Πρόσθεσε το Psychology.gr στις προτιμώμενες πηγές σου στη Google
Με αυτό τον τρόπο, θα βλέπεις περισσότερα νέα άρθρα ψυχολογίας και ψυχικής υγείας που δημοσιεύονται στο PSYCHOLOGY.GR
«Θέλω να ξεχωρίζω.» Είναι μια σκέψη που ίσως έχει περάσει από το μυαλό όλων μας, αλλά σπάνια την εκφράζουμε ανοιχτά. Συχνά τη συνοδεύουμε με ενοχή ή ντροπή, σαν να αποτελεί απόδειξη εγωισμού ή ματαιοδοξίας. Έτσι, αντί να τη διερευνήσουμε, προσπαθούμε να την απορρίψουμε.
Λέμε στον εαυτό μας ότι «δεν θα έπρεπε να με νοιάζει» ή ότι «η αξία μου δεν εξαρτάται από αυτά». Κι όμως, η ανάγκη να νιώθουμε ότι ξεχωρίζουμε, ότι η παρουσία μας έχει σημασία και ότι οι άλλοι αναγνωρίζουν την προσπάθεια και την αξία μας, αποτελεί μια βαθιά ανθρώπινη εμπειρία.
Η επιθυμία για αναγνώριση δεν είναι από μόνη της προβληματική. Από τη στιγμή που γεννιόμαστε, η ανάπτυξη της ταυτότητάς μας πραγματοποιείται μέσα στις σχέσεις. Το βλέμμα του γονέα, η ανταπόκρισή του στις ανάγκες μας, η αίσθηση ότι μας βλέπει, μας ακούει και μας αποδέχεται, αποτελούν θεμέλια πάνω στα οποία οικοδομείται η εικόνα που αποκτούμε για τον εαυτό μας. Δεν γεννιόμαστε γνωρίζοντας ότι έχουμε αξία· τη μαθαίνουμε μέσα από τις πρώτες μας σχέσεις.
Ίσως γι' αυτό η ανάγκη για αναγνώριση μάς ακολουθεί και στην ενήλικη ζωή. Θέλουμε να αναγνωρίζεται η προσπάθειά μας, να εκτιμάται η δουλειά μας, να αισθανόμαστε ότι αφήνουμε κάτι δικό μας στον κόσμο. Η αναγνώριση μάς υπενθυμίζει ότι η παρουσία μας έχει σημασία. Μέχρι εδώ, η ανάγκη αυτή δεν διαφέρει από οποιαδήποτε άλλη ανθρώπινη ανάγκη για σύνδεση, αποδοχή και «αίσθηση του ανήκειν».
Το σημείο στο οποίο αρχίζει να δημιουργείται ψυχική δυσφορία είναι όταν η αναγνώριση παύει να αποτελεί μια ευχάριστη εμπειρία και μετατρέπεται στη βασική προϋπόθεση για να αισθανθούμε ότι αξίζουμε.
Τότε η εσωτερική ερώτηση αλλάζει. Δεν είναι πλέον «Χάρηκα που αναγνωρίστηκε η προσπάθειά μου», αλλά «Αν δεν ξεχωρίζω, ποιος είμαι;».
Η διαφορά μοιάζει μικρή, όμως ψυχολογικά είναι τεράστια.
Όταν η προσωπική αξία συνδέεται με τη διάκριση, κάθε αξιολόγηση, κάθε σύγκριση και κάθε επιτυχία κάποιου άλλου αποκτούν υπερβολική συναισθηματική βαρύτητα. Ακόμη και όταν δεν υπάρχει ίχνος ζήλιας, μπορεί να εμφανιστεί μια βαθιά στεναχώρια. Πολλοί άνθρωποι περιγράφουν ότι χαίρονται ειλικρινά όταν κάποιος συνάδελφος ή φίλος πετυχαίνει. Αναγνωρίζουν την προσπάθειά του, θεωρούν ότι άξιζε την επιτυχία του και δεν επιθυμούν να του τη στερήσουν. Παρ' όλα αυτά, νιώθουν ένα βάρος μέσα τους.
