Πρόσθεσε το Psychology.gr στις προτιμώμενες πηγές σου στη Google
Με αυτό τον τρόπο, θα βλέπεις περισσότερα νέα άρθρα ψυχολογίας και ψυχικής υγείας που δημοσιεύονται στο PSYCHOLOGY.GR
Κάθε φορά που μία ακόμη γυναίκα χάνει τη ζωή της, η δημόσια συζήτηση μοιάζει να ακολουθεί την ίδια διαδρομή. Τα δελτία ειδήσεων μεταδίδουν τις πρώτες πληροφορίες, τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης γεμίζουν με σχόλια και, μέσα σε λίγες ώρες, όλοι αναζητούν μια εξήγηση.
Ίσως αυτή η ανάγκη να είναι βαθιά ανθρώπινη. Μπροστά σε μια τόσο ακραία μορφή βίας, θέλουμε να καταλάβουμε τι συνέβη, τι προηγήθηκε, αν υπήρχε κάτι που θα μπορούσε να είχε γίνει διαφορετικά. Θέλουμε, με κάποιον τρόπο, να βάλουμε μια σειρά σε κάτι που μοιάζει αδιανόητο. Και κάπου εκεί γεννιούνται συνήθως και οι εύκολες απαντήσεις: «ήταν έγκλημα πάθους», «ζήλευε», «ήταν ψυχοπαθής», «γιατί δεν έφυγε;». Απαντήσεις που μας βοηθούν να αισθανθούμε ότι καταλάβαμε, χωρίς απαραίτητα να έχουμε καταλάβει.
Η γυναικοκτονία δεν αρχίζει τη στιγμή που αφαιρείται μια ζωή. Σε αρκετές περιπτώσεις, έχει αρχίσει πολύ νωρίτερα: σε λέξεις που παρουσιάστηκαν ως ενδιαφέρον, σε περιορισμούς που βαφτίστηκαν προστασία, σε απειλές που υποτιμήθηκαν ως θυμός της στιγμής, σε μια σχέση όπου η αγάπη άρχισε σταδιακά να συγχέεται με τον έλεγχο ή σε ένα «όχι» που δεν έγινε δεκτό.
Και εδώ βρίσκεται ένα από τα δυσκολότερα σημεία όταν προσπαθούμε να μιλήσουμε για τη γυναικοκτονία: δεν υπάρχει μία ιστορία που να μπορεί να αφηγηθεί όλες τις υπόλοιπες. Δεν υπάρχει μία αιτία, ένα συγκεκριμένο είδος δράστη ή μια αλληλουχία γεγονότων που προηγείται κάθε φορά.
Υπάρχουν γυναίκες που δολοφονήθηκαν από συντρόφους ή πρώην συντρόφους τους, αλλά υπάρχουν και γυναίκες που δολοφονήθηκαν από ανθρώπους με τους οποίους δεν είχαν καμία ερωτική σχέση. Υπάρχουν υποθέσεις στις οποίες είχαν προηγηθεί χρόνια κακοποίησης και άλλες στις οποίες το περιβάλλον του θύματος δεν γνώριζε ότι υπήρχε κίνδυνος. Αν προσπαθήσουμε να τις χωρέσουμε όλες στην ίδια εξήγηση, αναπόφευκτα κάποια κομμάτια της πραγματικότητας θα μείνουν απ' έξω.
Αυτός είναι και ο λόγος που η ψυχολογία δεν μπορεί —και ίσως δεν πρέπει— να μας προσφέρει μια βολική, ενιαία απάντηση. Αυτό που μπορεί να κάνει είναι να μας βοηθήσει να κοιτάξουμε βαθύτερα: να εξετάσουμε όσα γνωρίζουμε για τον έλεγχο, τη βία, την απόρριψη, τις σχέσεις εξουσίας και την ανθρώπινη συμπεριφορά, αλλά και να αναγνωρίσουμε τα όρια αυτής της γνώσης. Γιατί πίσω από κάθε στατιστικό στοιχείο και κάθε θεωρία υπάρχει μια πραγματική υπόθεση που δεν εξελίχθηκε μέσα σε ένα εργαστήριο, αλλά στη ζωή ενός ανθρώπου.
Η μεγαλύτερη πρόκληση, λοιπόν, δεν είναι να βρούμε την εξήγηση για τη γυναικοκτονία, αλλά να μάθουμε να ξεχωρίζουμε όσα πραγματικά γνωρίζουμε από όσα απλώς έχουμε συνηθίσει να πιστεύουμε.
