Ο ρόλος αποτελεί εκείνο το κοινωνικά καθορισμένο υπόστρωμα επί του οποίου το κάθε άτομο χτίζει τις δικές του σχέσεις και βιώνει την ένταξή του στον ανθρώπινο κόσμο.

Επειδή φαινομενολογικά ο ρόλος παραμένει μια συμπεριφορά, επηρεάζει σε πολύ μεγάλο βαθμό τον τρόπο με τον οποίο καθένας προσλαμβάνει και διαχειρίζεται το κοινωνικό σύστημα, το περιβάλλον του, τους άλλους, καθώς και ό,τι είναι δυνατόν να ενσαρκώνεται σε μια συμπεριφορά, είτε στο μακρο-επίπεδο είτε στο μικρο-επίπεδο.

Η έννοια του ρόλου επιτρέπει τη συνάρθρωση διαφορετικών επιπέδων και το πέρασμα σε άλλες σημαντικές διεργασίες που απασχολούν τις κοινωνικές επιστήμες.

Ο Erik Erikson κι η ταυτότητα

Μπορούμε να δώσουμε ένα παράδειγμα κινούμενοι στο επίπεδο των προσεγγίσεων της έννοιας της ταυτότητας. Για τις ανάγκες αυτής της σύντρομης συζήτησης, και για να εισαγάγουμε τον αναγνώστη στο θέμα, θα θεωρήσουμε ότι ο πρώτος που επεξεργάστηκε συστηματικά την έννοια της ταυτότητας ήταν ο Erik Erikson.

O Erikson (1972) υπογράμμισε την υποκειμενική και ζωογόγο εντύπωση της προσωπικής ενότητας (το να αισθάνεται κανείς ότι είναι ο ίδιος) και της χρονικής συνέχειας, καθώς και τη διπλή διεργασία, ψυχική και κοινωνική, που προΐσταται αυτών των εντυπώσεων.

Περιέγραψε το αίσθημα της ταυτότητας ως ταλαντευόμενο ανάμεσα σε έναν πόλο αντιπροσωπευόμενο από το ιδεώδες του εγώ και το υπερεγώ (εσωτερίκευση των κοινωνικών προτύπων) και έναν πόλο που αντιστοιχεί στην αντίληψη του υποκειμένου για το πώς εμπλέκεται στην κοινωνική πραγματικότητα (ταυτότητα του εγώ).

Η ίδια η διαμόρφωση της ταυτότητας αντιστοιχεί σε μια ενεργό νοητική διεργασία παρατήρησης και στοχασμού, όπου το υποκείμενο αξιολογεί τον εαυτό του σύμφωνα με τα κριτήρια των άλλων και ταυτόχρονα αξιολογεί την αξιολόγηση αυτή σύμφωνα με τα δικά του κριτήρια.

Βλέπουμε το «παιχνίδι» των κοινωνικών προτύπων και των προσωπικών κριτηρίων διά μέσου της συνάντησης των ατόμων. Όσο κι αν η προσέγγιση του Erikson είναι ολιστική και θέλει να διευρύνει και να εμπλουτίσει το ψυχαναλυτικό μοντέλο, η κοινωνική ψυχολογία προσφέρει μια εξίσου σύνθετη εικόνα των ταυτοτικών διεργασιών.

Κοινωνικές αλληλεπιδράσεις

Ο Mead (1963) υποστήριξε και ανέπτυξε τη θέση ότι το εγώ δεν μπορεί να δομηθεί παρά στο πλαίσιο κοινωνικών αλληλεπιδράσεων, καθώς το άτομο σχετίζεται με τις κοινωνικές διεργασίες και με τα άτομα που εμπλέκονται σε αυτές, και καθώς υιοθετεί την οπτική γωνία των άλλων (κυρίως της κοινωνικής του ομάδας).

Τι είναι ο ρόλος

Ο ρόλος αποτελεί την έκφραση των αξιών και των προτύπων μιας κοινωνίας ή μιας ομάδας, και ταυτόχρονα απαιτεί μια σχέση για να ενσαρκωθεί.

