Ακρόαση άρθρου......

google news icon Πρόσθεσε το Psychology.gr στις προτιμώμενες πηγές σου στη Google
Με αυτό τον τρόπο, θα βλέπεις περισσότερα νέα άρθρα ψυχολογίας και ψυχικής υγείας που δημοσιεύονται στο PSYCHOLOGY.GR

Η Αποφευκτική/Περιοριστική Διαταραχή Πρόσληψης Τροφής (Avoidant/Restrictive Food Intake Disorder, ARFID) αποτελεί μια σχετικά πρόσφατη διαγνωστική κατηγορία εντός των διαταραχών σίτισης και διατροφής που εισήχθη επίσημα το 2013 στην 5η έκδοση του Διαγνωστικού και Στατιστικού Εγχειριδίου των Ψυχικών Διαταραχών (DSM-5) (American Psychiatric Association, 2013) και στη συνέχεια εντάχθηκε και στην 11η έκδοση της Διεθνούς Ταξινόμησης Νοσημάτων (ICD-11) (World Health Organization [WHO], 2019).

Σε αντίθεση, με τις κλασικές διατροφικές διαταραχές, όπως η νευρική ανορεξία και η βουλιμία, η ARFID δεν συνδέεται με ανησυχία για το σωματικό βάρος ή την εικόνα σώματος.

Ο πυρήνας της βρίσκεται στην επίμονη αποφυγή ή τον περιορισμό της πρόσληψης τροφής, η οποία οδηγεί σε σοβαρές σωματικές και ψυχοκοινωνικές επιπτώσεις (Bryant-Waugh, 2013· Zickgraf et al., 2018).

Η διαταραχή δύναται να εκδηλωθεί σε οποιοδήποτε στάδιο της ζωής, με μεγαλύτερη συχνότητα κατά την παιδική και εφηβική ηλικία, ενώ η αιτιολογία της θεωρείται πολυπαραγοντική (Thomas et al., 2019).

Υπότυποι ARFID

Βάσει κλινικών παρατηρήσεων και ερευνητικών δεδομένων αρχικά από τους Lask και Bryant-Waugh το 1992 και μετέπειτα από τους Watkins και Lask το 2002, έχουν αναγνωριστεί και κατηγοριοποιηθεί τέσσερις βασικές φαινοτυπικές εκφάνσεις της διαταραχής:

1.Αισθητηριακός/Αποφευκτικός τύπος (Sensory sensitivity subtype): Εμφανίζεται όταν το άτομο απορρίπτει συγκεκριμένες τροφές λόγω υπερευαισθησίας σε αισθητηριακά χαρακτηριστικά (υφή, γεύση, χρώμα, οσμή, θερμοκρασία). Η αποστροφή δεν σχετίζεται με φόβο αύξησης βάρους αλλά με έντονη δυσφορία έναντι συγκεκριμένων ερεθισμάτων, οδηγώντας σε περιορισμένο και άκαμπτο διατροφικό ρεπερτόριο (Norris et al., 2014).

2.Αποτρεπτικός τύπος λόγω αρνητικών συνεπειών (Avoidant subtype due to aversive consequences): Σε αυτόν τον υπότυπο, η αποφυγή της τροφής εδράζεται στον φόβο πρόκλησης δυσάρεστων ή απειλητικών σωματικών εμπειριών, όπως πνιγμονή, ναυτία, έμετος ή έντονη γαστρεντερική δυσφορία. Συχνά προϋπάρχει ένα τραυματικό επεισόδιο, το οποίο λειτουργεί ως αφετηρία και ενισχύει την αποφυγή μέσω μηχανισμών κλασικής εξαρτημένης μάθησης και γνωσιακής υπερεκτίμησης του κινδύνου (Fisher et al., 2014· Thomas et al., 2017).

3.Τύπος χαμηλού ενδιαφέροντος/Περιοριστικός (Lack of interest / Restrictive subtype): Χαρακτηρίζεται από γενικευμένη έλλειψη ενδιαφέροντος για το φαγητό και χαμηλή ανταπόκριση σε σήματα πείνας. Το άτομο μπορεί να ξεχνά να φάει ή να καταναλώνει πολύ περιορισμένες ποσότητες, γεγονός που οδηγεί σε ανεπαρκή θρέψη και πιθανές αναπτυξιακές συνέπειες (Zickgraf et al., 2019).