Οι έξι συχνότεροι μύθοι πίσω από τη γυναικοκτονία
Ο τρόπος με τον οποίο εξηγούμε μια γυναικοκτονία επηρεάζει τον τρόπο με τον οποίο βλέπουμε τη γυναίκα που δολοφονήθηκε, τον άνθρωπο που τη δολοφόνησε και, τελικά, το ίδιο το φαινόμενο. Ένα «έγκλημα πάθους» μπορεί να κάνει τη βία να μοιάζει με αποτέλεσμα αγάπης που ξέφυγε. Ένα «γιατί δεν έφυγε;» μπορεί, σχεδόν ανεπαίσθητα, να μεταφέρει το βλέμμα από εκείνον που άσκησε τη βία σε εκείνη που την υπέστη.
Γι' αυτό αξίζει να σταθούμε σε μερικούς από τους μύθους που εξακολουθούν να συνοδεύουν τη γυναικοκτονία — όχι για να αντικαταστήσουμε μια εύκολη εξήγηση με μία άλλη, αλλά για να δούμε τι μένει όταν αφήσουμε για λίγο στην άκρη όσα έχουμε συνηθίσει να ακούμε.
THERAPY.PSYCHOLOGY - ΠΛΑΤΦΟΡΜΑ ΨΥΧΟΘΕΡΑΠΕΙΑΣ - Online & Διά ζώσης
Βρες τον Θεραπευτή που είναι κατάλληλος για εσένα | Ξεκίνα εδώ το Θεραπευτικό ταξίδι σου με Δωρεάν 1η συνεδρία.
1. «Ήταν έγκλημα πάθους.»
Υπάρχει κάτι σχεδόν αντιφατικό στον ίδιο τον όρο. Το «πάθος» είναι μια λέξη που έχουμε μάθει να συνδέουμε με τον έρωτα, την ένταση, το συναίσθημα. Όταν όμως τοποθετείται δίπλα σε μια δολοφονία, μπορεί —ακόμη και χωρίς να το αντιλαμβανόμαστε— να αλλάξει τον τρόπο με τον οποίο την κοιτάζουμε.
Ο χαρακτηρισμός αφήνει συνήθως να εννοηθεί ότι η δολοφονία ήταν αποτέλεσμα μιας στιγμιαίας συναισθηματικής έκρηξης, ενός ανεξέλεγκτου ξεσπάσματος που προκλήθηκε από τον έρωτα, τη ζήλια ή την απόρριψη. Σε αρκετές περιπτώσεις ενδοσυντροφικής γυναικοκτονίας, όμως, η εικόνα που προκύπτει είναι διαφορετική: μπορεί να έχουν προηγηθεί απειλές, επαναλαμβανόμενα περιστατικά βίας, ελεγκτικές συμπεριφορές ή μια σταδιακή κλιμάκωση της επιθετικότητας. Σε άλλες περιπτώσεις, βέβαια, οι συνθήκες και τα κίνητρα είναι εντελώς διαφορετικά.
Και αυτό ακριβώς είναι το πρόβλημα με το «έγκλημα πάθους». Προσπαθεί να χωρέσει σε δύο λέξεις κάτι πολύ πιο σύνθετο και, ακόμη χειρότερα, κινδυνεύει να ντύσει μια πράξη ακραίας βίας με τη γλώσσα του έρωτα. Η αγάπη μπορεί να εξηγήσει πολλά πράγματα στην ανθρώπινη συμπεριφορά. Δεν μπορεί, όμως, να χρησιμοποιείται ως εξήγηση για την απόφαση να αφαιρέσεις τη ζωή ενός άλλου ανθρώπου.
2. «Ζήλευε επειδή την αγαπούσε.»
PRO PSYCHOLOGY: Επαγγελματική Κοινότητα Ειδικών Ψυχικής Υγείας
Περιλαμβάνει ομάδες εποπτείας ανά ψυχοθεραπευτική προσέγγιση, ομάδες εποπτείας ανά επαγγελματικό αντικειμένο και πληθυσμό, επιμορφωτικά σεμινάρια εξειδίκευσης, Ομάδες συνάντησης για σύνδεση και δικτύωση, Mentoring για ψυχοθεραπευτές που κάνουν τα πρώτα τους βήματα στην άσκηση του επαγγέλματος..
Η ζήλια είναι ένα συναίσθημα που οι περισσότεροι άνθρωποι έχουν βιώσει κάποια στιγμή στη ζωή τους. Γι' αυτό είναι τόσο εύκολο να την μπερδέψουμε με το ενδιαφέρον ή ακόμη και με την αγάπη. Υπάρχει όμως μεγάλη απόσταση ανάμεσα στο να αισθανθεί κάποιος ζήλια και στο να θεωρήσει ότι αυτό του δίνει το δικαίωμα να ελέγχει έναν άλλον άνθρωπο.
