Πρόσθεσε το Psychology.gr στις προτιμώμενες πηγές σου στη Google
Με αυτό τον τρόπο, θα βλέπεις περισσότερα νέα άρθρα ψυχολογίας και ψυχικής υγείας που δημοσιεύονται στο PSYCHOLOGY.GR
«Θα το κάνω αργότερα»
Μια εργασία που πρέπει να ολοκληρωθεί, ένα email που περιμένει απάντηση, μια υποχρέωση που έχει μείνει πίσω ή ακόμη και μια απόφαση που συνεχώς μετατίθεται για «αύριο».
Οι περισσότεροι άνθρωποι έχουν βρεθεί κάποια στιγμή να αναβάλλουν κάτι, γνωρίζοντας μάλιστα ότι αυτή η αναβολή πιθανότατα θα τους δημιουργήσει μεγαλύτερη πίεση αργότερα.
Κι όμως, εκείνη τη στιγμή, το να αφήσουμε την υποχρέωση στην άκρη μπορεί να μοιάζει ανακουφιστικό. Αντί να ξεκινήσουμε, μπορεί να ασχοληθούμε με το κινητό μας, να τακτοποιήσουμε κάτι λιγότερο σημαντικό ή να πούμε στον εαυτό μας ότι «θα το κάνω όταν θα έχω περισσότερη διάθεση». Για λίγο, η ένταση μειώνεται. Η υποχρέωση, όμως, παραμένει.
Ακριβώς αυτή η προσωρινή ανακούφιση αποτελεί ένα σημαντικό κομμάτι του φαύλου κύκλου της αναβλητικότητας.
Η αναβλητικότητα δεν είναι απλώς κακή διαχείριση χρόνου
Η αναβλητικότητα συχνά αντιμετωπίζεται ως πρόβλημα οργάνωσης, έλλειψης πειθαρχίας ή ακόμη και τεμπελιάς. Ωστόσο, πρόκειται για ένα περισσότερο σύνθετο φαινόμενο.
Η έρευνα έχει αναδείξει την αναβλητικότητα ως μορφή αποτυχίας αυτορρύθμισης, στην οποία μπορούν να εμπλέκονται παράγοντες όπως η αποστροφή προς μια εργασία, η αυτοαποτελεσματικότητα, η παρορμητικότητα, η διάσπαση της προσοχής και ο αυτοέλεγχος (Steel, 2007).
Παράλληλα, σημαντικός φαίνεται να είναι και ο ρόλος της ρύθμισης του συναισθήματος. Μια εργασία μπορεί να μας προκαλεί άγχος, πλήξη, αβεβαιότητα ή φόβο αποτυχίας. Μπορεί ακόμη να ενεργοποιεί σκέψεις όπως «δεν θα τα καταφέρω», «είναι πάρα πολλά», «δεν ξέρω από πού να ξεκινήσω» ή «πρέπει να το κάνω τέλεια».
Σε αυτές τις περιπτώσεις, η αναβολή δεν απομακρύνει μόνο την ίδια την υποχρέωση. Μας απομακρύνει, έστω προσωρινά, και από τη δυσφορία που τη συνοδεύει.
Οι Sirois και Pychyl (2013) προσεγγίζουν την αναβλητικότητα και μέσα από αυτή την οπτική: όταν μια δραστηριότητα βιώνεται ως δυσάρεστη, μπορεί να δοθεί προτεραιότητα στη βελτίωση της διάθεσης στο παρόν, παρότι οι συνέπειες της αναβολής θα επιβαρύνουν τον μελλοντικό εαυτό.
THERAPY.PSYCHOLOGY - ΠΛΑΤΦΟΡΜΑ ΨΥΧΟΘΕΡΑΠΕΙΑΣ - Online & Διά ζώσης
Βρες τον Θεραπευτή που είναι κατάλληλος για εσένα | Ξεκίνα εδώ το Θεραπευτικό ταξίδι σου με Δωρεάν 1η συνεδρία.
