17 Σεπτεμβρίου 2013. Και να με στα τριάντα πέντε. Δεν ξέρω αν με πιάνουν μόνο εμένα τα υπαρξιακά μου κάθε φορά που προστίθεται ένα ακόμα έτος στην ηλικία μου, αλλά σίγουρα ποτέ δεν κατάλαβα γιατί πρέπει να χαιρόμαστε και να γιορτάζουμε μια τέτοια μέρα, που ουσιαστικά ενισχύει την αντίστροφη μέτρηση που ξεκινά με τη γέννησή μας και μας φέρνει έναν χρόνο πιο κοντά στο τέλος.

Δεσποινίς ετών τριάντα πέντε.

Ʃε πέντε χρόνια θα κλείσω τα σαράντα. Πριν από πέντε χρόνια ήμουν τριάντα.

Ηλικίες Αριθμοί.

Οι οποίοι όμως αριθμοί έχουν αρχίσει να συνοδεύονται με σημάδια που αποδεικνύουν πως τα χρόνια φεύγουν. Ʃημάδια φυσικής φθοράς αλλά και αγέραστων κοινωνικών ταμπού.
Τριάντα πέντε και «ανύπαντρη». Κάποιοι με λυπούνται. Eγώ νιώθω ασφάλεια.

Τριάντα πέντε και «xωρίς παιδιά». Κάποιοι αναρωτιούνται πότε θα γίνω μάνα.

Εγώ πάλι αναρωτιέμαι αν θα θελήσω ποτέ να κάνω παιδιά.

Τριάντα πέντε και «ανώριμη». Δεν θέλω όμως να ωριμάσω, γιατί το ώριμο φρούτο πέφτει από το δέντρο και μετά σαπίζει, και δεν θέλω να σαπίσω. Δεν είναι αυτή η ζωή που ονειρεύομαι για μένα.

Τριάντα πέντε, και για τους περισσότερους «έχω μείνει πίσω», έχω «χάσει το τρένο», για άλλους δεν είμαι «φυσιολογική», για λίγους με «ενδιαφέρει μόνο η καριέρα μου».

Kαι αυτά τα ταμπού είναι τόσο μα τόσο ζωντανά, έχουν πλέον ενσωματωθεί ως φυσιολογικά στερεότυπα σε μια κοινωνία που, είτε ευθέως είτε στο πλαίσιο του «σούσουρου», σχεδόν ασκεί εκφοβισμό σε οποιαδήποτε γυναίκα βιώνει από επιλογή ή από συνθήκες κάτι άλλο πέρα από αυτό που θεωρείται ως η διαχρονική «ολοκλήρωση» της γυναίκας: γάμος και παιδιά.

Και ξέρεις, ε, αυτά τα ταμπού είναι παντού και εξαπλώνονται σαν επικίνδυνος μεταδοτικός ιός, από τις διαφημίσεις της τηλεόρασης και τους πρωταγωνιστικούς ρόλους ταινιών μέχρι και τις ευχές φίλων και συγγενών σε βαφτίσια, μαιευτήρια, γάμους, χριστουγεννιάτικα ρεβεγιόν και πασχαλινά τραπέζια. Kλασικές, επαναλαμβανόμενες ατάκες, σαν φθηνό σουξεδάκι που ξεστομίζουν γυναίκες και άνδρες όλων των ηλικιών.

«Εσύ πότε θα παντρευτείς;»
«Άντε και μ’ ένα καλό παιδί...»
«Και στα δικά σου!»
«Κοίτα να βρεις ένα καλό παιδί να κάνεις οικογένεια...»

Τα έχω ακούσει ουκ ολίγες φορές στη ζωή μου.

Ειδικά τώρα τελευταία νιώθω λες και η συχνότητά τους αυξάνεται όσο αυξάνονται και τα δικά μου χρόνια, και γνωρίζω καλά πως, πίσω από τον μανδύα της αθώας και καλόπιστης ευχής, κρύβονται οι πιο τοξικές σπόντες τύπου:

«Είσαι γεροντοκόρη», «αποτυχημένη», «προβληματική».

Και, αναρωτιέμαι, γιατί να είμαι όλα αυτά και να μην είμαι απλώς αθεράπευτα ρομαντική; Φοβισμένη; Πληγωμένη; Διστακτική; Γιατί να μην έχω το δικαίωμα να είμαι μια γυναίκα που αποφάσισε να αφιερώσει λίγο περισσότερο χρόνο στην επαγγελματική της ανέλιξη ή κάποια που όρισε αλλιώς τις ανάγκες και τις επιθυμίες της;

Δεν ξέρω τι άλλαξε. Δεν ξέρω τι έγινε ή τι δεν έγινε και σήμερα δεν είμαι παντρεμένη.