Όταν η ζήλια αρχίζει να σημαίνει «πού είσαι;», «με ποιον μιλάς;», «γιατί το φόρεσες αυτό;», όταν γίνεται έλεγχος του κινητού, απομόνωση από φίλους και οικογένεια, παρακολούθηση ή απαίτηση να λογοδοτεί ο άλλος για κάθε του κίνηση, δεν μιλάμε πια για μια ρομαντική απόδειξη ενδιαφέροντος. Μιλάμε για συμπεριφορές ελέγχου και κυριαρχίας.
Χρειάζεται, λοιπόν, να είμαστε λίγο πιο προσεκτικοί με τις λέξεις που χρησιμοποιούμε ακόμη και στην καθημερινότητά μας. Γιατί η αγάπη μπορεί να συνυπάρχει με τη ζήλια ως ανθρώπινο συναίσθημα· δεν χρειάζεται όμως τον έλεγχο για να υπάρξει.
3. «Αν ήθελε, θα είχε φύγει.»
Πρόκειται για έναν από τους πιο άδικους μύθους που συνοδεύουν τις γυναίκες που βιώνουν κακοποίηση. Από την ασφάλεια της δικής μας ζωής, η λύση μπορεί να μοιάζει αυτονόητη: αν κάποιος σε κακοποιεί, φεύγεις. Μόνο που η πραγματική ζωή σπάνια είναι τόσο απλή.
Ο φόβος, οι απειλές, η οικονομική εξάρτηση, τα παιδιά, η απομόνωση από το υποστηρικτικό περιβάλλον, η συναισθηματική σύνδεση ή ακόμη και η ελπίδα ότι ο άλλος θα αλλάξει μπορούν να κάνουν την αποχώρηση εξαιρετικά δύσκολη. Και υπάρχει κάτι ακόμη σημαντικότερο: η φυγή δεν σημαίνει πάντοτε και ασφάλεια. Σε ορισμένες κακοποιητικές σχέσεις, η περίοδος της αποχώρησης ή του χωρισμού μπορεί να συνοδεύεται από αυξημένο κίνδυνο.
Γι' αυτό η ερώτηση δεν θα έπρεπε να είναι τόσο εύκολα «γιατί δεν έφυγε;». Θα έπρεπε πρώτα να αναρωτηθούμε αν μπορούσε να φύγει, τι φοβόταν ότι θα συνέβαινε αν το έκανε και, κυρίως, αν υπήρχε πραγματικά ένα ασφαλές μέρος για να πάει.
4. «Οι δράστες είναι όλοι ψυχοπαθείς.»
Μετά από μια γυναικοκτονία δεν είναι ασυνήθιστο να ακούμε «ήταν ψυχοπαθής», «ήταν τρελός», «ένας φυσιολογικός άνθρωπος δεν θα μπορούσε να κάνει κάτι τέτοιο». Και αυτή η εξήγηση μπορεί να μας ανακουφίζει περισσότερο απ' όσο αντιλαμβανόμαστε. Στο μυαλό μας, αν ο δράστης ανήκει σε μια εντελώς διαφορετική κατηγορία ανθρώπων, τότε μπορούμε να κρατήσουμε το φαινόμενο σε μια ασφαλή απόσταση από εμάς. Αυτό μπορεί να λειτουργήσει και ως ένας μηχανισμός προστασίας για εμάς τους ίδιους, ώστε να μπορέσουμε να διαχειριστούμε ψυχολογικά ένα τόσο ακραίο περιστατικό.
Μόνο που η πραγματικότητα δεν είναι τόσο βολική. Δεν παρουσιάζουν όλοι οι δράστες ψυχοπάθεια ούτε υπάρχει μία συγκεκριμένη ψυχική διαταραχή που να εξηγεί τη γυναικοκτονία. Η ψυχική ασθένεια και η ακραία βία δεν είναι συνώνυμα και η εύκολη σύνδεσή τους όχι μόνο απλουστεύει το φαινόμενο, αλλά ενισχύει και το στίγμα απέναντι σε ανθρώπους με προβλήματα ψυχικής υγείας.
Το να προσπαθούμε να κατανοήσουμε την ψυχολογία ενός δράστη είναι απαραίτητο. Το να βαφτίζουμε όμως κάθε ακραία πράξη «τρέλα» δεν είναι ψυχολογική εξήγηση. Είναι ένας τρόπος να σταματήσουμε να ψάχνουμε για μία.