4.Μεικτός τύπος (Mixed subtype): Αφορά περιπτώσεις όπου συνυπάρχουν χαρακτηριστικά από περισσότερους υποτύπους, π.χ. αισθητηριακή αποστροφή μαζί με φόβο πνιγμού. Συχνά παρουσιάζει πιο περίπλοκη και ανθεκτική πορεία (Thomas et al., 2017).

Επιδημιολογία και Αιτιοπαθογένεια της ARFID

THERAPY.PSYCHOLOGY - ΠΛΑΤΦΟΡΜΑ ONLINE ΨΥΧΟΘΕΡΑΠΕΙΑΣ
Μια ολοκληρωμένη εμπειρία σύνδεσης Ειδικών Ψυχικής Υγείας και Θεραπευόμενων | Ξεκίνα εδώ το Θεραπευτικό ταξίδι σου...

Η ARFID παρουσιάζεται με μεγαλύτερη συχνότητα κατά την παιδική ηλικία και την εφηβεία, αν και μπορεί να εμφανιστεί και σε ενήλικες. Οι επιδημιολογικές μελέτες δείχνουν σχετικά ισοδύναμη κατανομή μεταξύ των δυο φύλων, με ορισμένες έρευνες να αναφέρουν ελαφρώς υψηλότερα ποσοστά σε κορίτσια (Norris et al., 2014· Kurz et al., 2015). Η εκτιμώμενη επικράτηση στον γενικό παιδιατρικό πληθυσμό κυμαίνεται μεταξύ 1–5%, ενώ σε ορισμένα κλινικά δείγματα μπορεί να φθάνει έως και το 14% (Fisher et al., 2014· Nicely et al., 2014).

Η αιτιοπαθογένεια της διαταραχής θεωρείται πολυπαραγοντική, με βιολογικούς, ψυχολογικούς και περιβαλλοντικούς παράγοντες να συνδιαμορφώνουν την έκφραση των συμπτωμάτων.

Βιολογικοί παράγοντες: Έχει προταθεί αυξημένη αισθητηριακή ευαισθησία, ιδιαίτερα σε άτομα με νευροαναπτυξιακές διαταραχές όπως η Διαταραχή Αυτιστικού Φάσματος. Αυτή η υπερευαισθησία οδηγεί σε έντονη αποστροφή σε συγκεκριμένες γεύσεις ή υφές. Επιπλέον, παρατηρείται μειωμένη ανταπόκριση σε σήματα πείνας και κορεσμού, που συνδέεται με ιδιοσυγκρασιακά χαρακτηριστικά της όρεξης (Zickgraf et al., 2019).

Ψυχολογικοί παράγοντες: Κεντρικό ρόλο έχουν οι τραυματικές εμπειρίες σίτισης (π.χ. επεισόδιο πνιγμονής ή έντονου εμετού), οι οποίες οδηγούν σε αποφυγή μέσω μηχανισμών κλασικής εξαρτημένης μάθησης. Παράλληλα, γνωσιακοί παράγοντες όπως η υπερεκτίμηση του κινδύνου («αν φάω θα πνιγώ») και η καταστροφική ερμηνεία σωματικών αισθήσεων συμβάλλουν στη διατήρηση της διαταραχής (Fisher et al., 2014· Thomas et al., 2017).

Περιβαλλοντικοί παράγοντες: Οι οικογενειακές πρακτικές σίτισης (π.χ. υπερβολική πίεση για κατανάλωση τροφής ή αρνητικά σχόλια για συγκεκριμένες τροφές), καθώς και κοινωνικές προσδοκίες γύρω από το φαγητό, μπορούν να ενισχύσουν την αποφυγή και το σχετιζόμενο άγχος και έτσι τα άτομα του περιβάλλοντος να συντονίζονται με τη διαταραχή (Ornstein et al., 2017).