Αν μου το έλεγες όταν ήμουν μικρή, ότι στα τριάντα πέντε δεν θα είχα ανεβεί τα σκαλιά της εκκλησίας, ίσως και να μη μου άρεσε καθόλου σαν ιδέα.

Γιατί, ναι, ακόμα κι εγώ που προτιμούσα να σκίζω γόνατα παίζοντας με τα αγόρια, που έκοβα «αγορίστικα» τα μαλλιά στη Βibi­bo και αποκεφάλιζα κούκλες, ονειρευόμουν, παραδόξως, τη μέρα του γάμου μου.

Θα παντρευόμουν, λέει, από σφοδρό, κεραυνοβόλο έρωτα, με έναν όμορφο άνδρα που θα με αγαπούσε για πάντα και θα μου ήταν πιστός.

Ʃε στιγμές ονειροπόλησης αναρωτιόμουν πού να είναι και τι να κάνει ο άνδρας αυτός, πότε θα τον γνωρίσω, πού, πώς και σε πόσα χρόνια.

Ήθελα να γίνει νωρίς. Ʃχεδόν βιαζόμουν, γιατί είχα άρρηκτα συνδέσει την ευτυχία και την ολοκλήρωσή μου μαζί του.

Θυμάσαι το παιχνίδι που παίζαμε μικρές, με το αυτοσχέδιο χαρτάκι, στο οποίο έγραφες το όνομα αυτού που σου αρέσει, την ηλικία που θα ήθελες να παντρευτείς, τη χώρα όπου θα ήθελες να ζήσεις και τον αριθμό των παιδιών που θα ήθελες να κάνεις, και μετά έπαιζες αυτό το χάρτινο κατασκεύασμα στα δάχτυλα κάνοντας πιθανούς συνδυασμούς για το ποιο θα είναι το μέλλον σου;

Ε, λοιπόν, το έπαιζα αυτό το παιχνίδι.

Κάθε φορά που μου άρεσε κάποιος, έπαιζα κάθε λογής παιχνίδι της εποχής με σκοπό να μου αποκαλύψει η μοίρα αν θα είναι αυτός ο άντρας που θα παντρευτώ. Ʃαν να είχα μέσα μου μια αδικαιολόγητη αγωνία ότι ίσως και να μην μπορέσω ποτέ να τον βρω.

Επιπλέον διάβαζα και περιοδικά γάμου. Και έκοβα μάλιστα τις σελίδες με τα πιο ωραία νυφικά, ώστε όταν θα ερχόταν η ώρα, να έφτιαχνα το πιο όμορφο φόρεμα στον κόσμο. Η μαμά μου γελούσε και μου έλεγε ότι θα μεγαλώσω και θα αλλάξω γούστο άπειρες φορές.

Τον χειμώνα, όταν έβαζε η μητέρα μου τις κουρτίνες στα παράθυρα, εγώ πήγαινα κάτω από αυτές και περπατούσα αργά, αφήνοντας το ύφασμά τους να μου χαιδεύει το κεφάλι μέχρι σιγά σιγά αυτό να αποκαλυφθεί, κάνοντας την κουρτίνα να φαίνεται σαν πέπλο. Και κοιταζόμουν με τις ώρες στον τεράστιο καθρέφτη που στόλιζε τον τοίχο του σαλονιού. Ήθελα το νυφικό μου να έχει τεράστιο πέπλο, να περπατάω και αυτό να σέρνεται...

Ακριβώς όπως το νυφικό της μαμάς. Μια μέρα το είχε κατεβάσει από το πατάρι και της είχα ζητήσει να το δοκιμάσω. Ήταν πολύ πιο λευκό απ’ ό,τι φαινόταν στις φωτογραφίες. Το είχα φορέσει, ίσα που μου έμπαινε, και κουνούσα το χυτό φουστάνι πέρα δώθε γιατί μου άρεσε να βλέπω τις αέρινες κινήσεις του. Είχα βγάλει και φωτογραφίες, θυμάμαι. Αγουροξυπνημένη, με αχτένιστα, μακριά ξανθά μαλλιά μέχρι τη μέση και άβαφτη. Και θυμάμαι να λέω πως στον γάμο μου θα φοράω χαμηλά παπούτσια για να χορεύω όλο το βράδυ.