Αυτή η εμπειρία συχνά παρερμηνεύεται ως φθόνος. Στην πραγματικότητα, όμως, μπορεί να πρόκειται για κάτι πολύ διαφορετικό.
THERAPY.PSYCHOLOGY - ΠΛΑΤΦΟΡΜΑ ONLINE ΨΥΧΟΘΕΡΑΠΕΙΑΣ
Μια ολοκληρωμένη εμπειρία σύνδεσης Ειδικών Ψυχικής Υγείας και Θεραπευόμενων | Ξεκίνα εδώ το Θεραπευτικό ταξίδι σου με Δωρεάν 1η συνεδρία.
Η στεναχώρια δεν αφορά απαραίτητα τον άλλον. Αφορά αυτό που ενεργοποιείται μέσα μας. Η επιτυχία του άλλου λειτουργεί σαν ένας καθρέφτης που μας φέρνει αντιμέτωπους με μια βαθύτερη ανάγκη: την ανάγκη να αισθανθούμε κι εμείς σημαντικοί. Δεν πονάμε επειδή κάποιος άλλος τα κατάφερε. Πονάμε επειδή η δική μας ανάγκη για αναγνώριση παραμένει ανεκπλήρωτη.
Εδώ βρίσκεται μια από τις πιο ουσιαστικές διακρίσεις που συχνά παραβλέπονται. Άλλο η ζήλια και άλλο η θλίψη. Η θλίψη εκφράζει την αίσθηση ότι μας λείπει κάτι που θα θέλαμε κι εμείς να βιώσουμε. Πρόκειται για δύο διαφορετικές ψυχικές διεργασίες, οι οποίες απαιτούν και διαφορετική κατανόηση.
Από συστημική σκοπιά, η ανάγκη να ξεχωρίζουμε διαμορφώνεται μέσα στις σχέσεις και στα μηνύματα που λαμβάνουμε από το οικογενειακό μας περιβάλλον. Σε ορισμένες οικογένειες, το παιδί αισθάνεται ότι αναγνωρίζεται κυρίως όταν πετυχαίνει, όταν διακρίνεται ή όταν ανταποκρίνεται στις προσδοκίες των σημαντικών άλλων. Άλλες φορές, χωρίς να υπάρχει κακή πρόθεση, αναλαμβάνει τον ρόλο του «δυνατού», του «έξυπνου» ή εκείνου που «θα κάνει την οικογένεια περήφανη». Σταδιακά, η αγάπη και η αναγνώριση μπορεί να αρχίσουν να συνδέονται, ασυνείδητα, με την επίδοση.
Έτσι, στην ενήλικη ζωή, κάθε επιτυχία δεν αποτελεί απλώς μια επαγγελματική ή προσωπική κατάκτηση. Γίνεται ένας τρόπος επιβεβαίωσης της ίδιας της ύπαρξης. Και κάθε απουσία αναγνώρισης δεν βιώνεται απλώς ως μια απογοήτευση, αλλά ως μια αμφισβήτηση της προσωπικής αξίας.
Ίσως γι' αυτό πολλοί άνθρωποι, ακόμη και όταν έχουν αντικειμενικά πετύχει πολλά, δυσκολεύονται να νιώσουν πραγματικά ικανοποιημένοι. Η επιτυχία προσφέρει ανακούφιση, αλλά μόνο προσωρινά. Πολύ σύντομα εμφανίζεται ένας νέος στόχος, μια νέα σύγκριση, μια νέα ανάγκη να αποδείξουν ότι εξακολουθούν να αξίζουν.
PRO PSYCHOLOGY: Επαγγελματική Κοινότητα Ειδικών Ψυχικής Υγείας
Ένα Οικοσύστημα του PSYCHOLOGY.GR για Εποπτεία, Επαγγελματική Ανάπτυξη, Σύνδεση
Η κοινωνία μέσα στην οποία ζούμε ενισχύει ακόμη περισσότερο αυτή την εσωτερική διεργασία. Από πολύ νωρίς μαθαίνουμε να αξιολογούμε τον εαυτό μας μέσα από συγκρίσεις. Οι σχολικές επιδόσεις, οι επαγγελματικές διακρίσεις, οι κοινωνικές επιτυχίες, ακόμη και η εικόνα που προβάλλεται στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, συχνά μεταφέρουν το μήνυμα ότι η αξία συνδέεται με το να είσαι καλύτερος από κάποιον άλλον.
