Στις 11 Μαρτίου, ο Διεθνής Οργανισμός Υγείας (ΔΟΥ), ανακήρυξε τον ιό του covid--19 ως πανδημία (WHO, 2020), και άμεσα λήφθηκαν ανά τον κόσμο προστατευτικά μέτρα που συνιστούσαν ή ζητούσαν επιτακτικά τον εγκλεισμό στα σπίτια (Mervosh, Lu, & Swales, 2020).

Παράλληλα, σε πολλές χώρες παγκοσμίως, έκλεισαν τα σχολεία, τα πανεπιστήμια, οι χώροι άθλησης, «πάγωσαν» οι εμπορικές και οικονομικές δραστηριότητες, και κρίθηκε επιτακτική η ανάγκη προάσπισης της δημόσιας υγείας (Jernigan, 2020; Prem et al., 2020).

COVID-19, κατάθλιψη και αγχώδεις διαταραχές

Τα προστατευτικά μέτρα που τηρήθηκαν παγκοσμίως, βοήθησαν στην μείωση μετάδοσης του ιού. Ωστόσο, πυροδότησαν διάφορα ψυχολογικά προβλήματα, τα οποία σχετίζονταν με το αίσθημα απομόνωσης από τα αγαπημένα πρόσωπα, το αίσθημα αβεβαιότητας, λόγω του κινδύνου νόσησης και το στιγματισμό των ήδη νοσούντων.

Επίσης, η απειλή του θανάτου, ο φόβος και η αόρατη φύση του ιού, προκάλεσαν έντονο πανικό και ανησυχία, αισθήματα τα οποία διατηρούνταν και οξύνονταν από την ελλιπή πληροφόρηση (WHO, 2020; Bao et al., 2020; Tang et al., 2020).

Μάλιστα, έρευνα που πραγματοποιήθηκε κατά την διάρκεια της πανδημίας και μελετούσε τον ψυχολογικό αντίκτυπο της απειλής του ιού στις ζωές των ανθρώπων, έδειξε ότι η κατάθλιψη ήταν 7 φορές υψηλότερη το 2020 στην παγκόσμια κλίμακα σε σχέση με αντίστοιχη έρευνα που διεξήχθη το 2017.

Συγκεκριμένα, η κατάθλιψη το 2017 άγγιζε το 3,44% του παγκόσμιου πληθυσμού σε σχέση με το 2020 που έφτασε να αγγίζει το 25% (Richie & Roser, 2018; Bueno-Notivol et al, 2021). Ένα τέτοιο εύρημα καθιστά ευδιάκριτη την επιβάρυνση του covid-19 στην ψυχική υγεία του ανθρώπου.

Οι Samantha et al., (2020) σε έρευνα που πραγματοποίησαν στην πόλη Wuhan της Κίνας, 2 εβδομάδες μετά την έξαρση του ιού, βρήκαν ότι το 70,78% του ερωτηθέντος πληθυσμού έπασχε από διάφορες διαταραχές άγχους.

Οι κύριοι στρεσογόνοι παράγοντες φαίνεται να ήταν: η διάρκεια της καραντίνας, ο φόβος της μόλυνσης, η ανεπαρκής διαθεσιμότητα προμηθειών και πληροφοριών ( Samantha et al., 2020), οι οποίοι με την σειρά τους δημιούργησαν, σε παγκόσμια κλίμακα, την ακόλουθη συμπτωματολογία: εμμονή με την καθαριότητα, άγχος για το μέλλον, μέτρια αισθήματα κατάθλιψης, αίσθημα αβοηθησίας, αίσθημα αναξιότητας, προβλήματα ύπνου, χρήση αλκοόλ και τσιγάρου ( Ustun, 2021; Genevier et al, 2021; Tnag et al, 2020).

Επίδραση COVID-19 σε επαγγελματίες υγείας

Φυσικά, άτομα τα οποία βρισκόντουσαν ήδη σε καραντίνα βίωσαν υψηλότερα ποσοστά άγχους (Tang et al., 2020). Ενώ, ομάδες υψηλού κινδύνου σε θέματα ψυχικής υγείας, ήταν επίσης οι επαγγελματίες υγείας και τα παιδιά.