ΠΡΟΣΩΠΟΚΕΝΤΡΙΚΗ ΚΑΙ ΒΙΩΜΑΤΙΚΗ ΣΥΜΒΟΥΛΕΥΤΙΚΗ ΓΙΑ ΤΟ ΣΧΕΣΙΑΚΟ ΤΡΑΥΜΑ
Εγκαιρη εγγραφή: έως 30 Ιουνίου 2026 | Διοργάνωση: PSYVERSITY
Τα σεμινάρια απευθύνονται σε Επαγγελματίες Ψυχικής Υγείας που έχουν ενδιαφέρον να εξειδικευθούν στη θεραπεία του ψυχικού τραύματος υπό το πρίσμα της Προσωποκεντρικής Προσέγγισης στην Θεραπεία.

Συνολικά, η ARFID φαίνεται να αναδύεται μέσα από τη δυναμική αλληλεπίδραση βιολογικής ευαλωτότητας, πρώιμων τραυματικών εμπειριών και κοινωνικο-περιβαλλοντικών επιρροών.

Κλινικά Χαρακτηριστικά της ARFID

Η ARFID χαρακτηρίζεται από επίμονη και κλινικά σημαντική αποφυγή ή περιορισμό της πρόσληψης τροφής, ο οποίος δεν μπορεί να αποδοθεί σε πολιτισμικές πρακτικές, έλλειψη τροφής ή σε ανησυχίες σχετικά με το σωματικό βάρος και την εικόνα σώματος (American Psychiatric Association, 2013).

Τα βασικά κλινικά χαρακτηριστικά περιλαμβάνουν:

Περιορισμένο διατροφικό ρεπερτόριο: Τα άτομα συχνά καταναλώνουν ελάχιστες και επαναλαμβανόμενες τροφές, απορρίπτοντας μεγάλο αριθμό ειδών. Η προσπάθεια κατανάλωσης «μη αποδεκτών» τροφών συνοδεύεται από έντονη δυσφορία, αηδία ή άγχος (Bryant-Waugh, 2019).

Σωματικές συνέπειες: Ο περιορισμός μπορεί να οδηγήσει σε απώλεια βάρους ή αδυναμία επίτευξης αναμενόμενης σωματικής ανάπτυξης στα παιδιά και τους εφήβους. Συχνά αναφέρονται ελλείψεις σε σίδηρο, βιταμίνες και μικροθρεπτικά συστατικά, οι οποίες ενίοτε απαιτούν συμπληρωματική ή εντερική διατροφή (Fisher et al., 2014).

Ψυχοκοινωνικές επιπτώσεις: Η αποστροφή απέναντι σε συγκεκριμένες τροφές, σε συνδυασμό με την έντονη ανησυχία που συνδέεται με τη διαδικασία της σίτισης, δύναται να επιδράσει αρνητικά στην κοινωνική λειτουργικότητα. Τα άτομα με ARFID τείνουν να αποφεύγουν κοινωνικά γεύματα —όπως οικογενειακές συγκεντρώσεις, σχολικές εκδρομές ή εξόδους σε εστιατόρια— γεγονός που συχνά οδηγεί σε κοινωνική απόσυρση και απομόνωση και αυξημένα επίπεδα άγχους (Ornstein et al., 2017).

Συναισθηματική αντιδραστικότητα: Η παρουσία «μη αποδεκτών» τροφών μπορεί να προκαλέσει έντονη συναισθηματική αντίδραση, η οποία κυμαίνεται από δυσφορία και φόβο έως πανικό. Το μοτίβο αυτό συμβάλλει στη διατήρηση της αποφυγής και στην ενίσχυση του φαύλου κύκλου της διαταραχής (Thomas et al., 2017).

Συνολικά, η ARFID επηρεάζει ταυτόχρονα τη σωματική υγεία, την αναπτυξιακή πορεία και την κοινωνικοσυναισθηματική λειτουργικότητα, καθιστώντας την μια ιδιαίτερα επιβαρυντική διαταραχή για το άτομο και το οικογενειακό του περιβάλλον.