Σύμφωνα με τη θεωρία της κοινωνικής σύγκρισης του Festinger (1954), οι άνθρωποι έχουν μια φυσική τάση να αξιολογούν τις ικανότητες και την αξία τους συγκρίνοντάς τες με εκείνες των άλλων.
Η σύγκριση αυτή δεν είναι από μόνη της δυσλειτουργική. Μπορεί να λειτουργήσει ως πηγή έμπνευσης, εξέλιξης και κινητοποίησης. Ωστόσο, όταν μετατρέπεται στον βασικό τρόπο με τον οποίο ορίζουμε την προσωπική μας αξία, η ψυχική μας ισορροπία γίνεται εύθραυστη.
Δεν είναι τυχαίο ότι ακόμη και άνθρωποι με σημαντικές επιτυχίες συχνά εξακολουθούν να αισθάνονται ανεπαρκείς. Η επιτυχία προσφέρει μια προσωρινή ανακούφιση, η οποία όμως σύντομα υποχωρεί. Η αναγνώριση λειτουργεί σαν μια εξωτερική επιβεβαίωση που χρειάζεται συνεχώς ανανέωση. Έτσι δημιουργείται ένας φαύλος κύκλος, στον οποίο η προσωπική αξία εξαρτάται από διαρκείς αποδείξεις.
Στην πραγματικότητα, δεν είναι η φιλοδοξία που κουράζει τον άνθρωπο. Η φιλοδοξία μπορεί να αποτελεί μια υγιή δύναμη εξέλιξης, δημιουργικότητας και προσωπικής ανάπτυξης. Αυτό που εξαντλεί είναι η πεποίθηση ότι η αγάπη, η αποδοχή ή η αξία μας χρειάζεται να κερδίζονται ξανά και ξανά μέσα από την επίδοση. Όταν η επιτυχία μετατρέπεται σε προϋπόθεση για να αισθανθούμε αρκετοί, καμία επιτυχία δεν φαίνεται ποτέ αρκετή.
Σε αυτό το σημείο είναι σημαντικό να γίνει μια ακόμη διάκριση. Η επιθυμία να ξεχωρίζουμε δεν είναι απαραίτητα έκφραση ναρκισσισμού. Στην ψυχολογία, ο ναρκισσισμός συνδέεται με μια διογκωμένη εικόνα του εαυτού, ανάγκη θαυμασμού και δυσκολία αναγνώρισης των αναγκών των άλλων. Αντίθετα, πολλοί άνθρωποι που υποφέρουν επειδή δεν αισθάνονται αρκετά ξεχωριστοί χαρακτηρίζονται από υψηλή ενσυναίσθηση, αυτοκριτική και έντονη ευαισθησία απέναντι στις σχέσεις τους. Δεν θεωρούν τον εαυτό τους ανώτερο από τους άλλους. Συχνά συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο. Αναρωτιούνται διαρκώς αν είναι αρκετοί.
Η θεραπευτική εργασία δεν έχει ως στόχο να εξαφανίσει την ανάγκη για αναγνώριση. Μια τέτοια προσδοκία θα ήταν μάλλον μη ρεαλιστική. Ο άνθρωπος είναι από τη φύση του σχεσιακό ον. Έχει ανάγκη να τον βλέπουν, να τον αναγνωρίζουν και να αισθάνεται ότι η παρουσία του έχει σημασία. Το ζητούμενο δεν είναι να πάψουμε να επιθυμούμε την αναγνώριση, αλλά να πάψει να εξαρτάται αποκλειστικά από αυτήν η αίσθηση της προσωπικής μας αξίας.
