φταίει;
- Ποιος έχει δίκιο;
- Ποιος είναι ο «κακός»;
- Ποιος «καλά του έκανε»;
Το ψηφιακό περιβάλλον, επομένως, δεν μεταδίδει απλώς μια συμπεριφορά.
Μεταδίδει και την ερμηνεία της συμπεριφοράς. Και η ερμηνεία αυτή μπορεί να είναι πολύ πιο σημαντική από την ίδια την εικόνα.
8. Από την παρατήρηση στην κοινωνική μάθηση
Η κοινωνική μάθηση δεν απαιτεί άμεση εμπειρία. Ο άνθρωπος μπορεί να μάθει παρατηρώντας άλλους ανθρώπους, ιδιαίτερα όταν η παρατηρούμενη συμπεριφορά φαίνεται να έχει ανταμοιβή.
Στα social media η ανταμοιβή μπορεί να είναι:
likes, προβολές, σχόλια, κοινοποιήσεις, αναγνωρισιμότητα και κοινωνικό κύρος.
Έτσι ένα επιθετικό περιστατικό μπορεί να αποκτήσει μια δεύτερη ζωή. Αρχικά υπάρχει η πράξη.
Στη συνέχεια υπάρχει η καταγραφή.
Έπειτα η δημοσίευση.
Μετά η κοινωνική ανταπόκριση.
Και τέλος η αναπαραγωγή.
Ο κύκλος μπορεί να γίνει: επιθετικότητα → βίντεο → προβολές → κοινωνική επιβράβευση → ενίσχυση της συμπεριφοράς → νέα επιθετικότητα.
Έρευνα σχετικά με την κοινωνική μάθηση στα διαδικτυακά δίκτυα έχει δείξει ότι η θετική κοινωνική ανατροφοδότηση μπορεί να αυξάνει την πιθανότητα επανάληψης εκφράσεων ηθικής αγανάκτησης, ενώ οι χρήστες τείνουν επίσης να προσαρμόζουν τη συμπεριφορά τους στις εκφραστικές νόρμες του δικτύου τους.
Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία όταν το περιεχόμενο που επιβραβεύεται είναι επιθετικό.
9. Όταν το κοινό γίνεται μέρος της πράξης
Στην παραδοσιακή βία υπήρχε ο δράστης, το θύμα και πιθανώς κάποιοι παρόντες. Στην ψηφιακή βία υπάρχει και ένας τέταρτος παράγοντας: το κοινό.
Το κοινό δεν είναι πλέον παθητικό.
Μπορεί να σχολιάσει.
Να επιδοκιμάσει.
Να γελάσει.
Να κοινοποιήσει.
Να δημιουργήσει νέο βίντεο.
Να μετατρέψει το περιστατικό σε meme.
Η αντίδραση του κοινού μπορεί επομένως να λειτουργήσει ως κοινωνικός καθρέφτης για τον δράστη. Αν η βίαιη συμπεριφορά προκαλεί χιλιάδες θετικές αντιδράσεις, το μήνυμα που μπορεί να λαμβάνει ο νέος είναι:
«Αυτό που έκανα δεν ήταν απλώς ανεκτό. Μου έδωσε κύρος».
Η διάκριση είναι σημαντική. Η ανοχή δεν είναι το ίδιο με την επιβράβευση. Και η επιβράβευση μπορεί να γίνει ισχυρός μηχανισμός κοινωνικής μάθησης.
10. Η απευαισθητοποίηση: όταν η βία παύει να προκαλεί έκπληξη
Η επαναλαμβανόμενη έκθεση σε βίαιο περιεχόμενο μπορεί, υπό ορισμένες συνθήκες, να συνδέεται με μειωμένη συναισθηματική αντίδραση απέναντι στη βία. Σε πειραματική μελέτη, η επαναλαμβανόμενη έκθεση σε σκηνές βίας συνδέθηκε με βραχυπρόθεσμη απευαισθητοποίηση και μειωμένη συμπάθεια προς τα θύματα.