5. «Δεν είχε δώσει ποτέ σημάδια.»
Μετά από μια γυναικοκτονία ακούμε συχνά ότι «κανείς δεν το περίμενε». Και πράγματι, υπάρχουν περιπτώσεις στις οποίες το περιβάλλον δεν είχε αντιληφθεί τίποτα ανησυχητικό. Υπάρχουν όμως και άλλες στις οποίες, όταν η ιστορία αρχίζει να ξετυλίγεται, εμφανίζονται πράγματα που κάποτε έμοιαζαν μικρά: μια απειλή που δεν θεωρήθηκε σοβαρή, μια συμπεριφορά ελέγχου που ερμηνεύτηκε ως ζήλια, μια καταγγελία, μια επίμονη παρακολούθηση ή ένας φόβος που γνώριζε μόνο η ίδια η γυναίκα.
Το δύσκολο είναι ότι τα προειδοποιητικά σημάδια αναγνωρίζονται πολύ ευκολότερα εκ των υστέρων. Κανένα μεμονωμένο σημάδι δεν μπορεί να μας πει με βεβαιότητα ότι κάποιος θα φτάσει στη δολοφονία και δεν υπάρχουν πάντοτε εμφανείς ενδείξεις. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι πρέπει να αντιμετωπίζουμε κάθε απειλή ή συμπεριφορά ελέγχου ως κάτι ασήμαντο μέχρι να αποδειχθεί το αντίθετο.
Το ζητούμενο δεν είναι να πιστέψουμε ότι μπορούμε να προβλέψουμε το απρόβλεπτο. Είναι να μάθουμε να παίρνουμε στα σοβαρά όσα έχουμε μπροστά μας πριν αποκτήσουν νόημα μόνο επειδή είναι πλέον πολύ αργά.
6. «Τι έκανε εκεί; Τι φορούσε; Ποιος ξέρει με τι ήταν μπλεγμένη...»
Κανένας ίσως από τους προηγούμενους μύθους δεν αποκαλύπτει τόσο καθαρά τον τρόπο με τον οποίο αναζητούμε μερικές φορές την εξήγηση στο λάθος πρόσωπο.
Όταν μια γυναίκα δολοφονείται, η συζήτηση μπορεί πολύ γρήγορα να στραφεί στη δική της ζωή. Πού βρισκόταν; Γιατί πήγε εκεί; Τι φορούσε; Γιατί ήταν μαζί του; Γιατί τον εμπιστεύτηκε; Γιατί δεν έφυγε νωρίτερα; Μήπως τον προκάλεσε; Μήπως «κάτι» έκρυβε;
Και κάπως έτσι, σχεδόν χωρίς να το αντιλαμβανόμαστε, η γυναίκα που έχασε τη ζωή της αρχίζει να δικάζεται για τις επιλογές που έκανε όσο ζούσε.
Η αναζήτηση απαντήσεων είναι θεμιτή. Η αναζήτηση ευθύνης στο θύμα, όμως, όχι. Μπορούμε να εξετάσουμε τις συνθήκες μιας υπόθεσης, τις σχέσεις, τις αποφάσεις και όσα προηγήθηκαν χωρίς να ξεχνάμε το πιο απλό και ταυτόχρονα το πιο σημαντικό: καμία επιλογή, κανένα ρούχο, καμία σχέση, καμία συνάντηση και κανένα «λάθος» δεν μεταφέρει την ευθύνη για μια δολοφονία από εκείνον που αποφάσισε να τη διαπράξει σε εκείνη που έχασε τη ζωή της.
Τι είναι τελικά η γυναικοκτονία;
Γιατί μια δολοφονία χρειάζεται διαφορετική ονομασία όταν το θύμα είναι γυναίκα;
Η ανθρώπινη ζωή αποτελεί το ύψιστο έννομο αγαθό και η αξία της δεν διαφοροποιείται ανάλογα με το φύλο. Ο όρος «γυναικοκτονία» δεν υπάρχει για να αποδώσει μεγαλύτερη αξία στη ζωή μιας γυναίκας ούτε για να υποβαθμίσει τη δολοφονία ενός άνδρα. Υπάρχει γιατί, σε ορισμένες δολοφονίες γυναικών, το φύλο δεν είναι απλώς ένα χαρακτηριστικό του θύματος· είναι μέρος της ίδιας της ιστορίας που οδήγησε στον θάνατό του.
