Ο Αμερικανικός Ψυχιατρικός Σύλλογος αποκαλεί σήμερα διαταραχή μετατροπής μια κατάσταση που για χρόνια ήταν γνωστή ως υστερία ή υστερική μετατροπή.

Διαγνωστικά κριτήρια Διαταραχής Μετατροπής

Σύμφωνα με το DSM-IV-TR (APA, 2000), προκειμένου να δοθεί η διάγνωση της διαταραχής μετατροπής, θα πρέπει να πληρούνται τα ακόλουθα κριτήρια:

Ένα ή περισσότερα συμπτώματα ή ελλείμματα που επηρεάζουν την εκούσια κινητική ή αισθητηριακή λειτουργία και υποδηλώνουν την ύπαρξη νευρολογικής ή άλλης γενικής σωματικής κατάστασης.

Κρίνεται ότι με το σύμπτωμα ή το έλλειμμα συνδέονται ψυχολογικοί παράγοντες επειδή προηγούνται συγκρούσεις ή άλλοι στρεσογόνοι παράγοντες πριν από τηνέναρξη ή την όξυνση του συμπτώματος ή του ελλείμματος.

Το σύμπτωμα ή το έλλειμμα δεν μπορεί να ερμηνευθεί πλήρως, μετά την κατάλληλη διερεύνηση, από μια γνωστή γενική σωματική κατάσταση ή από τις άμεσες δράσεις μιας ουσίας ή ως πολιτισμικά παγιωμένη συμπεριφορά ή εμπειρία -το παραπάνω αποκλείει κάποιες από τις σωματόμορφες εκδηλώσεις άλλων ψυχολογικών διαταραχών, όπως η κατάθλιψη.

Οι άνθρωποι με διαταραχή μετατροπής εμφανίζουν συχνά εντυπωσιακά νευρολογικά συμπτώματα, όπως αδυναμία, έλλειψη συντονισμού, τρέμουλο, παράλυση, διαταραχές στην αισθητηριακή λειτουργία ή απώλεια μνήμης, χωρίς να υπάρχει κάποια παθολογία που θα μπορούσε να ευθύνεται γι' αυτά.

Λιγότερο σύνηθη συμπτώματα είναι οι σωματοαισθητικές διαταραχές και οι αλλαγές στο δέρμα. Πολλοί άνθρωποι με διαταραχή μετατροπής μοιάζουν να μην ενδιαφέρονται για τα συμπτώματά τους - χαρακτηριστικό που ορισμένες φορές αποκαλείται μακάρια αδιαφορία.

Στατιστικά στοιχεία για την υστερία

Ο Perkin (1989) εκτιμά ότι από διαταραχή μετατροπής πάσχει ποσοστό μεγαλύτερο του 4% των ασθενών που επισκέπτονται εξωτερικά νευρολογικά ιατρεία στο Ηνωμένο Βασίλειο. Οι Bendadis & Allen Hauser (2000) υπολόγισαν ότι 10% με 20% των ασθενών που παραπέμπονται για θεραπεία επιληψίας στις Ηνωμένες Πολιτείες έχουν αυτό που οι ίδιοι αποκαλούν «μη επιληπτικές ψυχογενείς κρίσεις». 

Η επικράτηση της διαταραχής μετατροπής στον γενικό πληθυσμό είναι πολύ πιο δύσκολο να εκτιμηθεί από ό,τι σε ειδικούς ιατρικούς πληθυσμούς.

Οι Faravelli και συνεργάτες (1997) πάντως αναφέρουν ποσοστό 0,3% σε ένα μικρό δείγμα 673 ατόμων. Η συγκεκριμένη κατάσταση εμφανίζεται συνήθως μαζί με άλλες διαταραχές.

Οι Crimlisk & Ron (1997) εκτιμούν ότι στο 50% και πλέον των ατόμων με διαταραχή μετατροπής θα μπορούσε να δοθεί επίσης η διάγνωση της κατάθλιψης και στο 16% και πλέον θα μπορούσε να δοθεί επίσης η διάγνωση του άγχους. Η πρόγνωση δεν είναι καλή. Οι Crimlisk και συνεργάτες (1998) παρακολούθησαν για 6 χρόνια 73 ανθρώπους με κινητικά συμπτώματα τα οποία δεν μπορούσαν να εξηγηθούν ιατρικά.