Αυτό δεν σημαίνει ότι όποιος βλέπει βίαια reels γίνεται βίαιος. Η σχέση δεν είναι γραμμική ούτε αιτιοκρατική. Σημαίνει όμως ότι η επανάληψη μπορεί να μεταβάλλει τη συναισθηματική «ένταση» με την οποία αντιδρούμε σε ένα ερέθισμα.
Το πρώτο βίντεο μπορεί να σοκάρει.
Το δέκατο να προκαλέσει απλώς περιέργεια.
Το εκατοστό να προκαλέσει γέλιο.
Και κάπου ανάμεσα μπορεί να μετακινηθεί και το κοινωνικό όριο του τι θεωρούμε «υπερβολικό».
11. Ο συνδυασμός ομάδας και ψηφιακού περιβάλλοντος
Εδώ βρίσκεται ίσως η πιο σημαντική σύνδεση.
Η ομάδα παρέχει: ταυτότητα, αριθμητική ισχύ, αποδοχή και κοινωνικό κύρος.
Τα social media παρέχουν: ορατότητα, κοινό, ανατροφοδότηση και δυνατότητα αναπαραγωγής.
Όταν τα δύο συστήματα συνδέονται, η συμπεριφορά αποκτά πολλαπλασιαστικό χαρακτήρα. Η ομάδα μπορεί να λειτουργήσει ως πραγματικό κοινωνικό περιβάλλον μέσα στο οποίο παράγεται η συμπεριφορά. Το ψηφιακό περιβάλλον μπορεί στη συνέχεια να λειτουργήσει ως χώρος καταγραφής, επιβράβευσης και διάδοσής της.
Έτσι δημιουργείται ένας κύκλος: ομαδική ταυτότητα → επίδειξη ισχύος → επιθετική συμπεριφορά → καταγραφή → ψηφιακή προβολή → κοινωνική επιβράβευση → ενίσχυση της ομαδικής ταυτότητας. Η συμπεριφορά επιστρέφει στην ομάδα ενισχυμένη.
12. Γιατί το «μαύρο» δεν πρέπει να γίνει κοινωνικό στερεότυπο
Ακριβώς εδώ χρειάζεται ιδιαίτερη προσοχή. Η κοινωνική ψυχολογία μελετά τον τρόπο με τον οποίο δημιουργούνται κατηγορίες και στερεότυπα.
Υπάρχει σοβαρός κίνδυνος να γίνει ένα αντίστροφο γνωστικό λάθος: σ«Φοράει μαύρα → ανήκει σε ομάδα → η ομάδα είναι επιθετική → άρα το παιδί είναι επικίνδυνο».
Αυτό αποτελεί στερεοτυπική γενίκευση.Η επιστημονική προσέγγιση πρέπει να εξετάζει τη συμπεριφορά και τη δυναμική της ομάδας, όχι την εξωτερική εμφάνιση.
Το μαύρο ένδυμα μπορεί να είναι απλώς αισθητική.
Μπορεί να είναι μουσική ταυτότητα.
Μπορεί να είναι μόδα.
Μπορεί να είναι τρόπος έκφρασης.
Μόνο όταν συνδυάζεται με συγκεκριμένες συμπεριφορές και ομαδικές διαδικασίες αποκτά ερευνητικό ενδιαφέρον.
13. Ένα μικρό μέρος του ευρύτερου πολιτισμικού οικοσυστήματος
Στο ίδιο οικοσύστημα εντάσσονται η μουσική, οι influencers, τα memes, τα βίντεο, η γλώσσα, η μόδα και τα πρότυπα που κυκλοφορούν στα κοινωνικά δίκτυα. Κανένα από αυτά δεν μπορεί να θεωρηθεί μόνο του αιτία νεανικής βίας.
