Εφηβεία είναι η περίοδος της ζωής που ξεκινά από το τέλος της παιδική ηλικίας και τελειώνει στο σημείο όπου ένα άτομο αποκτά έναν ανεξάρτητο ρόλο στην κοινωνία (Diamond, Savin-Williams,Lerner & Steinberg, 2009).

Θεωρείται ως μία ευαίσθητη και μεταβατική περίοδος ανάπτυξης όπου υπάρχουν πολλές αλλαγές ταυτόχρονα, συμπεριλαμβανομένης της σωματικής ωρίμανσης, της ώθησης για ανεξαρτησία, αυξημένη σημασία στις αλληλεπιδράσεις με τους συνομήλικους αλλά και σημαντικές αλλαγές στην ανάπτυξη του εγκεφάλου (Casey, Getz & Galvan, 2008)

Σύμφωνα  με τους  Cron  και  Dahl  (2012) η εφηβική ηλικία είναι μια εποχή ψυχικής και συναισθηματικής ανάπτυξης του παιδιού σε έναν ανεξάρτητο και υπεύθυνο ενήλικα.

Οι σημαντικότερες αναπτυξιακές αλλαγές που λαμβάνουν χώρα κατά τη διάρκεια της εφηβείας σχετίζονται με την καθιέρωση και καλλιέργεια διαπροσωπικών σχέσεων, την ανάπτυξη της ταυτότητας, των μελλοντικών προοπτικών, της αυτοπεποίθησης, του αυτοελέγχου και των κοινωνικών δεξιοτήτων.

Επίσης, αυτή η αναπτυξιακή περίοδος χαρακτηρίζεται από μία ροπή σε επικίνδυνες συμπεριφορές, συμπεριλαμβανομένου του πειραματισμού με τα ναρκωτικά και το αλκοόλ, την εγκληματική δραστηριότητα και το απροστάτευτο σεξ.

Τα τελευταία χρόνια έχουν έρθει στο φως πολλά στοιχεία τα οποία παρέχουν σημαντικές πληροφορίες για την κατανόηση  της συμπεριφοράς των εφήβων. Η κατανόηση του τρόπου με τον οποίο ο εγκέφαλος αλλάζει κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου σε σχέση με την παιδική ηλικία και την ενηλικίωση και πώς αυτές οι αλλαγές ποικίλλουν μεταξύ των ατόμων είναι καίριας σημασίας.

Η ανάπτυξη του εγκεφάλου

Σύμφωνα με πρόσφατες μελέτες, οι αλλαγές που συμβαίνουν στον εγκέφαλο κατά την εφηβεία, αντανακλούν τις αναπτυξιακές αλλαγές του εγκεφάλου. Ο εγκέφαλος αναπτύσσεται πλήρως σχετικά σύντομα μετά τη γέννηση, με την έννοια ότι ο εγκεφαλικός φλοιός σύντομα φτάνει στον μέγιστο όγκο του.  Ωστόσο μελέτες απεικόνισης υποδεικνύουν ότι σημαντικές διαδικασίες ωρίμανσης εξακολουθούν να συμβαίνουν και κατά τη διάρκεια της εφηβικής ηλικίας (Lenroot & Giedd, 2006).

Η ανάπτυξη του εγκεφάλου των εφήβων χαρακτηρίζεται από μία ανισορροπία στην ανάπτυξη του προμετωπιαίου φλοιού και περιοχών του μεταιχμιακού συστήματος. 