Οι επαγγελματίες υγείας ερχόντουσαν σε καθημερινή επαφή με τις πραγματικές διαστάσεις του ιού, γεγονός το οποίο συνεπάγεται σωματική αλλά και ψυχολογική εξάντληση (Bryant-Genevier et al., 2021). Στην Γερμανία, το 53% των εργαζομένων στον τομέα της υγείας, ανέφεραν συμπτώματα που έδειχναν βλάβη της ψυχικής υγείας, με κυριότερα τα συμπτώματα κατάθλιψης, άγχος, μετατραυματικής διαταραχής και αυτοκτονικού ιδεασμού (Genevier et al., 2021).

Επίδραση στα παιδιά

Αντίστοιχα, τα παιδιά φαίνεται κατά την διάρκεια του covid-19, να υποχρεώθηκαν στην διαδικτυακή μάθηση, συνθήκη η οποία δεν εγγυάται μια ομαλή προσαρμογή για όλα τα παιδιά, ενώ δεν θα πρέπει να αγνοούμε και τις οικονομικές μεταβλητές, που καθιστούν την εξ’ αποστάσεως μάθηση, ακόμα πιο δύσκολη (π.χ. αγορά tablet και δικτυακών μέσων).

Μια τέτοια αστάθεια στον εκπαιδευτικό τομέα, έφερε και μεγαλύτερες ανησυχίες για το επαγγελματικό μέλλον των παιδιών μέσα σε έναν κόσμο που «νοσεί» (Rehman et al., 2020).

Πηγές στήριξης. Ο ρόλος των ΜΜΕ στην πανδημία

Σαν αντίβαρο στους δύσκολους καιρούς της πανδημίας, πολλοί άνθρωποι προσπαθούσαν να λάβουν πληροφορίες μέσω της ειδησεογραφίας, προκειμένου να αναγνωρίσουν τον πραγματικό κίνδυνο και τα απαραίτητα μέτρα προφύλαξης.

Ωστόσο, η ενημέρωση από τα ΜΜΕ αποκλειστικά δεν ήταν αρκετή, για να εφαρμόσει ο μέσος πολίτης τα μέτρα πρόληψης διασποράς του ιού (π.χ. χρήση μάσκας , χρήση αντισηπτικού). Πολύ σημαντική φάνηκε να είναι η συνυπάρχουσα συναισθηματική στήριξη και η επιρροή που έχει ο εκάστοτε εκπρόσωπος της ειδησεογραφίας στην κοινή γνώμη (Zhong, Huang & Liu, 2021).

Αξιόλογη πηγή συναισθηματικής και κοινωνικής στήριξης πέρα από την οικογένεια και τους οικείους, αποτέλεσαν και τα κοινωνικά δίκτυα, τα οποία οι άνθρωποι χρησιμοποιούσαν για να αισθανθούν μέρος ενός συνόλου που τους νοιάζεται (Stephens & Petrie, 2015).

Ωστόσο, η υπερέκθεση στα κοινωνικά δίκτυα φάνηκε να σχετίζεται θετικά με την κατάθλιψη σε περιόδους κρίσης υγείας, γι’ αυτό και ο WHO (2020) συνέστησε καθημερινή έκθεση 1 έως 2 φορές στα ΜΜΕ, και πάλι σε αξιόπιστες πηγές με έγκυρη δημοσιογραφία.

Ο εγκλεισμός στα σπίτια, λοιπόν, μπορεί να λειτούργησε ως μοχλός προστασίας και διαφύλαξης της δημόσιας σωματικής υγείας. Ωστόσο, έθεσε σε κίνδυνο την ψυχική υγεία πολλών ανθρώπων, κυρίως λόγω της απουσίας αποσαφηνιστικών οδηγιών ως προς τον πραγματικό κίνδυνο και της ελλιπούς διευκόλυνσης στον τρόπο διαχείρισης των προσλαμβανουσών πληροφοριών. Εν τέλει, η αυστηρότητα με την οποία οριοθετήθηκε η καραντίνα οδήγησε στην κοινωνική απομόνωση του σύγχρονου ανθρώπου, με τον φόβο του χρηματικού προστίμου αν παραβεί τους άκαμπτους νόμους του κράτους.