Αυτό όμως που όντως ενσαρκώνεται είναι η στάση του υποκειμένου ως προς τα πρότυπα και ως προς τον άλλο με τον οποίο συναλλάσσεται και προσπαθεί να επηρεάσει, κάτι που είναι ομόλογο με τη δυναμική συνάρτηση των δύο συστημάτων νοήματος, του κοινά αποδεκτού και του προσωπικού.

Όπως παρατηρούν οι Anzieu & Martin (1968), υπάρχει στενή σχέση μεταξύ στάσεων και ρόλων. Και τα δύο παραπέμπουν σε μια ενεργό αυτορρύθμιση του υποκειμένου συναρτήσει του αντικειμένου-συντρόφου. Μόνο που όταν μιλάμε για ρόλο, τονίζουμε κάπως περισσότερο την αλληλεπίδραση και την αμοιβαιότητα των διεργασιών των στάσεων.

Το γεγονός ότι κάθε άνθρωπος στις πολύπλοκες κοινωνίες μας έχει πολλές κοινωνικές θέσεις, καθεμία εκ των οποίων αντιστοιχεί σε πολλούς ρόλους, βρίσκεται συχνά στην απαρχή δυσκολιών, συγχύσεων και προβλημάτων σε ενδοψυχικό ή σχεσιακό επίπεδο, που συνήθως εκδηλώνονται στην αλληλεπίδραση, δυσχεραίνουν τη λειτουργία των θεσμών ή των ομάδων και προκαλούν διάχυτο αίσθημα δυσφορίας ή και έντονο ψυχικό πόνο.

Μπορούμε να διακρίνουμε ανάμεσα στην ένταση ρόλου, όπου στον ίδιο ρόλο ενυπάρχουν αντιτιθέμενες προσμονές, και στη σύγκρουση ρόλου, όπου δύο ρόλοι στο ίδιο άτομο εμπεριέχουν αντιτιθέμενες επιταγές.

Συγκρούσεις ρόλων στην εφηβεία

Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα της πρώτης περίπτωσης αποτελεί η εφηβεία στην κοινωνία μας.

Είναι κοινός τόπος για τις σύγχρονες επιστήμες του ανθρώπου ότι ο έφηβος σήμερα, στις κοινωνικοοικονομικές κυρίως τάξεις στις οποίες η οικονομική και σεξουαλική ένταξή του καθυστερεί (μέσω της σύστασης οικογένειας), βρίσκεται «παγιδευμένος» ανάμεσα σε παιδικά πρότυπα ύπαρξης (ανευθυνότητα, ανωριμότητα, μαθητική κατάσταση) και σε πρότυπα ύπαρξης που είναι χαρακτηριστικά των ενηλίκων.

Η μεταξύ των δύο κατάσταση ούτε ορίζεται ξεκάθαρα θεσμικά ούτε βέβαια γίνεται αντικείμενο επίσημης συμβολικής επεξεργασίας - όπως συμβαίνει με τις διαβατήριες τελετουργίες πολλών «πρωτόγονων» ή παραδοσιακών κοινωνιών, κάτι ωστόσο το οποίο πολλοί νέοι εφευρίσκουν και βιώνουν αυθόρμητα, συχνά χωρίς καμία απολύτως κοινωνική υποστήριξη.

Σύγκρουση πατρικού ρόλου

Μια άλλη ενδιαφέρουσα σύγκρουση ρόλου προκύπτει όταν η ίδια κοινωνική θέση αντιστοιχεί σε διαμετρικά αντίθετα και συγκρουόμενα πρότυπα ρόλου, ενώ βέβαια ο φορέας προσπαθεί να ικανοποιήσει ταυτόχρονα και τα δύο.

