Η θεωρία του Festinger προβλέπει πως κάθε φορά που ένα άτομο πρέπει να κάνει μια επιλογή οδηγείται σε κατάσταση γνωστικής ασυμφωνίας. Η ένταση αυτής της (δυσάρεστης) κατάστασης αυξάνεται όσο μικραίνει η απόσταση που χωρίζει τη βαρύτητα καθεμιάς από τις δύο εναλλακτικές λύσεις μεταξύ των οποίων το άτομο καλείται να κάνει την επιλογή του.

Η θεωρία της γνωστικής ασυμφωνίας

Αν υποθέσουμε δηλαδή ότι κάποιος έχει να επιλέξει ανάμεσα στο αντικείμενο Χ και στο αντικείμενο Ψ, επιλέγει το Χ αφού προηγουμένως έχει συγκρίνει τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα και του Χ και του Ψ, και καταλήξει στο συμπέρασμα ότι τα δύο αντικείμενα είναι απολύτως ισοδύναμα.

Σύμφωνα με τον Festinger, αυτή είναι η ιδεατή γενεσιουργός περίπτωση γνωστικής ασυμφωνίας.

Για να την επιλύσει, το κοινωνικό υποκείμενο έχει στη διάθεσή του δύο (συμπληρωματικούς μεταξύ τους) τρόπους: να αυξήσει τον αριθμό (ή τη σπουδαιότητα) των γνωστικών σύμφωνων στοιχείων που είναι παρόντα στο κοινωνιογνωστικό του πεδίο και να μειώσει τον αριθμό (ή τη σπουδαιότητα) των ασύμφωνων γνωστικών στοιχείων.

Και ο συνηθέστερος ίσως τρόπος για να πετύχει κάτι τέτοιο είναι να αυξήσει την απόσταση η οποία χωρίζει τη (θετική) αξιολόγηση του αντικειμένου που έχει επιλέξει με την (αρνητική) αξιολόγηση του αντικειμένου που έχει απορρίψει.

Επιλογή μεταξύ δύο εναλλακτικών λύσεων

Ο πρώτος ερευνητής που ασχολήθηκε πειραματικά με το θέμα αυτό ήταν ο Brehm (1956), ο οποίος έκανε τις ακόλουθες υποθέσεις:

1. Η επιλογή μεταξύ δύο εναλλακτικών λύσεων προκαλεί γνωστική ασυμφωνία και ασκεί πίεση για την επίλυσή της. Μπορούμε να μειώσουμε τη γνωστική ασυμφωνία είτε θεωρώντας πιο επιθυμητό το αντικείμενο επιλογής είτε θεωρώντας λιγότερο επιθυμητό το αντικείμενο απόρριψης.

2. Η ευρύτητα της γνωστικής ασυμφωνίας (και της τάσης μείωσής της) είναι τόσο μεγαλύτερη, όσο μεγαλύτερο είναι το δίλημμα που νιώθει το υποκείμενο για τις δύο εναλλακτικές λύσεις.

Το πείραμα του Brehm για τη γνωστική ασυμφωνία

Πιστός στη συνήθειά του, ο Brehm χρησιμοποίησε στο πείραμά του ένα δείγμα φοιτητριών οι οποίες πίστευαν ότι συμμετέχουν σε μια έρευνα αγοράς για οκτώ οικιακές συσκευές: καφετιέρα, σίδερο, ηλεκτρική ψηστιέρα κ.λπ.

Για τη συμμετοχή τους στην έρευνα (η οποία θα τους απασχολούσε και μερικές ώρες μετά το τέλος του ίδιου του πειράματος) τα υποκείμενα θα ανταμείβονταν με ένα από τα οκτώ αυτά αντικείμενα. Η πρώτη τους δουλειά λοιπόν ήταν να ταξινομήσουν τα αντικείμενα (σε μια οκτάβαθμη κλίμακα, όπου το 1 σήμαινε «καθόλου επιθυμητό» και το 8 «απόλυτα επιθυμητό»), με γνώμονα πάντοτε την ανάγκη που είχαν για καθένα από αυτά.

Αμέσως μετά την πρώτη ταξινόμηση, ο Brehm αντάμειβε τα υποκείμενα. Τα υποκείμενα είχαν να διαλέξουν ανάμεσα σε δυο αντικείμενα που φαινομενικά ο ερευνητής επέλεγε στην τύχη.

Στην πραγματικότητα όμως εδώ παρενέβαινε η εγχειρηματοποίηση της έντασης της γνωστικής ασυμφωνίας: έτσι, σε μια περίπτωση τα υποκείμενα διάλεγαν μεταξύ δύο σχεδόν ισοδύναμων αντικειμένων (όπου σύμφωνα με τη θεωρία, θα δημιουργούνταν μεγάλη γνωστική ασυμφωνία), ενώ στην άλλη επέλεγαν μεταξύ δύο αντικειμένων εκ των οποίων το ένα ήταν πολύ επιθυμητό και το άλλο ελάχιστα (μικρή γνωστική ασυμφωνία).