Έτσι, ίσως το ερώτημα δεν είναι μόνο:
«Γιατί δεν ξεκινάω;»
αλλά και:
«Τι προσπαθώ να αποφύγω να νιώσω όταν δεν ξεκινάω;»
Ο φαύλος κύκλος της αναβλητικότητας
Ας σκεφτούμε κάποιον που πρέπει να ολοκληρώσει μια σημαντική εργασία. Ανοίγει τον υπολογιστή και σχεδόν αμέσως σκέφτεται: «Είναι πάρα πολλά, δεν ξέρω από πού να αρχίσω». Μπορεί να ακολουθήσει άγχος, απογοήτευση ή αμφιβολία για το αν θα τα καταφέρει.
Αντί να παραμείνει σε αυτή τη δυσφορία και να ξεκινήσει, αποφασίζει να κάνει ένα μικρό διάλειμμα. Ανοίγει το κινητό του και σκέφτεται ότι θα ασχοληθεί με την εργασία σε λίγο.
Και πράγματι, για λίγο αισθάνεται καλύτερα.
PRO PSYCHOLOGY: Επαγγελματική Κοινότητα Ειδικών Ψυχικής Υγείας
Περιλαμβάνει ομάδες εποπτείας ανά ψυχοθεραπευτική προσέγγιση, ομάδες εποπτείας ανά επαγγελματικό αντικειμένο και πληθυσμό, επιμορφωτικά σεμινάρια εξειδίκευσης, Ομάδες συνάντησης για σύνδεση και δικτύωση, Mentoring για ψυχοθεραπευτές που κάνουν τα πρώτα τους βήματα στην άσκηση του επαγγέλματος..
Αυτή η ανακούφιση έχει ιδιαίτερη σημασία. Η αναβολή απομάκρυνε προσωρινά ένα δυσάρεστο συναίσθημα. Έτσι, όταν εμφανιστεί ξανά παρόμοια δυσφορία, η αποφυγή μπορεί να μοιάζει και πάλι ως η ευκολότερη επιλογή.
Η εργασία, όμως, δεν εξαφανίστηκε. Καθώς η προθεσμία πλησιάζει, η πίεση αυξάνεται. Μπορεί να εμφανιστούν νέες σκέψεις: «Έχασα τόσο χρόνο», «τώρα δεν θα προλάβω», «γιατί το κάνω πάντα αυτό;». Το αρχικό άγχος μπορεί πλέον να συνοδεύεται από ενοχές, αυτοκριτική και ακόμη μεγαλύτερη πίεση.
Έτσι δημιουργείται ένας φαύλος κύκλος:
Απαιτητική ή δυσάρεστη εργασία → αρνητικές σκέψεις και συναισθήματα → αναβολή → προσωρινή ανακούφιση → αύξηση της πίεσης και της αυτοκριτικής → μεγαλύτερη δυσφορία απέναντι στην εργασία → νέα αναβολή.
Το παράδοξο, λοιπόν, είναι ότι μια συμπεριφορά που μας βοηθά να αισθανθούμε καλύτερα στο παρόν μπορεί μακροπρόθεσμα να συντηρεί το ίδιο πρόβλημα.
Γιατί η αναβολή μοιάζει να λειτουργεί;
Αν η αναβλητικότητα μπορεί να μας δημιουργήσει προβλήματα, γιατί συνεχίζουμε να αναβάλλουμε;
Μία απάντηση βρίσκεται στη διαφορά ανάμεσα στην άμεση και στη μελλοντική συνέπεια. Η ανακούφιση από την αναβολή έρχεται τώρα, ενώ το κόστος της εμφανίζεται συνήθως αργότερα.
Όταν αποφεύγουμε μια εργασία που μας προκαλεί δυσφορία, μπορεί να αισθανθούμε αμέσως λιγότερη ένταση. Αντίθετα, οι συνέπειες —η πίεση μιας προθεσμίας, η συσσώρευση υποχρεώσεων ή η απογοήτευση από τον εαυτό μας— μεταφέρονται στον «μελλοντικό εαυτό».