Η καραντίνα, μάλιστα, δεν είναι ένα καινοτόμο μέτρο. Στην Αρχαία Ελλάδα, στην περιοχή της Αττικής είχε ήδη γίνει η πρώτη αναφορά για εγκλεισμό στο σπίτι, γύρω στο 430 π.Χ. , κατά την διάρκεια του Πελοποννησιακού πολέμου (Bourdas & Zacharakis, 2020).

Στις 10 Μαρτίου ανακηρύχθηκαν στην Ελλάδα τα πρώτα σοβαρά μέτρα εγκλεισμού κατά του covid-19 (O.J. 2020a), ενώ στις 23 Μαρτίου έγινε το πρώτο καθολικό lockdown, γεγονός που έβαλε στην «κατάψυξη» πολλές σημαντικές δραστηριότητες της καθημερινής μας ζωής (Anastasiou & Duquenne, 2020).

Κατά την διάρκεια της πανδημίας του covid-19, το 36% του ελληνικού πληθυσμού, φάνηκε να πάσχει από σοβαρά συμπτώματα κατάθλιψης & το 35% από μέτριο αίσθημα κοινωνικής απομόνωσης. Ωστόσο, δεν βίωσαν όλοι το αίσθημα της μοναξιάς και της κοινωνικής απομόνωσης στον ίδιο βαθμό (Qiu et al., 2020).

Το αίσθημα κοινωνικής απομόνωσης φάνηκε να είναι υψηλότερο σε άτομα που βίωναν έντονα αρνητικά συναισθήματα ( π.χ. φόβος, θυμός, θλίψη, ευερεθιστότητα, κούραση) και τα εκδήλωναν σωματικά (π.χ. πονοκέφαλοι, μυϊκοί πόνοι κ.λ.π.), έπασχαν δηλαδή από διάφορες ψυχοσωματικές διαταραχές. Σημαντική, επίσης, στην βίωση του αισθήματος της κοινωνικής απομόνωσης φάνηκε να είναι και η μεταβλητή της εργασίας (Anastasiou & Duquenne, 2020).

Συγκεκριμένα, κατά την διάρκεια της καραντίνας, 1 στους 4 Έλληνες πολίτες, συνέχισε να δουλεύει κανονικά, 1 στους 4 δούλευε μέσω τηλεργασίας (Eurofound, 2020), ενώ οι υπόλοιποι εργάζονταν part-time ή απολύθηκαν (Georgakopoulos, 2020).

Η εργασιακή αβεβαιότητα επέκτεινε την επιρροή της και στον οικονομικό τομέα, δεδομένου ότι το 2020 το ποσοστό ανεργίας στην Ελλάδα βρισκόταν στο 16,85%, γεγονός που την καθιστά, την χώρα με το υψηλότερο ποσοστό ανεργίας στην Ε.Ε. για το έτος 2020 (Aaron O Neill, 2021).

COVID-19 και διαταραχές ύπνου

Παράλληλα, ο μέσος Έλληνας κατά την διάρκεια της πανδημίας του covid-19, ήρθε αντιμέτωπος με διάφορες διαταραχές ύπνου και αλλαγή στο νυχτερινό του ωράριο. Ειδικότερα, το 37,6% του ελληνικού δείγματος δήλωσε ότι βίωσε διαταραχές ύπνου, ποσοστό κατά πολύ μεγαλύτερο από το 3,9%-22% του παγκόσμιου πληθυσμού προ covid (Kay-Stacey & Attarian, 2016). Φυσικά, ο τόπος διαμονής των πολιτών επηρέασε την σοβαρότητα των συμπτωμάτων, αφού πολίτες που έμεναν σε μεγάλα αστικά κέντρα, αποτέλεσαν πιο ευάλωτες ομάδες (Kay-Stacey & Attarian, 2016).