Τέλος, στη συνθήκη ελέγχου τα υποκείμενα δεν έκαναν καμία επιλογή, απλώς ανταμείβονταν με ένα αντικείμενο το οποίο είχαν αξιολογήσει πολύ θετικά.

Το πείραμα τελείωνε με μια δεύτερη ταξινόμηση των οκτώ αντικειμένων: ο ερευνητής προφασιζόταν ότι οι καταναλωτές αλλάζουν μερικές φορές γνώμη μετά την αγορά κάποιου αντικειμένου.

Η επιλογή μεταξύ δύο εξίσου ελκυστικών αντικειμένων οδηγεί σε μία υπερτίμηση του αντικειμένου που τα υποκείμενα επέλεξαν και σε μια υποτίμηση του αντικειμένου που απέρριψαν, κάτι το οποίο δεν συμβαίνει στην περίπτωση όπου δεν υπάρχει τέτοιο δίλημμα.

Θεωρία της ψυχολογικής αναδραστικότητας

Ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι, αν και τα ευρήματα αυτών των ερευνών επιβεβαίωνουν τις προβλέψεις της γνωστικής ασυμφωνίας, ο Brehm (1966) προτείνει ένα άλλο θεωρητικό μοντέλο για να τα ερμηνεύσει.

Πρόκειται για τη θεωρία της ψυχολογικής αναδραστικότητας, η οποία ασχολείται με πιο συστηματικό τρόπο με την προβληματική της «ελεύθερης» επιλογής.

Σύμφωνα με αυτή τη θεωρία, όταν απειλείται η προσωπική ελευθερία κάποιου, δημιουργείται ψυχολογική αναδραστικότητα, δηλαδή μια δυσάρεστη κατάσταση από την οποία το άτομο προσπαθεί να ξεφύγει για να ανακτήσει και πάλι τη χαμένη του «ισορροπία».

Είναι προφανές ότι τόσο η θεωρία της γνωστικής ασυμφωνίας όσο και η θεωρία της ισορροπίας του Heider (και εν μέρει τη θεωρία της κοινωνικής σύγκρισης), το περίφημο τετράπτυχο των θεωριών της συνεκτικότητας.

Κοινό τους σημείο το αξίωμα της νομοτελειακής αναγκαιότητας διατήρησης της ισορροπίας: κάθε φορά που αυτή διαταράσσεται ή απειλείται να διαταραχθεί, παλινδρομικές δυνάμεις αναπτύσσονται και έρχονται να την αποκαταστήσουν...

Κοινωνιογνωστική σύγκρουση

Σε ό,τι αφορά ωστόσο την πρόταση της γνωστικής ασυμφωνίας, οφείλουμε να ομολογήσουμε πως το ερευνητικό έργο του Brehm ασκεί σημαντική επίδραση στην εξέλιξη της θεωρίας, καθ' όσον τεκμηριώνει την ιδέα ότι μετά από μια «ελεύθερη» επιλογή το άτομο βρίσκεται συχνά σε κατάσταση κοινωνιογνωστικής σύγκρουσης, σε κατάσταση ασυμφωνίας την οποία επιζητεί να εξαλείψει.

Οι διαπιστώσεις όμως αυτές αποτέλεσαν ταυτόχρονα τη βάση για την ανάπτυξη εναλλακτικών θεωρητικών προτάσεων.

Πράγματι, πολλοί κοινωνικοί ψυχολόγοι, επικαλούμενοι πειραματικά ευρήματα του Brehm, επιχείρησαν μέσα από νέα εργαστηριακή έρευνα να προτείνουν εναλλακτικές - έως και ανταγωνιστικές- ερμηνείες ικανές να εξηγήσουν με διαφορετικό τρόπο το ομολογουμένως παράδοξο φαινόμενο που επιχείρησε να εξηγήσει η θεωρία της γνωστικής ασυμφωνίας.

Το παρόν άρθρο αποτελεί αδειοδοτημένο απόσπασμα από το βιβλίο Εισαγωγή στην Κοινωνική Ψυχολογία που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πεδίο.

Συγγραφή - Επιμέλεια Άρθρου

Χρύσα Πράντζαλου

e psy logo twitter2Τμήμα Σύνταξης της Πύλης Ψυχολογίας Psychology.gr
Επιμέλεια και συγγραφή άρθρων, μετάφραση & απόδοση ξενόγλωσσων άρθρων.
Επικοινωνία: editorial @psychology.gr