Οι Sirois και Pychyl (2013) περιγράφουν αυτή την προτεραιότητα στη βραχυπρόθεσμη ρύθμιση της διάθεσης ως σημαντικό στοιχείο για την κατανόηση της αναβλητικότητας.
Αυτό εξηγεί και γιατί η απλή συμβουλή «οργανώσου καλύτερα» δεν είναι πάντοτε αρκετή. Αν το εμπόδιο δεν αφορά μόνο τη διαχείριση του χρόνου, αλλά και τη δυσκολία να παραμείνουμε σε επαφή με την αβεβαιότητα, την πλήξη, τον φόβο ή την απογοήτευση που προκαλεί μια εργασία, χρειάζεται να εξετάσουμε τι συμβαίνει και πριν από την αναβολή.
Τι μπορεί να βρίσκεται πίσω από την αναβλητικότητα;
Δεν αναβάλλουν όλοι οι άνθρωποι για τον ίδιο λόγο. Η ίδια συμπεριφορά μπορεί να συνδέεται με διαφορετικές σκέψεις, συναισθήματα και δυσκολίες.
Σε ορισμένες περιπτώσεις σημαντικό ρόλο μπορεί να έχει η τελειοθηρία. Όταν κάποιος θεωρεί ότι πρέπει να αποδώσει εξαιρετικά ή ότι το αποτέλεσμα δεν επιτρέπεται να έχει ατέλειες, ακόμη και το πρώτο βήμα μπορεί να μοιάζει ιδιαίτερα απαιτητικό. Η σκέψη «πρέπει να το κάνω τέλεια» μπορεί τελικά να δυσκολεύει το «ας ξεκινήσω».
Σε άλλες περιπτώσεις μπορεί να υπάρχει φόβος αποτυχίας. Αν μια εργασία βιώνεται ως δοκιμασία των ικανοτήτων ή ακόμη και της προσωπικής αξίας, η πιθανότητα ενός ανεπαρκούς αποτελέσματος αποκτά μεγαλύτερο συναισθηματικό βάρος. Η αναβολή μπορεί τότε να προσφέρει μια προσωρινή απόσταση από αυτόν τον φόβο.
Άλλοτε, η δυσκολία σχετίζεται περισσότερο με την ανοχή στη δυσφορία. Δεν χρειάζεται μια δραστηριότητα να μας προκαλεί έντονο άγχος για να την αποφεύγουμε. Μπορεί απλώς να είναι βαρετή, κουραστική, απαιτητική ή να μην προσφέρει άμεση ικανοποίηση.
Υπάρχουν επίσης περιπτώσεις στις οποίες σημαντικό ρόλο έχουν δυσκολίες στην οργάνωση, στην έναρξη μιας δραστηριότητας, στη διατήρηση της προσοχής ή στη διαχείριση πολλών απαιτήσεων ταυτόχρονα.
Παράλληλα, η αναβλητικότητα δεν φαίνεται να λειτουργεί απομονωμένα από άλλες πλευρές της ψυχολογικής λειτουργίας. Έχει συσχετιστεί ερευνητικά με δυσκολίες στη ρύθμιση του συναισθήματος, το άγχος, την καταθλιπτική συμπτωματολογία, το άγχος εξετάσεων, την τελειοθηρία, καθώς και με χαμηλότερα επίπεδα ευεξίας και ποιότητας ζωής.
Οι σχέσεις αυτές είναι σύνθετες και δεν θα πρέπει να θεωρούνται αυτόματα σχέσεις αιτίου και αποτελέσματος. Είναι πιθανό, σε ορισμένες περιπτώσεις, να λειτουργούν αμφίδρομα. Για παράδειγμα, το άγχος που προκαλεί μια απαιτητική εργασία μπορεί να ενισχύσει την τάση για αναβολή, ενώ η συστηματική αναβολή μπορεί με τη σειρά της να αυξήσει την πίεση και το άγχος καθώς πλησιάζει μια προθεσμία.