Ο προμετωπαίος φλοιός αποτελεί την περιοχή του εγκεφάλου η οποία ευθύνεται για γνωστικές λειτουργίες  υψηλού επιπέδου όπως ο έλεγχος συμπεριφοράς,  ο σχεδιασμός και λήψη αποφάσεων καθώς και  η εκτίμηση  των αποτελεσμάτων στο μέλλον. Σύμφωνα με μελέτες οι περιοχές αυτές αναπτύσσονται τελευταίες! Από την άλλη  το μεταιχμιακό σύστημα και πιο συγκεκριμένα η αμυγδαλή (περιοχή του μεταιχμιακού συστήματος σε σχήμα αμυγδάλου) η οποία σχετίζεται με τον έλεγχο  συναισθημάτων και συμπεριφοράς, τους σκοπούς ενός ατόμου και παίζει σημαντικό ρόλο στη μνήμη και τη μάθηση, αναπτύσσεται και ωριμάζει πολύ πιο γρήγορα (Casey, Jones &  Somerville, 2011)

Σύμφωνα με πρόσφατες μελέτες η ανισορροπία αυτή ενδέχεται να αποτελεί το νευρικό υπόστρωμα για το τυπικό συναισθηματικό ξεσπάσματα της εφηβείας και μπορεί να προάγει τη ριψοκίνδυνη συμπεριφορά που συχνά παρατηρείται σε τέτοιες ηλικίες (Konrad, Firk & Uhlhaas, 2013).

Μία συμπεριφορά χαρακτηρίζεται ως ριψοκίνδυνη όταν είναι ικανή να προκαλέσει ικανοποίηση και ευχαρίστηση από μόνη της, ενώ παράλληλα δύναται να προκαλέσει και αρνητικές συνέπειες που πολλές φορές ο έφηβος δεν μπορεί να υπολογίσει εκ των προτέρων, όπως ζητήματα υγείας ή εμπλοκή με το νόμο (Vermeersch, T’Sjoen, Kaufman & Vicke, 2008). Σύμφωνα λοιπόν με τον παραπάνω ορισμό, η ριψοκίνδυνη συμπεριφορά περιλαμβάνει συμπεριφορές όπως το κάπνισμα, την κατανάλωση αλκοόλ, την χρήση και την κατάχρηση παράνομων ουσιών, την μη ασφαλή σεξουαλική επαφή, αλλά και άλλες παραβατικές συμπεριφορές, επιθετικότητα και βανδαλισμούς (Galvan et al., 2007).

 Αντιλαμβανόμαστε λοιπόν ότι υπάρχουν δυο συστήματα που είναι σε ανισορροπία ως προς την ανάπτυξη τους. Πιο συγκεκριμένα, ο προμετωπιαίος λοβός- υπεύθυνος για κριτική λογική σκέψη, ο οποίος ωριμάζει αργά στην εφηβεία και αναπτύσσεται πλήρως κατά την ενηλικίωση και  το σύστημα συναισθηματικής δράσης (αμυγδαλής) το οποίο έχει αναπτυχθεί πλήρως κατά την εφηβεία.  Αυτό έχει ως αποτέλεσμα το συναίσθημα και η συγκίνηση να κυριαρχούν εις βάρος της κριτικής σκέψης και των λογικών αποφάσεων, χωρίς φυσικά αυτό να αποτελεί κανόνα.

Άλλα ευρήματα ερευνών αποδεικνύουν ότι το ραβδωτό σώμα είναι πλήρως ανεπτυγμένο κατά την εφηβεία γεγονός που καθιστά τους έφηβους νευροβιολογικά ευαίσθητους στην αντίληψη ανταμοιβής, όταν όμως αυτή είναι άμεση και όχι μακροπρόθεσμη. Για παράδειγμα, μελέτες με χρήση μαγνητικής τομογραφίας έδειξαν ότι οι έφηβοι παρουσίασαν αυξημένη εγκεφαλική δραστηριότητα σε προσφορά αμοιβής συγκριτικά με παιδιά και ενήλικες (Galvan et al., 2006). Tέλος, πιο πρόσφατες μελέτες έδειξαν ότι η φαία ουσία ωριμάζει από πίσω προς εμπρός στον εγκέφαλο, η μέγιστη πυκνότητα της δηλαδή επιτυγχάνεται πρώτα στον κύριο αισθητηριακό φλοιό και  τελευταία σε περιοχές τους προμετωπιαίου φλοιού (Casey & Jones, 2010).