Μηχανισμός Διατήρησης – Ο Φαύλος Κύκλος της ARFID

Η διατήρηση της ARFID μπορεί να κατανοηθεί μέσα από ένα γνωσιακό-συμπεριφορικό μοντέλο, στο οποίο η αποφυγή λειτουργεί ως βασικός ενισχυτικός μηχανισμός.

Η αρχική εμπειρία δυσφορίας —είτε πρόκειται για αισθητηριακή υπερευαισθησία είτε για τραυματικό επεισόδιο (π.χ. πνιγμονή, εμετός)— οδηγεί σε μια δυσλειτουργική γνωστική ερμηνεία, όπως «οι περισσότερες τροφές είναι επικίνδυνες» ή «αν φάω θα πνιγώ». Αυτές οι γνωσίες προκαλούν αυξημένο φόβο και άγχος κατά την έκθεση στο φαγητό (Fisher et al., 2014).

Η αποφυγή της τροφής δρα ως στρατηγική μείωσης του άγχους και προσφέρει άμεση ανακούφιση, γεγονός που ενισχύει αρνητικά τη συμπεριφορά αποφυγής (Thomas et al., 2019). Ωστόσο, αυτή η προσωρινή ανακούφιση εμποδίζει τη γνωσιακή αναδόμηση μέσω νέων εμπειριών (π.χ. κατανάλωση τροφής χωρίς δυσάρεστες συνέπειες). Έτσι, οι δυσλειτουργικές πεποιθήσεις παραμένουν και η αποφυγή γενικεύεται σε περισσότερες τροφές και καταστάσεις (Bryant-Waugh et al., 2019).

Με την πάροδο του χρόνου, η συστηματική αποφυγή ενισχύει τη στερεοτυπική διατροφική συμπεριφορά και οδηγεί σε περαιτέρω σωματικές, αναπτυξιακές και ψυχοκοινωνικές επιπτώσεις, συντηρώντας τον φαύλο κύκλο της διαταραχής. Η μη έκθεση στις «μη αποδεκτές» τροφές στερεί από το άτομο την εμπειρία της διάψευσης των δυσλειτουργικών του πεποιθήσεων (π.χ. «θα πνιγώ αν φάω»), με αποτέλεσμα οι γνωσίες αυτές να παραμένουν αναλλοίωτες και να ενισχύονται.

Έτσι, η αποφυγή λειτουργεί ταυτόχρονα ως στρατηγική μείωσης του άγχους και ως εμπόδιο στη γνωσιακή αναδόμηση, οδηγώντας σε αυξημένη ευαισθησία, γενίκευση των συμπτωμάτων και, τελικά, σε χρόνια και ανθεκτική πορεία της διαταραχής (Thomas et al., 2017· Zucker et al., 2015).

Θεραπευτική Προσέγγιση στην ARFID

Η αντιμετώπιση της ARFID απαιτεί μια πολυδιάστατη και διεπιστημονική προσέγγιση, καθώς τα συμπτώματα διαφοροποιούνται σημαντικά ανάλογα με τον υπότυπο και τη βαρύτητα. Ο βασικός στόχος της θεραπείας είναι η αποκατάσταση της θρεπτικής επάρκειας, η μείωση του άγχους που σχετίζεται με τη σίτιση και η αναδόμηση των δυσλειτουργικών γνωσιών που συντηρούν τον φαύλο κύκλο της διαταραχής.

Ψυχοθεραπευτικές παρεμβάσεις:

Γνωσιακή-συμπεριφορική θεραπεία για ARFID (CBT-AR): Πρόκειται για το πιο τεκμηριωμένο μοντέλο παρέμβασης. Η CBT-AR στοχεύει στη διάσπαση του φαύλου κύκλου μέσω σταδιακής, ιεραρχημένης έκθεσης σε «μη αποδεκτές» τροφές και ταυτόχρονης γνωσιακής αναδόμησης των πεποιθήσεων που ενισχύουν την αποφυγή (π.χ. «θα πνιγώ αν φάω»). Μέσω της συστηματικής έκθεσης, το άτομο αποκτά νέες εμπειρίες που διαψεύδουν τις δυσλειτουργικές γνωσίες, μειώνοντας σταδιακά το άγχος και διευρύνοντας το διατροφικό του ρεπερτόριο (Thomas et al., 2019).