Αυτό έχει ενδιαφέρον και σε επίπεδο παρέμβασης. Η αναβλητικότητα μπορεί να αποτελέσει έναν χρήσιμο θεραπευτικό στόχο όχι μόνο για τη μείωση της ίδιας της συμπεριφοράς, αλλά ενδεχομένως και για τη βελτίωση σχετιζόμενων δυσκολιών. Αντίστοιχα, η παρέμβαση σε παράγοντες που τη συντηρούν —όπως η δυσκολία ρύθμισης του συναισθήματος, το άγχος ή οι δυσλειτουργικές τελειοθηρικές απαιτήσεις— μπορεί να επηρεάσει και την αναβλητικότητα. Χρειάζεται, ωστόσο, προσοχή ώστε αυτές οι συσχετίσεις να μην παρουσιάζονται ως δεδομένες αιτιώδεις σχέσεις.
Επομένως, δεν είναι χρήσιμο κάθε περίπτωση αναβλητικότητας να ερμηνεύεται με τον ίδιο τρόπο. Περισσότερη αξία έχει να αναγνωρίσουμε το προσωπικό μοτίβο που επαναλαμβάνεται:
Σε ποιες δραστηριότητες αναβάλλω περισσότερο; Τι σκέφτομαι λίγο πριν τις αποφύγω; Τι αισθάνομαι; Και τι κάνω στη συνέχεια;
Από την αυτοκριτική στην παρατήρηση
Μετά από μια ακόμη αναβολή είναι εύκολο να εμφανιστούν σκέψεις όπως «πάλι τα ίδια», «δεν έχω καθόλου πειθαρχία» ή «γιατί δεν μπορώ απλώς να κάνω αυτό που πρέπει;».
Η αυτοκριτική, όμως, δεν αποτελεί απαραίτητα κίνητρο για δράση. Μπορεί να προσθέσει ακόμη περισσότερη δυσφορία σε μια δραστηριότητα που ήδη βιώνεται ως δύσκολη.
Μια περισσότερο βοηθητική στάση είναι η παρατήρηση. Όχι με στόχο να δικαιολογήσουμε την αναβολή, αλλά να καταλάβουμε πότε, πώς και γιατί εμφανίζεται.
Αντί για το «τι πρόβλημα έχω και το κάνω πάλι;», μπορούμε να αναρωτηθούμε:
«Τι συνέβη ακριβώς πριν αποφασίσω να το αφήσω για αργότερα;»
Η αλλαγή αυτής της ερώτησης είναι μικρή, αλλά ουσιαστική. Μεταφέρει την προσοχή από μια γενική αρνητική κρίση για τον εαυτό μας σε μια συγκεκριμένη συμπεριφορά που μπορούμε να παρατηρήσουμε και, σταδιακά, να τροποποιήσουμε.
Τι μπορεί να μας βοηθήσει να περάσουμε από την πρόθεση στη δράση;
Ένας ακόμη τρόπος να κατανοήσουμε την αναβλητικότητα προέρχεται από τη Θεωρία του Χρονικού Κινήτρου (Temporal Motivation Theory). Σύμφωνα με το συγκεκριμένο θεωρητικό πλαίσιο, τέσσερις παράγοντες μπορούν να επηρεάσουν το κίνητρό μας για δράση: η αξία που έχει για εμάς το επιθυμητό αποτέλεσμα, η προσδοκία ότι μπορούμε να το πετύχουμε, το πόσο χρονικά απομακρυσμένο βρίσκεται το αποτέλεσμα και η ευαισθησία στην καθυστέρηση, η οποία σχετίζεται με την τάση να επηρεαζόμαστε περισσότερο από άμεσα διαθέσιμες ανταμοιβές και περισπασμούς (Steel, 2007).
Αυτή η οπτική έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον επειδή προσφέρει διαφορετικά σημεία στα οποία μπορούμε να παρέμβουμε.