Η επιστημονικά πιο ασφαλής προσέγγιση είναι να τα βλέπουμε ως περιβαλλοντικά ερεθίσματα και πολιτισμικά σύμβολα, τα οποία μπορούν να συνδέονται με την ταυτότητα, τις κοινωνικές νόρμες και την αντίληψη του κύρους.
Το ζήτημα επομένως δεν είναι αν ένα π.χ. συγκεκριμένο είδος μουσικής «κάνει τα παιδιά βίαια».
Το ζήτημα είναι ποιό σύνολο συμβολισμών και κοινωνικών ανταμοιβών συνδέεται με την επιβολή, την κυριαρχία και την επιθετικότητα.
14. Η κρίσιμη διάκριση: άμυνα δεν σημαίνει εκδίκηση
Για να μην οδηγηθεί η συζήτηση σε μια επικίνδυνη γενίκευση, χρειάζεται μια σαφής διάκριση. Η προστασία απέναντι σε άμεση και πραγματική επίθεση δεν ταυτίζεται με την τιμωρητική βία. Η άμυνα έχει ως σκοπό την αποτροπή ή τον τερματισμό ενός κινδύνου. Η εκδίκηση έχει ως σκοπό να προκαλέσει πόνο επειδή ο άλλος «το αξίζει».
Η διαφορά είναι θεμελιώδης.
Στην πρώτη περίπτωση υπάρχει ανάγκη προστασίας.
Στη δεύτερη υπάρχει ηθική νομιμοποίηση της επιθετικότητας.
Και αυτή ακριβώς η δεύτερη περίπτωση είναι που ενδιαφέρει ιδιαίτερα την κοινωνική ψυχολογία.
15. Το πιο επικίνδυνο σημείο: όταν η ομάδα και το κοινό «συμφωνούν»
Η κατάσταση γίνεται ιδιαίτερα προβληματική όταν η ομάδα που ασκεί επιθετικότητα και το διαδικτυακό κοινό μοιράζονται την ίδια ηθική αφήγηση.
Η ομάδα λέει: «Το άξιζε».
Το κοινό απαντά: «Καλά του κάνατε».
Ο δράστης λαμβάνει κοινωνική επιβεβαίωση. Το κοινό αισθάνεται ότι συμμετείχε στην αποκατάσταση της δικαιοσύνης. Και η πράξη επαναπροσδιορίζεται ως κάτι θετικό. Αυτό είναι το σημείο στο οποίο η βία παύει να είναι απλώς συμπεριφορά. Γίνεται κοινωνικός κανόνας. Και όταν μια συμπεριφορά αρχίζει να θεωρείται κανόνας, το άτομο δεν χρειάζεται πλέον να την αμφισβητεί κάθε φορά. Την θεωρεί αυτονόητη.
Η νεανική ομαδική βία δεν μπορεί να εξηγηθεί με ένα μόνο αίτιο: Ούτε το ντύσιμο, ούτε η μουσική, ούτε τα social media, ούτε η εφηβεία από μόνα τους αρκούν για να εξηγήσουν την επιθετικότητα.
Αυτό που χρειάζεται να εξετάσουμε είναι η αλληλεπίδραση των μηχανισμών.
Η ομάδα δημιουργεί ταυτότητα.
Ο αριθμός δημιουργεί αίσθηση ισχύος.
Η ομοιομορφία ενισχύει την αίσθηση του «εμείς».
Η ανάγκη για κοινωνικό κύρος μπορεί να μετατρέψει την επίδειξη ισχύος σε κοινωνικό στόχο.
Η ηθική αποδέσμευση μπορεί να μετατρέψει τη βία σε «δικαιοσύνη».
Τα reels και τα βίντεο μπορούν να μετατρέψουν την πράξη σε δημόσιο θέαμα.
Τα likes και τα σχόλια μπορούν να λειτουργήσουν ως κοινωνική ανατροφοδότηση.