Μπορεί να είναι μια γυναίκα που δολοφονείται από έναν σύντροφο ή πρώην σύντροφο που δεν αποδέχεται την απόφασή της να φύγει. Μπορεί να είναι μια δολοφονία που συνδέεται με σεξουαλική βία, μισογυνισμό ή με την ανάγκη επιβολής και κυριαρχίας πάνω σε μια γυναίκα. Σε ορισμένες περιπτώσεις, ακόμη και η σωματική δύναμη μπορεί να μετατραπεί σε μέσο ελέγχου: όχι απλώς ως δυνατότητα άσκησης βίας, αλλά ως τρόπος επιβολής εξουσίας πάνω στο σώμα και τελικά στη ζωή ενός άλλου ανθρώπου.
Και δεν χρειάζεται να υπάρχει ερωτική σχέση ανάμεσα στον δράστη και το θύμα. Μια γυναίκα μπορεί να δολοφονηθεί στο πλαίσιο μιας σχέσης, μιας οικογένειας, λόγω σεξουαλικής βίας ή ακόμη και από έναν άνθρωπο που δεν γνώριζε ποτέ. Αυτό ακριβώς είναι που κάνει τον όρο ευρύτερο από την ενδοσυντροφική γυναικοκτονία: δεν περιγράφει τη σχέση της γυναίκας με τον δράστη, αλλά τον έμφυλο χαρακτήρα της δολοφονίας της.
Και εδώ τα πράγματα δεν είναι πάντοτε ξεκάθαρα. Δεν υπάρχει ένας μοναδικός ορισμός που να χωράει με απόλυτη ακρίβεια κάθε περίπτωση, ούτε μπορούμε να γνωρίζουμε πάντοτε τι ακριβώς βρισκόταν στο μυαλό ενός δράστη.
Γι' αυτό έχει σημασία να μη μετατρέψουμε ούτε την ίδια τη λέξη σε μια ακόμη ετικέτα. Το να ονομάσουμε μια δολοφονία «γυναικοκτονία» δεν είναι από μόνο του εξήγηση του γιατί συνέβη. Είναι η αρχή της ερώτησης. Τι υπήρχε πίσω από αυτή την πράξη; Ποιον ρόλο έπαιξε το φύλο του θύματος; Υπήρχε έλεγχος, σεξουαλική βία, μισογυνισμός, προηγούμενη κακοποίηση ή κάποιος άλλος έμφυλος παράγοντας;
Η ψυχολογία πίσω από τη γυναικοκτονία
Τι μπορεί, λοιπόν, να μας πει η ψυχολογία για όλα αυτά;
Αρκετά. Όχι ποιος άνθρωπος θα γίνει γυναικοκτόνος ούτε ποια σχέση θα καταλήξει σε δολοφονία, αλλά μπορεί να μας βοηθήσει να κατανοήσουμε ορισμένους από τους μηχανισμούς που συναντώνται πίσω από την ακραία βία.
Ένας από αυτούς είναι ο έλεγχος. Σε μια κακοποιητική σχέση, ο έλεγχος δεν περιορίζεται απαραίτητα στη σωματική βία. Μπορεί να αφορά τα χρήματα, τις κοινωνικές επαφές, το κινητό, την εμφάνιση, τις μετακινήσεις ή ακόμη και τις καθημερινές αποφάσεις μιας γυναίκας. Σταδιακά, ο ένας άνθρωπος αποκτά όλο και περισσότερο χώρο στη ζωή του άλλου και ο άλλος όλο και λιγότερο χώρο μέσα στη δική του.
Και εδώ εμφανίζεται ένα δεύτερο σημαντικό στοιχείο: η αυτονομία. Μια γυναίκα που λέει «όχι», που θέτει ένα όριο ή που αποφασίζει να τελειώσει μια σχέση ασκεί ένα αυτονόητο δικαίωμα πάνω στη δική της ζωή. Για έναν σύντροφο όμως που αντιλαμβάνεται τη σχέση μέσα από την κατοχή και τον έλεγχο, αυτή η αυτονομία μπορεί να βιωθεί ως απώλεια εξουσίας. Η απόρριψη τότε δεν είναι απλώς συναισθηματικά επώδυνη· μπορεί να γίνει αντιληπτή ως ταπείνωση, εγκατάλειψη ή απειλή απέναντι στην εικόνα που έχει ο ίδιος για τον εαυτό του.
Γι' αυτό και ο χωρισμός έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την ψυχολογία της ενδοσυντροφικής βίας. Η λογική «έφυγε, άρα τελείωσε» δεν ισχύει πάντα. Σε μια σχέση όπου προϋπήρχε έλεγχος, η αποχώρηση μπορεί να σημαίνει ακριβώς ότι ο δράστης χάνει αυτό που προσπαθούσε μέχρι τότε να διατηρήσει. Και σε ορισμένες περιπτώσεις, η προσπάθεια επανάκτησής του μπορεί να οδηγήσει σε επίμονη παρακολούθηση, απειλές, παρενόχληση ή κλιμάκωση της βίας.