Μπορούμε να ενισχύσουμε την αξία μιας δραστηριότητας συνδέοντάς την με προσωπικούς στόχους και αξίες. Μπορούμε να εξετάσουμε την προσδοκία επιτυχίας, χρησιμοποιώντας μεταξύ άλλων συμπεριφορικά πειράματα που μας επιτρέπουν να ελέγξουμε στην πράξη προβλέψεις όπως «δεν θα τα καταφέρω». Έναν μακρινό στόχο μπορούμε να τον φέρουμε πιο κοντά δημιουργώντας συγκεκριμένους υποστόχους και προγραμματίζοντας μικρές δράσεις. Τέλος, μπορούμε να περιορίσουμε τους περισπασμούς του περιβάλλοντος και να δημιουργήσουμε συγκεκριμένες προθέσεις υλοποίησης για το πότε και πώς θα δράσουμε.
Για παράδειγμα, αντί για το γενικό «πρέπει να ξεκινήσω την εργασία μου», μπορούμε να διατυπώσουμε ένα περισσότερο συγκεκριμένο σχέδιο:
«Όταν επιστρέψω σπίτι στις έξι, θα αφήσω το κινητό μου σε άλλο δωμάτιο, θα ανοίξω τον υπολογιστή και θα ασχοληθώ αρχικά με την πρώτη ενότητα.»
Με αυτόν τον τρόπο, η αντιμετώπιση της αναβλητικότητας δεν περιορίζεται στην προσπάθεια να αποκτήσουμε περισσότερη «πειθαρχία». Μπορούμε να παρέμβουμε σε διαφορετικούς παράγοντες που επηρεάζουν την απόσταση ανάμεσα σε αυτό που σκοπεύουμε να κάνουμε και σε αυτό που τελικά κάνουμε.
Πώς μπορούμε να σπάσουμε τον φαύλο κύκλο;
Η αντιμετώπιση της αναβλητικότητας δεν σημαίνει ότι πρέπει να περιμένουμε μέχρι να αποκτήσουμε περισσότερη διάθεση, αυτοπεποίθηση ή κίνητρο. Αν η αναβολή συνδέεται με την αποφυγή μιας δυσάρεστης εμπειρίας, ένα σημαντικό βήμα είναι να μάθουμε να προχωράμε σε δράση ακόμη και όταν η δυσφορία δεν έχει εξαφανιστεί πλήρως.
1. Παρατηρούμε τι συμβαίνει πριν από την αναβολή
Πριν προσπαθήσουμε να αλλάξουμε μια συμπεριφορά, χρειάζεται πρώτα να την κατανοήσουμε. Την επόμενη φορά που θα εμφανιστεί η παρόρμηση να αφήσουμε κάτι για αργότερα, μπορούμε να αναρωτηθούμε:
Τι πρόκειται να κάνω; Τι σκέφτομαι γι’ αυτό; Τι αισθάνομαι; Τι θέλω να κάνω αντί γι’ αυτό;
Για παράδειγμα, πίσω από το «δεν έχω όρεξη να ξεκινήσω» μπορεί να βρίσκεται η σκέψη «δεν θα το κάνω αρκετά καλά» και ένα συναίσθημα άγχους. Σε μια διαφορετική περίπτωση μπορεί να υπάρχει απλώς πλήξη και η επιθυμία για κάτι που προσφέρει πιο άμεση ευχαρίστηση.
2. Κάνουμε το πρώτο βήμα μικρότερο
Όσο μεγαλύτερη και πιο ασαφής μοιάζει μια υποχρέωση, τόσο ευκολότερα μπορεί να δημιουργηθεί η αίσθηση ότι «είναι πάρα πολλά».
Το «πρέπει να γράψω την εργασία» περιγράφει έναν ολόκληρο στόχο. Το «θα ανοίξω το αρχείο και θα γράψω την πρώτη παράγραφο» περιγράφει μια συγκεκριμένη συμπεριφορά.
Το ζητούμενο δεν είναι να ολοκληρωθούν όλα αμέσως. Είναι να γίνει ευκολότερο το ξεκίνημα.
Μια πρακτική που μπορεί να χρησιμοποιηθεί για αυτόν τον σκοπό είναι η τεχνική Pomodoro, κατά την οποία η εργασία χωρίζεται σε σύντομα χρονικά διαστήματα συγκεντρωμένης προσπάθειας —συχνά 25 λεπτών— τα οποία ακολουθούνται από ένα σύντομο διάλειμμα περίπου 5 λεπτών. Αντί, λοιπόν, ο στόχος να είναι «πρέπει να τελειώσω όλη την εργασία», μπορούμε αρχικά να δεσμευτούμε ότι θα ασχοληθούμε μαζί της για ένα συγκεκριμένο και περιορισμένο χρονικό διάστημα.