Εκείνη την περίοδο μόνο σε τρία άτομα δόθηκε κάποια διάγνωση και αυτό λόγω λανθασμένης αρχικής εκτίμησης. Στο 75% δόθηκε η διάγνωση της «ψυχιατρικής διαταραχής», ενώ το 45% διαγνώστηκε με διαταραχή προσωπικότητας. Στο 14% των ατόμων τα συμπτώματα παρέμειναν σταθερά, ενώ στο 38% επιδεινώθηκαν.

Προέλευση του όρου υστερία

Ο όρος «υστερία» έχει μακρά ιστορία. Προέρχεται από την αρχαία ελληνική λέξη υστέρα, που σημαίνει μήτρα. Χρησιμοποιήθηκε αρχικά για να περιγράψει μια κατάσταση όπου η μήτρα κυριολεκτικά περιπλανιόταν μέσα στο σώμα, προκαλώντας ποικίλα συμπτώματα, όπως αίσθημα πνιγμού, βηχά, εκρήξεις θυμού, παράλυση των άκρων, μπερδεμένο λόγο, ξαφνική αδυναμία ομιλίας, επίμονους εμετούς και αδυναμία πρόσληψης τροφής.

Η θεραπεία συνίστατο στην «ενθάρρυνση της μήτρας μέσω της άσκησης πίεσης σε διάφορες περιοχές του σώματός της ασθενούς ώστε να επιστρέψει στην αρχική της θέση».

Σοκ βομβαρδισμού

Η διαταραχή κατέλαβε εξέχουσα θέση, ειδικά κατά τη διάρκεια του Α' Παγκόσμιου Πολέμου, όταν πολλοί στρατιώτες που είχαν βρεθεί στα χαρακώματα εμφάνιζαν μια κατάσταση γνωστή ως σοκ βομβαρδισμού. Τα πιο χαρακτηριστικά συμπτώματα αυτής της κατάστασης ήταν τύφλωση, παράλυση, μυϊκοί σπασμοί, αφωνία, αναισθησια και πλήρης αμνησία.

Η αρχική εξηγήση που δόθηκε ήταν ότι τα συμπτώματα οφείλονται σε αιμορραγία του εγκεφάλου λόγω του ωστικού κύματος από την έκρηξη των οβίδων -εξ ου και ο όρος «σοκ βομβαρδισμού». Στη συνέχεια όμως οι ιατροί παρατήρησαν ότι οι περισσότεροι από τους στρατιώτες που ήταν σε αυτή την κατάσταση δεν είχαν βρεθεί κοντά σε βομβαρδισμούς.

Επιπλέον, δεν υπήρχαν ενδείξεις για αιμορραγία του εγκεφάλου στους στρατιώτες που πέθαναν και υποβλήθηκαν σε νεκροψία, Τέλος, η κατάσταση αυτή μπορούσε να εμφανιστεί ακόμη και σε νεοσύλλεκτους που δεν είχαν βρεθεί ποτέ στο πεδίο της μάχης.

Όλα αυτά οδήγησαν στο συμπέρασμα ότι η συγκεκριμένη κατάσταση συνδέεται περισσότερο με ψυχολογικούς παρά με σωματικούς παράγοντες.

Είναι ενδιαφέρον το γεγονός ότι τη διάγνωση και την πορεία του προβλήματος μετά τον εντοπισμό του φαίνεται να επηρεάζουν κοινωνικοί παράγοντες.

Οι αξιωματούχοι είχαν λιγότερες πιθανότητες να εμφανίσουν τέτοια προβλήματα συγκριτικά με τους στρατιώτες. Εάν όμως εκδήλωναν, ήταν πιο πιθανό να απομακρυνθούν από τα χαρακώματα και να υποβληθούν σε πολύ πιο μακροχόνια θεραπεία συγκριτικά με τους στρατιώτες, ακόμη και όταν τα συμπτώματά τους ήταν σχετικά ήπια.

Το παρόν άρθρο αποτελεί αδειοδοτημένο απόσπασμα από το βιβλίο Κλινική ψυχολογία και ψυχοθεραπεία που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πεδίο.

Συγγραφή - Επιμέλεια Άρθρου

Χρύσα Πράντζαλου

e psy logo twitter2Τμήμα Σύνταξης της Πύλης Ψυχολογίας Psychology.gr
Επιμέλεια και συγγραφή άρθρων, μετάφραση & απόδοση ξενόγλωσσων άρθρων.
Επικοινωνία: editorial @psychology.gr