Υπάρχει επίσης η κτητικότητα. Η ιδέα ότι «αν δεν είσαι μαζί μου, δεν θα είσαι με κανέναν» ακούγεται ακραία όταν τη βλέπουμε γραμμένη. Στην πραγματικότητα όμως αποτυπώνει κάτι πολύ συγκεκριμένο: τη δυσκολία αναγνώρισης της γυναίκας ως ξεχωριστού ανθρώπου, με δική της βούληση και δικαίωμα να επιλέξει αν θα μείνει ή θα φύγει. Η σχέση παύει να γίνεται αντιληπτή ως σχέση δύο αυτόνομων ανθρώπων και αρχίζει να μοιάζει περισσότερο με δικαίωμα του ενός πάνω στον άλλον.
Και μετά υπάρχει η κλιμάκωση. Η ακραία βία δεν εμφανίζεται πάντοτε ξαφνικά. Σε κάποιες περιπτώσεις προηγείται μια πορεία στην οποία οι συμπεριφορές γίνονται σταδιακά σοβαρότερες: ο έλεγχος γίνεται απειλή, η απειλή γίνεται βία, η βία επαναλαμβάνεται ή εντείνεται. Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε κακοποιητική σχέση θα καταλήξει σε ανθρωποκτονία. Σημαίνει όμως ότι η προηγούμενη συμπεριφορά έχει σημασία όταν προσπαθούμε να αξιολογήσουμε τον κίνδυνο.
Η ψυχολογία μάς βοηθά επίσης να καταλάβουμε κάτι που συχνά παραβλέπεται: η συμπεριφορά δεν δημιουργείται σε κοινωνικό κενό. Οι αντιλήψεις για την αρρενωπότητα, την εξουσία, τη ζήλια, τη σεξουαλική «ιδιοκτησία» ή για το τι οφείλει μια γυναίκα σε έναν άνδρα δεν μετατρέπουν από μόνες τους έναν άνθρωπο σε δολοφόνο. Μπορούν όμως να αποτελέσουν μέρος ενός ευρύτερου πλαισίου μέσα στο οποίο ο έλεγχος και η κυριαρχία δικαιολογούνται ή κανονικοποιούνται.
Και φυσικά, κανένα από αυτά δεν αποτελεί από μόνο του αιτία γυναικοκτονίας. Δεν υπάρχει μια λίστα χαρακτηριστικών που, αν συμπληρωθεί, μας αποκαλύπτει τον μελλοντικό δράστη. Αυτό που έχουμε είναι παράγοντες και δυναμικές που μας επιτρέπουν να κατανοούμε καλύτερα τον κίνδυνο και να βλέπουμε ότι πίσω από μια πράξη ακραίας βίας μπορεί να υπάρχει πολύ περισσότερη ιστορία από εκείνη που φαίνεται στην τελευταία της στιγμή.
Η ψυχολογία του δράστη
Υπάρχει τελικά ένα συγκεκριμένο «προφίλ» ανθρώπου που μπορεί να φτάσει στη γυναικοκτονία;
Η έρευνα δεν έχει καταλήξει σε έναν μοναδικό τύπο δράστη. Όταν μιλάμε για ανθρώπους που έχουν διαπράξει την ίδια ακραία πράξη, είναι εύκολο να υποθέσουμε ότι θα πρέπει να μοιάζουν και μεταξύ τους. Δεν μοιάζουν απαραίτητα. Διαφορετικοί άνθρωποι μπορούν να φτάσουν στη βία μέσα από διαφορετικές διαδρομές, με διαφορετικά χαρακτηριστικά, κίνητρα και ιστορικό.
Η ψυχολογική έρευνα έχει προσπαθήσει να διακρίνει διαφορετικά μοτίβα μεταξύ των δραστών. Σε κάποιους, η βία φαίνεται να περιορίζεται κυρίως στις στενές ή ερωτικές τους σχέσεις, ενώ άλλοι εμφανίζουν επιθετική ή αντικοινωνική συμπεριφορά και σε άλλα πλαίσια της ζωής τους. Σε ορισμένους μπορεί να εντοπίζονται χαρακτηριστικά όπως έντονη παρορμητικότητα, εχθρότητα ή ναρκισσιστικά και αντικοινωνικά στοιχεία, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι τα χαρακτηριστικά αυτά υπάρχουν σε όλους ή ότι αρκούν από μόνα τους για να εξηγήσουν μια γυναικοκτονία.