Τεχνικές έκθεσης: Η ελεγχόμενη και επαναλαμβανόμενη παρουσίαση τροφών μειώνει την ευαισθησία στα ερεθίσματα και αποτρέπει τη συντήρηση του φαύλου κύκλου αποφυγής–ανακούφισης (Lock et al., 2019).

Οικογενειακές παρεμβάσεις: Στην παιδική και εφηβική ηλικία, η συμμετοχή των γονέων είναι καθοριστική, καθώς συμβάλλει στην ενίσχυση θετικών πρακτικών σίτισης και στην αποφυγή πιεστικών ή αρνητικών αντιδράσεων που θα μπορούσαν να ενισχύσουν το άγχος (Ornstein et al., 2017).

Εργοθεραπευτικές παρεμβάσεις:

Σε περιπτώσεις έντονης αισθητηριακής ευαισθησίας, οι εργοθεραπευτικές τεχνικές βοηθούν στην προοδευτική απευαισθητοποίηση μέσω έκθεσης σε διαφορετικές υφές, γεύσεις και οσμές, μειώνοντας σταδιακά την αισθητηριακή αποστροφή (Zickgraf et al., 2019).

Διατροφική υποστήριξη:

Η συνεργασία με κλινικό διαιτολόγο είναι αναγκαία για την πρόληψη ή την αντιμετώπιση διατροφικών ελλείψεων. Σε σοβαρές περιπτώσεις μπορεί να απαιτηθεί συμπληρωματική ή εντερική διατροφή έως ότου επιτευχθεί επαρκής φυσιολογική πρόσληψη τροφής (Fisher et al., 2014).

Φαρμακοθεραπεία:

Δεν υπάρχει ειδική φαρμακοθεραπεία για την ARFID. Ωστόσο, όταν συνυπάρχουν αγχώδεις ή καταθλιπτικές διαταραχές, η χρήση εκλεκτικών αναστολέων επαναπρόσληψης σεροτονίνης (SSRIs) ή άλλων αγωγών μπορεί να λειτουργήσει υποστηρικτικά, συμβάλλοντας στη μείωση των συμπτωμάτων (Bryant-Waugh et al., 2019).

 

Βιβλιογραφία

American Psychiatric Association. (2013). Diagnostic and statistical manual of mental disorders (5th ed.). Arlington, VA: American Psychiatric Publishing. doi.org/10.1176/appi.books.9780890425596

Bryant-Waugh, R. (2013). Avoidant restrictive food intake disorder: An illustrative case example. International Journal of Eating Disorders, 46(5), 420–423. doi.org/10.1002/eat.22093

Bryant-Waugh, R., Micali, N., Cooke, L., Lawson, E. A., Eddy, K. T., & Thomas, J. J. (2019). Development of the Pica, ARFID, and Rumination Disorder Interview (PARDI): A multi-informant measure. International Journal of Eating Disorders, 52(4), 378–387. doi.org/10.1002/eat.22958

Fisher, M. M., Rosen, D. S., Ornstein, R. M., Mammel, K. A., Katzman, D. K., Rome, E. S., Walsh, B. T. (2014). Characteristics of avoidant/restrictive food intake disorder in children and adolescents: A “new disorder” in DSM-5. Journal of Adolescent Health, 55(1), 49–52. doi.org/10.1016/j.jadohealth.2013.11.013

Kurz, S., van Dyck, Z., Dremmel, D., Munsch, S., & Hilbert, A. (2015). Early-onset restrictive eating disturbances in primary school boys and girls. European Child & Adolescent Psychiatry, 24(7), 779–785. doi.org/10.1007/s00787-014-0622-z

Lask, B., & Bryant-Waugh, R. (1992). Early-onset anorexia nervosa and related eating disorders. Journal of Child Psychology and Psychiatry, 33(1), 281–300. doi.org/10.1111/j.1469-7610.1992.tb00864.x