Η επίδραση στην σωματική άσκηση

Σημαντική μεταβλητή επιβάρυνσης της ψυχικής υγείας αποτέλεσε και η μειωμένη σωματική άσκηση των Ελλήνων πολιτών. Προ covid-19, το ποσοστό καθιστικής ζωής στην Ελλάδα ήταν στο 19,9%, σε σχέση με το 2020 που έφτασε το 41%, γεγονός, που καθιστά την Ελλάδα στις λιγότερο αποτελεσματικές χώρες ως προς την φυσική κατάσταση των πολιτών της (Bourdas & Zacharakis, 2020).

Είναι, άλλωστε, διαπιστωμένο ότι η σωματική άσκηση τείνει να μειώνει τα επίπεδα κατάθλιψης, άγχους και επιφέρει την κορτιζόλη σε φυσιολογικά επίπεδα στον οργανισμό (Fox, Stathi, McKenna, Davis, 2020).

Όσο, λοιπόν, οι άνθρωποι βίωναν την κοινωνική απομόνωση, τόσο περισσότερο αισθανόντουσαν ψυχική εξουθένωση. Δεδομένου ότι οι άνθρωποι είναι όντα κοινωνικά, έχουν ανάγκη την κοινωνική επαφή (Fromm, 2020). Δεν είναι, λοιπόν, τυχαίο που οι Tomova et al. (2020), αναφέρουν ότι η έντονη κοινωνική απομόνωση τείνει να δημιουργεί μία λαχτάρα της κοινωνικής επαφής, παρόμοιας με τον τρόπο που η νηστεία φέρνει την πείνα (Tomova et al., 2020).

Παράλληλα, οι οικονομικές και εργασιακές ανησυχίες, όπως και ο διαταραγμένος ύπνος, φάνηκε να λειτουργούν ασφυκτικά, και να περιορίζουν όλο και περισσότερο τις ελευθερίες του Έλληνα πολίτη. Η ελλιπής ή και διαστρεβλωμένη ειδησεογραφία λειτούργησαν προσθετικά στην αναφερόμενη σύγχυση.

Συμπεράσματα

Είναι σημαντικό, λοιπόν, ειδικά στους δύσκολους καιρούς της πανδημίας κάθε πολίτης του κόσμου να προσπαθεί να διατηρεί την καθημερινότητά του, και να κρατάει την ρουτίνα του, η οποία του παρέχει μια υποτυπώδη ασφάλεια.

Ταυτόχρονα, η ενημέρωση από αξιόπιστες πηγές, η αναζήτηση βοήθειας για την αντιμετώπιση και την θεραπεία των ψυχικά πασχόντων (άγχος, κατάθλιψη κ.λ.π.), καθώς και η χρήση των τεχνολογιών για την «εκμηδένιση» των αποστάσεων καθησυχάζουν και απαλύνουν την ψυχολογική αστάθεια, δυσφορία και μετάπτωση του ανθρώπου εν μέσω πανδημίας (Jiloha, 2020).

Κλείνοντας, ίσως σε περιόδους πανδημίας, χρειάζεται να γίνεται επαναξιολόγηση και ενσωμάτωση των περιοριστικών μέτρων στα δεδομένα της σύγχρονης ελληνικής, και παγκόσμιας, κοινωνίας, ώστε να καταστεί η δυνατή η θεμελίωση νέων μέτρων λιγότερο απόλυτων, επιτακτικών και καταστροφικών για την δημόσια ψυχική υγεία (Bourdas & Zacharakis, 2020).

Συγγραφή - Επιμέλεια Άρθρου

Αναστασία Χαρά Καραγιάννη

karagianni xara anastasiaΨυχολόγος- Μεταπτυχιακή φοιτήτρια της Προσωποκεντρικης Προσέγγισης.

Επικοινωνία: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.