Υπάρχει όμως και κάτι που κάνει την εικόνα ακόμη πιο σύνθετη. Ένας άνθρωπος μπορεί να είναι κοινωνικός, ευγενικός, συνεπής στη δουλειά του, να έχει φίλους και ανθρώπους που πραγματικά τον θεωρούν «καλό άνθρωπο» και ταυτόχρονα να εκδηλώνει μια εντελώς διαφορετική συμπεριφορά απέναντι σε μια σύντροφο ή σε μια γυναίκα την οποία αντιλαμβάνεται ως πιο ευάλωτη και πάνω στην οποία θεωρεί ότι μπορεί να επιβληθεί. Η μία εικόνα δεν αναιρεί την άλλη.
Αυτό έχει σημασία γιατί πολλές φορές ψάχνουμε τον κίνδυνο στην προσωπικότητα κάποιου, ενώ μπορεί να βρίσκεται περισσότερο στη συμπεριφορά του. Στο πώς αντιδρά όταν κάποιος του θέτει όρια. Στο πώς αντιμετωπίζει μια γυναίκα που του λέει «όχι». Στο αν σέβεται την αυτονομία της όταν οι επιλογές της δεν είναι αυτές που ο ίδιος θα ήθελε. Στο αν η επιθετικότητα εμφανίζεται όταν αισθάνεται ότι μπορεί να επιβληθεί χωρίς συνέπειες.
Η σημαντικότερη ερώτηση, λοιπόν, μπορεί να μην είναι μόνο «τι άνθρωπος είναι;», αλλά «πώς συμπεριφέρεται όταν δεν παίρνει αυτό που θέλει;»
Γιατί ένας άνθρωπος δεν χρειάζεται να ταιριάζει σε ένα συγκεκριμένο «προφίλ» για να γίνει επικίνδυνος. Και η απουσία μιας εύκολης ψυχολογικής ετικέτας δεν σημαίνει απουσία συμπεριφορών που αξίζει να πάρουμε στα σοβαρά.
Η κοινωνία απέναντι στη γυναικοκτονία
Μια γυναικοκτονία δεν τελειώνει τη στιγμή που αφαιρείται μια ζωή. Από εκείνη τη στιγμή ξεκινά και μια δεύτερη ιστορία: η ιστορία που θα αφηγηθούμε εμείς γι' αυτήν.
Ποια φωτογραφία του θύματος θα κυκλοφορήσει. Ποιες λεπτομέρειες της προσωπικής της ζωής θα γίνουν τίτλοι. Αν ο δράστης θα παρουσιαστεί ως «τέρας», ως «οικογενειάρχης που κανείς δεν περίμενε να αντιδράσει έτσι» ή ως ένας άνθρωπος που «θόλωσε». Αν θα αναρωτηθούμε τι προηγήθηκε της δικής του πράξης ή τι θα μπορούσε να είχε κάνει διαφορετικά εκείνη.
Οι λέξεις εδώ έχουν σημασία. Όταν μια γυναικοκτονία γίνεται «οικογενειακή τραγωδία», «έγκλημα πάθους» ή «δράμα», μια πράξη βίας μπορεί σχεδόν ανεπαίσθητα να μετατραπεί σε μια ιστορία που απλώς «συνέβη». Και όταν το ενδιαφέρον στρέφεται στο τι φορούσε η γυναίκα, πού βρισκόταν, με ποιον είχε σχέση ή γιατί δεν είχε φύγει νωρίτερα, η συζήτηση μετακινείται από την πράξη του δράστη στις επιλογές του ανθρώπου που δεν βρίσκεται πλέον εδώ για να απαντήσει.
Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης έχουν προσθέσει μια ακόμη διάσταση σε αυτό. Μέσα σε λίγες ώρες, μια υπόθεση μπορεί να γίνει αντικείμενο χιλιάδων σχολίων, αναλύσεων και συμπερασμάτων, πολλές φορές πριν ακόμη γνωρίζουμε τι πραγματικά έχει συμβεί. Από τη μία, αυτή η δημόσια συζήτηση έχει βοηθήσει να ακουστούν ιστορίες που κάποτε έμεναν πίσω από κλειστές πόρτες. Από την άλλη, η ταχύτητα με την οποία καταναλώνουμε μια τραγωδία μπορεί να μετατρέψει πραγματικούς ανθρώπους σε χαρακτήρες μιας ιστορίας που ο καθένας συμπληρώνει με τη δική του εκδοχή.