3. Δεν περιμένουμε πάντα το κίνητρο για να δράσουμε
Μία συνηθισμένη σκέψη είναι: «Θα το κάνω όταν έχω περισσότερη διάθεση».
Το πρόβλημα είναι ότι η κατάλληλη διάθεση μπορεί να αργήσει να εμφανιστεί. Σε αρκετές περιπτώσεις η δράση μπορεί να προηγηθεί του κινήτρου και όχι το αντίστροφο.
Μπορούμε, για παράδειγμα, να συμφωνήσουμε με τον εαυτό μας να ασχοληθούμε με μια εργασία για ένα μικρό και συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, χωρίς να απαιτούμε να αισθανόμαστε απόλυτα έτοιμοι ή να δεσμευόμαστε ότι θα την ολοκληρώσουμε εκείνη τη στιγμή.
4. Αμφισβητούμε την απαίτηση για το «τέλειο»
Όταν η αναβλητικότητα συνδέεται με τελειοθηρικές απαιτήσεις, το πρώτο βήμα μπορεί να γίνεται δυσανάλογα δύσκολο.
Σε αυτές τις περιπτώσεις μπορεί να είναι περισσότερο βοηθητικό να μετατοπίσουμε τον στόχο από το:
«Πρέπει να το κάνω τέλεια»
στο:
«Χρειάζεται πρώτα να το ξεκινήσω. Μπορώ να το βελτιώσω στη συνέχεια.»
Ένα πρώτο προσχέδιο δεν χρειάζεται να είναι τέλειο για να είναι χρήσιμο. Χρειάζεται πρώτα να υπάρχει.
5. Περιορίζουμε τους περισπασμούς και κάνουμε την πρόθεσή μας συγκεκριμένη
Όταν μια απαιτητική δραστηριότητα ανταγωνίζεται κάτι που προσφέρει άμεση ευχαρίστηση —όπως το κινητό, τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ή μια σειρά— η γενική πρόθεση «θα συγκεντρωθώ περισσότερο» μπορεί να μην είναι αρκετή.
Μπορούμε να παρέμβουμε και στο περιβάλλον: να απομακρύνουμε το κινητό, να απενεργοποιήσουμε ειδοποιήσεις ή να επιλέξουμε έναν χώρο με λιγότερους περισπασμούς.
Παράλληλα, οι προθέσεις μπορούν να γίνουν περισσότερο συγκεκριμένες. Αντί για το «αύριο θα διαβάσω», μπορούμε να ορίσουμε πότε, πού και με ποιο πρώτο βήμα θα ξεκινήσουμε.
6. Μαθαίνουμε να ανεχόμαστε λίγη δυσφορία
Ίσως ένα από τα σημαντικότερα βήματα είναι να αναγνωρίσουμε ότι δεν χρειάζεται να εξαφανιστεί κάθε δυσάρεστο συναίσθημα πριν ξεκινήσουμε.
Μπορούμε να αισθανόμαστε πλήξη και να συνεχίσουμε. Μπορούμε να έχουμε αμφιβολίες και να κάνουμε το πρώτο βήμα. Μπορούμε να αισθανόμαστε άγχος χωρίς να χρειάζεται αμέσως να απομακρυνθούμε από αυτό που το ενεργοποίησε.
Με αυτόν τον τρόπο, ο στόχος μετατοπίζεται. Δεν προσπαθούμε πλέον μόνο να «μην αναβάλλουμε». Μαθαίνουμε να ανταποκρινόμαστε διαφορετικά στη δυσφορία που προηγουμένως οδηγούσε στην αναβολή.