Είναι η περίπτωση της σύγχρονης εξέλιξης του πατρικού ρόλου, στον οποίο ενυπάρχει το «κλασσικό» στοιχείο της εξουσίας (διατύπωση του νόμου, έλεγχος, επιβράβευση ή κύρωση κ.λπ.) με την εισαγωγή όμως πιο «φιλικών» όψεων (λιγότερη απόσταση, περισσότερη οικειότητα, αυξημένη τάση για εκμυστηρεύσεις κ.λπ.).

Εύκολα καταλαβαίνει κανείς ότι η ταυτόχρονη ενσάρκωση ακραίων όψεων και των δύο αυτών προτύπων μεσοπρόθεσμα είναι δύσκολα βιώσιμη για όλους τους συμμετέχοντες και μακροπρόθεσμα είναι δυνατόν να τους οδηγήσει στην παθολογία...

Εκβάσεις συγκρούσεων ρόλου

Ποιες είναι οι δυνατές εκβάσεις των συγκρούσεων ρόλου;

Σύμφωνα με μια ταξινόμηση του Maisonneuve (1998), το άτομο (το οποίο βεβαίως αναγνωρίζει το εύρος και τις επιπτώσεις της σύγκρουσης και δεν την καλύπτει με εκλογικεύσεις ή φαντασιακές λύσεις) μπορεί:

 1. Να επιλέξει την εγκατάλειψη ενός εκ των ρόλων (ή την πριμοδότηση της μίας μόνο όψης του ρόλου, πράγμα που πρακτικά είναι ισοδύναμο). Αυτό βεβαίως συνεπάγεται την απώλεια των προνομίων που ακολουθούσαν το ρόλο ή την αποδοχή των διαφόρων «ποινών» (ενοχές ή κοινωνικές κυρώσεις) που προβλέπονται σε περίπτωση μη συμμόρφωσης. Εάν μια όψη του ρόλου είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τις υπόλοιπες, τότε η άρνησή της συνεπάγεται την άρνηση του συνόλου του ρόλου, δηλαδή τη (συνήθως οριστική) ρήξη.

2. Να συμβιβάσει τις αντικρουόμενες όψεις του ρόλου, είτε ιεραρχώντας τες ανάλογα με τις υφιστάμενες πιέσεις και τους προσωπικούς στόχους είτε εναλλάσοντας την πριμοδότηση των όψεων -ένας συμβιβασμός όμως που απλώς καθυστερεί (ενίοτε μάλιστα χειροτερεύοντας) το τελικό «ξέσπασμα» κάποιας ελλοχεύουσας κρίσης.

3. Να καινοτομήσει προάγοντας ένα νέο στυλ ρόλου. Αυτή είναι η ιδανική (ουτοπική συχνά) λύση, που προϋποθέτει ισχυρό κίνητρο, ευελιξία, δημιουργικότητα, πειθώ και φυσικά ένα ευνοϊκό κοινωνικό πλαίσιο.

Να παρατηρήσουμε τέλος ότι εάν η αλλαγή εμφανίζεται ως άμεσος στόχος (όχι κατ' ανάγκην ρητά εκφρασμένος ή συνεδητός) της τελευταίας πιθανής λύσης, τότε κάθε σύγκρουση ρόλου, με τις νέες ρυθμίσεις στις οποίες ενδέχεται να καταλήξει η (ατομική ή συλλογική) αντιμετώπισή της, είναι δυνατόν να αποτελέσει παράγοντα κοινωνικής αλλαγής.

Το παρόν άρθρο αποτελεί αδειοδοτημένο απόσπασμα από τον Β' Τόμου του βιβλίου Εισαγωγή στην Κοινωνική Ψυχολογία που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πεδίο.

Συγγραφή - Επιμέλεια Άρθρου

Χρύσα Πράντζαλου

e psy logo twitter2Τμήμα Σύνταξης της Πύλης Ψυχολογίας Psychology.gr
Επιμέλεια και συγγραφή άρθρων, μετάφραση & απόδοση ξενόγλωσσων άρθρων.
Επικοινωνία: editorial @psychology.gr