Ήθελα να παντρευτώ Δεκέμβριο, κοντά στα Χριστούγεννα, για να έχει κρύο και όλα να είναι γιορτινά, και ονειρευόμουν όλα αυτά να γίνουν στον Ιερό Ναό του Αγίου Νικολάου στον Πειραιά, που είχε πολλά σκαλιά προκειμένου να τα ανεβώ σιγά σιγά με το υπέροχο νυφικό μου.

Μετά άλλαξα γνώμη και ήθελα να παντρευτώ καλοκαίρι, κάπου κοντά στη θάλασσα.

Κάθε Κυριακή, ειδικά την άνοιξη που μαζί με τα λουλούδια φούντωναν και οι γάμοι, έπαιρνα τα κιάλια και χάζευα τους γάμους που γίνονταν απέναντι από το σπίτι μου, στην Αγία Αικατερίνη της Καστέλλας.

Είχα απίθανη θέα, και με το που έβλεπα να μαζεύεται κόσμος στο προαύλιο της εκκλησίας, καταλαβαίνοντας πως θα γίνει γάμος, στηνόμουν στο μπαλκόνι και ανυπομονούσα να φτάσει η νύφη. Έβλεπα το νυφικό και μετά περίμενα να τελειώσει το μυστήριο για να κάνω χάζι.

Έχω ζήσει και την «αγωνία της νύφης» στον γάμο της πρώτης μου ξαδέρφης, που ήμουν παρανυφάκι. Παντρευόταν Ʃάββατο, και εγώ, Παρασκευή βράδυ, μετά το σχολείο, ανέβασα σαράντα πυρετό. Έκανα ό,τι μου έλεγαν οι μεγάλοι για να μη λείψω από τον γάμο, μέχρι και τσάι με ουίσκι ήπια, συμβουλή του παππού μου, για να μαλακώσει ο λαιμός.

Τελικά πήγα στην εκκλησία βράζοντας από τον πυρετό, αλλά τουλάχιστον... το είχα «ζήσει». Φορούσα φόρεμα μικρογραφία του νυφικού, ανέβηκα τα σκαλιά του Αγίου Νικολάου σαν ρομπότ μην τυχόν και κουνηθώ και χαλάσει η μπούκλα, ενώ καμάρωνα όταν μου έλεγαν ότι είμαι μια κούκλα.

Ήμουν οκτώ χρονών και είχα όνειρο να μεγαλώσω για να παντρευτώ.

Και μεγάλωσα. Και δεν το έκανα. Τουλάχιστον όχι ακόμα.

Μια φορά που έφτασα κοντά, το έβαλα στα πόδια.

Δεν αντέχω τα λάθη. Γι’ αυτό συχνά δεν τολμώ να κάνω και πράξεις. Δεν αντέχω τον πόνο, δεν αντέχω να χάνω. Όχι τη μάχη, αλλά τους ανθρώπους.

Γι’ αυτό προτιμώ να μην τους ζω καθόλου.

Δεν ξέρω τι έγινε... Ή τι δεν έγινε. Τι άλλαξε σε μένα ή αν άλλαξε κάτι στους άλλους, πάντως είναι άδικο.

Είναι άδικο μια γυναίκα νέα, μόνη, να είναι δαχτυλοδεικτούμενη και να πρέπει να λογοδοτεί για τις πράξεις της, να δικαιολογεί τις αποφάσεις της και να εξηγεί γιατί δεν έχει «φτιάξει» τη ζωή της, λες και μέχρι τώρα η ζωή της ήταν «χαλασμένη».

Μια γυναίκα είναι μόνη γιατί έτσι θέλει.

Ή και όχι.

Μια γυναικα είναι μόνη γιατί έτσι μπορεί.

Ή και όχι.

Μια μόνη γυναίκα στις μέρες μας δεν είναι παρά μόνο μια γυναίκα που έχει κάνει τα πάντα από επιλογή.

Ή και όχι…

Το παρόν άρθρο αποτελεί αδειοδοτημένο απόσπασμα από το βιβλίο της Ελεωνόρας Μελέτη Γυναίκα ψάχνει που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Διόπτρα

Συγγραφή - Επιμέλεια Άρθρου

Νίκος Μεταξάς

e psy logo twitter2Επιμέλεια & μετάφραση άρθρων, Τμήμα Σύνταξης Πύλης Ψυχολογίας psychology.gr
Επικοινωνία: editorial @psychology.gr