Οι διαθέσιμες έρευνες δείχνουν ότι οι ψυχολογικές παρεμβάσεις μπορούν να συμβάλουν στη μείωση της αναβλητικότητας, ενώ έχουν μελετηθεί και παρεμβάσεις βασισμένες στη Γνωσιακή Συμπεριφορική Θεραπεία. Τα ευρήματα είναι ενθαρρυντικά, αλλά χρειάζεται προσοχή στην ερμηνεία τους, καθώς η σχετική ερευνητική βάση εξακολουθεί να έχει περιορισμούς (Rozental et al., 2018· van Eerde & Klingsieck, 2018).
Όταν η αναβλητικότητα γίνεται επίμονη
Η περιστασιακή αναβολή αποτελεί μια συνηθισμένη ανθρώπινη εμπειρία. Όταν, όμως, γίνεται συστηματική και αρχίζει να επηρεάζει σημαντικά τις σπουδές, την εργασία, τις σχέσεις ή την καθημερινή λειτουργικότητα, μπορεί να είναι χρήσιμο να διερευνηθούν περισσότερο οι παράγοντες που τη συντηρούν.
Στο πλαίσιο της ψυχοθεραπείας μπορούν να διερευνηθούν οι σκέψεις, τα συναισθήματα και τα συμπεριφορικά μοτίβα που συνδέονται με την αναβολή, καθώς και οι διαφορετικοί παράγοντες που μπορεί να βρίσκονται πίσω από αυτή.
Μια διαφορετική ερώτηση για την αναβλητικότητα
Η αναβλητικότητα μπορεί εύκολα να οδηγήσει σε χαρακτηρισμούς: «είμαι τεμπέλης», «δεν έχω πειθαρχία», «πάντα τα αφήνω όλα τελευταία στιγμή».
Ωστόσο, ένας χαρακτηρισμός δεν μας λέει πολλά για το τι συμβαίνει πραγματικά.
Η κατανόηση του φαύλου κύκλου μάς επιτρέπει να κοιτάξουμε τη συμπεριφορά με μεγαλύτερη ακρίβεια: τι την πυροδοτεί, ποια προσωρινή ανακούφιση προσφέρει και ποιες συνέπειες ακολουθούν.
Ίσως, λοιπόν, την επόμενη φορά που θα πιάσουμε τον εαυτό μας να λέει «θα το κάνω αργότερα», αντί να αναρωτηθούμε «γιατί είμαι τόσο αναβλητικός;», μπορούμε να δοκιμάσουμε μια διαφορετική ερώτηση:
«Τι σκέφτομαι και τι αισθάνομαι αυτή τη στιγμή — και ποιο είναι το μικρότερο βήμα που μπορώ να κάνω, χωρίς να περιμένω πρώτα να αισθανθώ έτοιμος;»
Βιβλιογραφία
Rozental, A., Bennett, S., Forsström, D., Ebert, D. D., Shafran, R., Andersson, G., & Carlbring, P. (2018). Targeting procrastination using psychological treatments: A systematic review and meta-analysis. Frontiers in Psychology, 9, 1588. doi.org/10.3389/fpsyg.2018.01588
Sirois, F. M., & Pychyl, T. A. (2013). Procrastination and the priority of short-term mood regulation: Consequences for future self. Social and Personality Psychology Compass, 7(2), 115–127. doi.org/10.1111/spc3.12011
Steel, P. (2007). The nature of procrastination: A meta-analytic and theoretical review of quintessential self-regulatory failure. Psychological Bulletin, 133(1), 65–94. doi.org/10.1037/0033-2909.133.1.65
Van Eerde, W., & Klingsieck, K. B. (2018). Overcoming procrastination? A meta-analysis of intervention studies. Educational Research Review, 25, 73–85. doi.org/10.1016/j.edurev.2018.09.002
THERAPY.PSYCHOLOGY - ΠΛΑΤΦΟΡΜΑ ΨΥΧΟΘΕΡΑΠΕΙΑΣ - Online & Διά ζώσης
Βρες τον Θεραπευτή που είναι κατάλληλος για εσένα | Ξεκίνα εδώ το Θεραπευτικό ταξίδι σου με Δωρεάν 1η συνεδρία.