Η επαναλαμβανόμενη έκθεση μπορεί, υπό ορισμένες συνθήκες, να μειώσει την ευαισθησία απέναντι στη βία.
Και έτσι δημιουργείται ένας φαύλος κύκλος: ταυτότητα → ομάδα → ισχύς → επιβολή → βία → καταγραφή → κοινωνική επιβράβευση → κανονικοποίηση.
Η μεγαλύτερη πρόκληση, επομένως, δεν είναι να εντοπίσουμε «τα παιδιά με τα μαύρα».
Είναι να κατανοήσουμε τι συμβαίνει μέσα στην ομάδα, τι ανταμείβεται από την ομάδα και τι επιστρέφει από το ψηφιακό περιβάλλον πίσω στην ομάδα.
Και ίσως το πιο κρίσιμο ερώτημα δεν είναι: «Γιατί τα παιδιά γίνονται βίαια;»
Αλλά: «Πώς μαθαίνουν ότι, σε ορισμένες συνθήκες, η βία μπορεί να τους προσφέρει ταυτότητα, κύρος, αποδοχή και δύναμη;»
Γιατί η πραγματική κοινωνική πρόληψη δεν αρχίζει όταν εμφανιστεί η γροθιά.
Αρχίζει πολύ νωρίτερα:
- τη στιγμή που μια ομάδα μαθαίνει ότι η δύναμη σημαίνει επιβολή,
- τη στιγμή που ένα παιδί μαθαίνει ότι η υποχώρηση σημαίνει αδυναμία,
- τη στιγμή που ένα reel μετατρέπει τον εξευτελισμό σε θέαμα,
- και κυρίως τη στιγμή που χιλιάδες θεατές γράφουν: «Καλά του έκανε».
Εκεί ακριβώς πρέπει να παρέμβει η κοινωνική, η γνωστική και η ηθική εκπαίδευση.
Βιβλιογραφία
- Bandura, A. (1999). Moral disengagement in the perpetration of inhumanities. Personality and Social Psychology Review, 3(3), 193–209.
- Tajfel, H., & Turner, J. C. (1979). An integrative theory of intergroup conflict. Στο W. G. Austin & S. Worchel (eds.), The Social Psychology of Intergroup Relations.
- Turner, J. C., Hogg, M. A., Oakes, P. J., Reicher, S. D., & Wetherell, M. S. (1987). Rediscovering the Social Group: A Self-Categorization Theory. Blackwell.
- Fanti, K. A., Vanman, E., Henrich, C. C., & Avraamides, M. N. (2009). Desensitization to media violence over a short period of time. Aggressive Behavior, 35, 179–187.
- Brady, W. J., McLoughlin, K., Doan, T. T., & Crockett, M. J. (2021). How social learning amplifies moral outrage expression in online social networks. Science Advances, 7.
- Bandura, A. (1991). Social cognitive theory of self-regulation. Organizational Behavior and Human Decision Processes, 50, 248–287.
THERAPY.PSYCHOLOGY - ΠΛΑΤΦΟΡΜΑ ONLINE ΨΥΧΟΘΕΡΑΠΕΙΑΣ
Μια ολοκληρωμένη εμπειρία σύνδεσης Ειδικών Ψυχικής Υγείας και Θεραπευόμενων | Ξεκίνα εδώ το Θεραπευτικό ταξίδι σου με Δωρεάν 1η συνεδρία.
Πτυχιούχος Ψυχολογίας και Παιδαγωγός Προσχολικής Ηλικίας. Ειδικευμένη στη Συμβουλευτική, με Ειδικότητα στην Παιδοψυχολογία. Κάτοχος Μεταπτυχιακού Διπλώματος στις Κοινωνικές και Ανθρωπιστικές Επιστήμες με κατεύθυνση Θεωρίες Παιδαγωγικών και Εκπαίδευσης και Κάτοχος Μεταπτυχιακού τίτλου (Μaster) στην Εκπαιδευτική Ηγεσία και Πολιτική.