Lock, J., Sadeh-Sharvit, S., & L’Insalata, A. (2019). Feasibility of a randomized clinical trial using family-based treatment for avoidant/restrictive food intake disorder. International Journal of Eating Disorders, 52(6), 746–751. doi.org/10.1002/eat.23077

Nicely, T. A., Lane-Loney, S., Masciulli, E., Hollenbeak, C. S., & Ornstein, R. M. (2014). Prevalence and characteristics of avoidant/restrictive food intake disorder in a cohort of young patients in day treatment for eating disorders. Journal of Eating Disorders, 2(21), 1–8. doi.org/10.1186/s40337-014-0021-3

Norris, M. L., Robinson, A., Obeid, N., Harrison, M., Spettigue, W., & Henderson, K. (2014). Exploring avoidant/restrictive food intake disorder in eating-disordered patients: A descriptive study. International Journal of Eating Disorders, 47(5), 495–499. doi.org/10.1002/eat.22217

Ornstein, R. M., Essayli, J. H., Nicely, T. A., Masciulli, E., & Lane-Loney, S. (2017). Treatment of avoidant/restrictive food intake disorder in a cohort of young patients in a partial hospitalization program for eating disorders. International Journal of Eating Disorders, 50(9), 1067–1074. doi.org/10.1002/eat.22737

Thomas, J. J., & Eddy, K. T. (2019). Cognitive-behavioral therapy for avoidant/restrictive food intake disorder: Children, adolescents, and adults. Cambridge University Press. doi.org/10.1017/9781108557966

Thomas, J. J., Lawson, E. A., Micali, N., Misra, M., Deckersbach, T., & Eddy, K. T. (2017). Avoidant/restrictive food intake disorder: A three-dimensional model of neurobiology with implications for etiology and treatment. Current Psychiatry Reports, 19(8), 54. doi.org/10.1007/s11920-017-0795-5

Watkins, B., & Lask, B. (2002). Eating disorders in school-aged children. Child and Adolescent Psychiatric Clinics of North America, 11(2), 285–302. doi.org/10.1016/S1056-4993(01)00003-7

World Health Organization. (2019). International classification of diseases for mortality and morbidity statistics (11th Revision). icd.who.int/browse11/l-m/en

Zickgraf, H. F., & Ellis, J. M. (2018). Initial evaluation and treatment of avoidant/restrictive food intake disorder (ARFID) in adults. Current Psychiatry Reports, 20(8), 68. doi.org/10.1007/s11920-018-0931-0

Zickgraf, H. F., Lane-Loney, S., Essayli, J. H., & Ornstein, R. M. (2019). Further support for diagnostically meaningful ARFID symptom presentations in an adolescent medicine partial hospitalization program. International Journal of Eating Disorders, 52(4), 402–409. doi.org/10.1002/eat.23016

Zucker, N., Copeland, W., Franz, L., Carpenter, K., Keeling, L., Angold, A., & Egger, H. L. (2015). Psychological and psychosocial impairment in preschoolers with selective eating. Pediatrics, 136(3), e582–e590. doi.org/10.1542/peds.2014-2386

 

Συγγραφή - Επιμέλεια Άρθρου

Κατερίνα Ζούζουλα

zouzoula katerinaΚλινική Ψυχολόγος-Ψυχοθεραπεύτρια
MSc Διασυνδετική Ψυχιατρική (Ιατρική Σχολή Αθηνών)
Ειδίκευση στη Γνωσιακή Συμπεριφορική Ψυχοθεραπεία (CBT)
Εκπαίδευση στη Θεραπεία Αποδοχής και Δέσμευσης (ACT)

THERAPY.PSYCHOLOGY - ΠΛΑΤΦΟΡΜΑ ONLINE ΨΥΧΟΘΕΡΑΠΕΙΑΣ
Μια ολοκληρωμένη εμπειρία σύνδεσης Ειδικών Ψυχικής Υγείας και Θεραπευόμενων | Ξεκίνα εδώ το Θεραπευτικό ταξίδι σου...