Η ψυχοθεραπεία προσφέρει έναν χώρο όπου ο άνθρωπος μπορεί να διερευνήσει από πού προέρχεται αυτή η ανάγκη. Πότε ένιωσε για πρώτη φορά ότι έπρεπε να ξεχωρίσει; Ποιες εμπειρίες τον οδήγησαν να πιστεύει ότι η αξία του εξαρτάται από την επίδοσή του; Ποιες οικογενειακές προσδοκίες ή σχέσεις συνέβαλαν στη διαμόρφωση αυτής της πεποίθησης; Η κατανόηση αυτών των βιωμάτων δεν αποσκοπεί στην αναζήτηση ευθυνών, αλλά στην κατανόηση του τρόπου με τον οποίο χτίστηκε η εικόνα του εαυτού.
Μέσα από αυτή τη διαδικασία, ο άνθρωπος αρχίζει σταδιακά να διαχωρίζει δύο έννοιες που μέχρι τότε μπορεί να ήταν συγχωνευμένες: την αξία του ως προσώπου και την επίδοσή του. Μπορεί να συνεχίσει να επιδιώκει την εξέλιξη, να χαίρεται όταν διακρίνεται και να εργάζεται με αφοσίωση για τους στόχους του. Η διαφορά είναι ότι η επιτυχία παύει να αποτελεί το μοναδικό μέτρο της ύπαρξής του.
Ίσως, τελικά, η πιο ουσιαστική ερώτηση δεν είναι αν θέλουμε να ξεχωρίζουμε. Είναι απολύτως ανθρώπινο να θέλουμε να αισθανόμαστε ότι η ζωή μας έχει νόημα, ότι η παρουσία μας επηρεάζει τους άλλους και ότι η προσφορά μας αναγνωρίζεται. Η πιο σημαντική ερώτηση είναι τι πιστεύουμε για τον εαυτό μας όταν αυτό δεν συμβαίνει.
Αν η απάντηση είναι «τότε δεν αξίζω», τότε πιθανότατα δεν αναζητούμε απλώς την αναγνώριση. Αναζητούμε την επιβεβαίωση της ίδιας μας της αξίας.
Και ίσως εκεί να βρίσκεται η βαθύτερη θεραπευτική πρόκληση. Όχι να πάψουμε να χαιρόμαστε όταν αναγνωρίζεται η προσπάθειά μας, ούτε να εγκαταλείψουμε τις φιλοδοξίες μας. Αλλά να καλλιεργήσουμε σταδιακά μια πιο σταθερή αίσθηση εσωτερικής αξίας, η οποία δεν θα καταρρέει κάθε φορά που κάποιος άλλος θα διακρίνεται περισσότερο από εμάς.
Η αληθινή αυτοεκτίμηση δεν γεννιέται όταν αποδεικνύουμε συνεχώς ότι είμαστε ξεχωριστοί. Γεννιέται όταν μπορούμε να παραμένουμε σε επαφή με την αξία μας ακόμη και τις στιγμές που δεν είμαστε οι καλύτεροι, οι πιο αναγνωρισμένοι ή οι πιο επιτυχημένοι. Τότε η αναγνώριση παύει να αποτελεί όρο επιβίωσης και μετατρέπεται σε αυτό που πραγματικά είναι: μια πολύτιμη, αλλά όχι απαραίτητη, επιβεβαίωση μιας αξίας που έχει ήδη αρχίσει να εδραιώνεται μέσα μας.
Βιβλιογραφία
Festinger, L. (1954). A theory of social comparison processes. Human Relations, 7(2), 117–140.
Kohut, H. (1977). The restoration of the self. International Universities Press.
Neff, K. D. (2011). Self-compassion: The proven power of being kind to yourself. William Morrow.
Rogers, C. R. (1961). On becoming a person: A therapist's view of psychotherapy. Houghton Mifflin.
THERAPY.PSYCHOLOGY - ΠΛΑΤΦΟΡΜΑ ONLINE ΨΥΧΟΘΕΡΑΠΕΙΑΣ
Μια ολοκληρωμένη εμπειρία σύνδεσης Ειδικών Ψυχικής Υγείας και Θεραπευόμενων | Ξεκίνα εδώ το Θεραπευτικό ταξίδι σου με Δωρεάν 1η συνεδρία.