Νευροπλαστικότητα 

Η νευροπλαστικότητα περιγράφει την ικανότητα του νευρικού συστήματος να προσαρμόζει τη δομή και τη λειτουργία προκειμένου να ανταποκριθεί στις περιβαλλοντικές απαιτήσεις, τις εμπειρίες και τις φυσιολογικές αλλαγές (Pascual-Leone, Amedi, Fregni, & Merabet, 2005).

Η πλαστικότητα αυτή κατά τη διάρκεια ευαίσθητων περιόδων, όπως αυτής της εφηβείας, ορίζεται ως «πλαστικότα αναμενόμενη από την εμπειρία» – ένας  οργανισμός δηλαδή «αναμένει» να εκτεθεί σε ένα συγκεκριμένο ερέθισμα κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου (Greenough Black & Wallace, 2002). Πιο συγκεκριμένα, η εφηβική νευροπλαστικότητα διαφέρει από την νευροπλαστικότητα που συμβαίνει κατά τη παιδική ηλικία, επειδή, σε αντίθεση με τα μωρά και τα μικρά παιδιά, οι έφηβοι είναι πιο πιθανό αλλά και ικανοί να επιλέξουν ενεργά τα περιβαλλοντικά ερεθίσματα που βιώνουν (Fuhrmann, Knoll & Blakemore, 2015). Γενικά, κατά την παιδική ηλικία, το περιβάλλον είναι πιο δομημένο από τους γονείς ή τους φροντιστές, ενώ οι έφηβοι έχουν μεγαλύτερη αυτονομία για να επιλέξουν τι να βιώσουν και με ποιον.

Ο ρόλος του περιβάλλοντος

Λαμβάνοντας υπόψη όλα τα παραπάνω,  αντιλαμβανόμαστε οι έφηβοι ως ομάδα είναι πιο επιρρεπείς σε ριψοκίνδυνες συμπεριφορές βάζοντάς σε κίνδυνο τον εαυτό τους για αρνητικά αποτελέσματα. Παρ’ όλα αυτά, το γεγονός αυτό δεν αποτελεί κανόνα καθώς σημαντικό ρόλο έχει το περιβάλλον (Gardner & Steinberg, 2005).

Η ανάληψη κινδύνου μπορεί να γίνει αρκετά ελεγχόμενα. Πιο συγκεκριμένα, αντί να προσπαθήσουμε να εξαλείψουμε την εφηβική  ριψοκίνδυνη συμπεριφορά που είναι πολύ δύσκολο να επιτευχθεί μέχρι σήμερα, πιο εποικοδομητική στρατηγική θα ήταν η παροχή πρόσβασης σε επικίνδυνες και συναρπαστικές δραστηριότητες (π.χ. συμμετοχή σε ομάδες αναρρίχησης) υπό ελεγχόμενες συνθήκες έτσι ώστε να περιοριστούν οι επιβλαβείς ευκαιρίες για ανάληψη κινδύνου.

Ο εφηβικός εγκέφαλος αποτελεί μια αντανάκλαση εμπειριών, έτσι με ασφαλείς ευκαιρίες ανάληψης κινδύνου, ο έφηβος μπορεί να διαμορφώσει τη μακροπρόθεσμη συμπεριφορά του ρυθμίζοντας με ακρίβεια τις συνδέσεις μεταξύ των περιοχών ελέγχου με ωριμότητα (Steinberg, 2008).

Τέλος, ευρήματα ερευνών υπογραμμίζουν τη σημασία του να λαμβάνονται υπόψη οι ατομικές διαφορές κατά την εξέταση των σύνθετων σχέσεων εγκεφάλου-συμπεριφοράς που σχετίζονται με την ανάληψη κινδύνου και την παρορμητικότητα σε πληθυσμούς που είναι σε κρίσιμες  περιόδους ανάπτυξης. Επιπλέον, αυτές οι ατομικές και αναπτυξιακές διαφορές μπορεί να βοηθήσουν στην κατανόηση της ευπάθειας των νέων που εμπλέκονται με τη χρήση ουσιών και, τελικά, με τον εθισμό  (Casey &Jones, 2010).

Κλείνοντας, είναι σημαντικό να θυμόμαστε ότι ο εφηβικός εγκέφαλος διέρχεται μια νέα φάση νευροπλαστικότητας στην οποία οι περιβαλλοντικοί παράγοντες μπορούν να έχουν σημαντικές και μόνιμες επιπτώσεις στο φλοιώδες κύκλωμα. 


Βιβλιογραφία 

1. Casey, B. J., & Jones, R. M. (2010). Neurobiology of the adolescent brain and behavior: implications for substance use disorders. Journal of the American Academy of Child & Adolescent Psychiatry, 49(12), 1189-1201.
2. Casey, B. J., Getz, S., & Galvan, A. (2008). The adolescent brain. Developmental review, 28(1), 62-77. 
3. Casey, B. J., Jones, R. M., & Somerville, L. H. (2011). Braking and accelerating of the adolescent brain. Journal of Research on Adolescence, 21(1), 21-33.
4. Crone, E. A., & Dahl, R. E. (2012). Understanding adolescence as a period of social–affective engagement and goal flexibility. Nature reviews neuroscience, 13(9), 636-650.
5. Diamond, L. M., Savin-Williams, R. C., Lerner, R. M., & Steinberg, L. (2009). Handbook of adolescentpsychology. Handbook of AdolescentPsychology, 479-523.
6. Fuhrmann, D., Knoll, L. J., & Blakemore, S. J. (2015). Adolescence as a sensitive period of brain development. Trends in cognitive sciences, 19(10), 558-566. 
7. Galvan, A., Hare, T. A., Parra, C. E., Penn, J., Voss, H., Glover, G., & Casey, B. J. (2006). Earlier development of the accumbens relative to orbitofrontal cortex might underlie risk-taking behavior in adolescents. Journal of Neuroscience, 26(25), 6885-6892. 
8.Galvan, A., Hare, T., Voss, H., Glover, G., & Casey, B. J. (2007). Risk‐taking and the adolescent brain: Who is at risk?. Developmental science, 10(2), F8-F14.
9. Gardner, M., & Steinberg, L. (2005). Peer influence on risk taking, risk preference, and risky decision making in adolescence and adulthood: an experimental study. Developmental psychology, 41(4), 625.
10. Greenough, W. T., Black, J. E., & Wallace, C. S. (2002). Experience and brain development. In M. H. Johnson, Y. Munakata, & R. O. Gilmore (Eds.), Brain development and cognition: A reader (pp. 186–216). Blackwell Publishing.
11.Konrad, K., Firk, C., & Uhlhaas, P. J. (2013). Brain development during adolescence: neuroscientific insights into this developmental period. Deutsches  Ärzteblatt  International, 110(25), 425.
12. Lenroot, R. K., & Giedd, J. N. (2006). Brain development in children and adolescents: insights from anatomical magnetic resonance imaging. Neuroscience & biobehavioral reviews, 30(6), 718-729.
13. Pascual-Leone, A., Amedi, A., Fregni, F., & Merabet, L. B. (2005). The plastic human brain cortex. Annu. Rev. Neurosci., 28, 377-401. 
14. Steinberg, L. (2008). A social neuroscience perspective on adolescent risk-taking. Developmental review, 28(1), 78-106. 
15. Vermeersch, H., T'sjoen, G., Kaufman, J. M., & Vincke, J. (2008). The role of testosterone in aggressive and non-aggressive risk-taking in adolescent boys. Hormones and behavior, 53(3), 463-471.

 

 

Συγγραφή - Επιμέλεια Άρθρου

Μαρία Σταυρουλάκη

stavroulaki mariaΨυχολόγος - ΒSc(Hons) Nottingham Trent University, ΜSc με ειδίκευση στη Νευροψυχολογία, Maastricht University. Εκπαιδευόμενη στη Γνωσιακή Συμπεριφορική θεραπεία EICP και διδάσκουσα στο τμήμα Ψυχολογίας κολλεγίου.