Και υπάρχει κάτι ακόμη που είναι πιο δύσκολο να παρατηρήσουμε: συνηθίζουμε.
Μία υπόθεση γίνεται πρωτοσέλιδο. Ακολουθεί μια δεύτερη. Μετά μια τρίτη. Τα ονόματα αλλάζουν, οι φωτογραφίες αλλάζουν, αλλά η διαδικασία αρχίζει να μας φαίνεται οικεία. Διαβάζουμε, θυμώνουμε, σχολιάζουμε και ύστερα η επικαιρότητα προχωρά στην επόμενη είδηση. Η επαναλαμβανόμενη έκθεση σε τέτοιες ιστορίες μπορεί να δημιουργήσει τον κίνδυνο η ακραία βία να αρχίσει να αντιμετωπίζεται σαν ένα ακόμη αναμενόμενο κομμάτι της ειδησεογραφίας.
Και εκεί βρίσκεται μια ευθύνη που δεν αφορά μόνο τα μέσα ενημέρωσης. Αφορά και εμάς. Να μη συνηθίσουμε. Να μη γίνει ποτέ ένα ακόμη όνομα, μια ακόμη φωτογραφία και ένας ακόμη αριθμός αρκετός για να μας κάνει να προσπεράσουμε την ανθρώπινη ζωή που υπήρχε πίσω του.
Πρόληψη
Όταν μια γυναικοκτονία γίνεται πρωτοσέλιδο, είναι ήδη πολύ αργά.
Η πρόληψη δεν αρχίζει τη στιγμή που μια γυναίκα βρίσκεται μπροστά στον άμεσο κίνδυνο. Αρχίζει πολύ νωρίτερα: όταν μια απειλή αντιμετωπίζεται ως απειλή, όταν η κλιμάκωση της βίας αναγνωρίζεται, όταν μια γυναίκα λέει ότι φοβάται και κάποιος την ακούει πραγματικά. Αρχίζει όταν τα σημάδια που συζητήσαμε μέχρι εδώ δεν χρειάζεται να αποκτήσουν νόημα εκ των υστέρων.
Και εδώ βρίσκεται μία από τις μεγαλύτερες δυσκολίες. Δεν μπορούμε να γνωρίζουμε με βεβαιότητα ποιος άνθρωπος θα φτάσει στην ακραία βία. Μπορούμε όμως να αξιολογήσουμε τον κίνδυνο. Ένα ιστορικό βίας, οι απειλές, η επίμονη παρακολούθηση, η κλιμάκωση της κακοποίησης, η παραβίαση ορίων ή μια επικίνδυνη αντίδραση στην αποχώρηση μιας γυναίκας δεν μας επιτρέπουν να προβλέψουμε το μέλλον. Μας δίνουν όμως λόγους να μην περιμένουμε να το μάθουμε.
Η προστασία, επομένως, δεν μπορεί να εξαντλείται στο να πούμε σε μια γυναίκα «φύγε». Γιατί το έχουμε ήδη δει: μερικές φορές το να φύγει είναι ακριβώς η στιγμή κατά την οποία χρειάζεται περισσότερη προστασία. Χρειάζεται ένα περιβάλλον στο οποίο να μπορεί να μιλήσει χωρίς να πρέπει πρώτα να αποδείξει ότι ο φόβος της είναι αρκετά δικαιολογημένος, πρόσβαση σε ασφαλή στέγαση και υποστήριξη και, όταν υπάρχει πραγματικός κίνδυνος, μέτρα που μπορούν πράγματι να την προστατεύσουν.
Και εδώ γεννιέται ένα δύσκολο ερώτημα: τι σημαίνει πραγματικά «προστατευτικό μέτρο», αν η αποτελεσματικότητά του εξαρτάται τελικά από το αν ο άνθρωπος από τον οποίο προσπαθούμε να προστατεύσουμε μια γυναίκα θα επιλέξει να το τηρήσει; Ένα περιοριστικό μέτρο μπορεί να αποτελεί σημαντικό μέρος της προστασίας, αλλά από μόνο του δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται σαν να εξαφανίζει τον κίνδυνο. Όταν υπάρχουν ενδείξεις σοβαρής απειλής, η προστασία χρειάζεται να είναι ουσιαστική, να αξιολογείται συνεχώς και να προσαρμόζεται στον πραγματικό κίνδυνο που αντιμετωπίζει η συγκεκριμένη γυναίκα.
Η πρόληψη όμως δεν αφορά μόνο την τελευταία στιγμή. Αφορά και όλα όσα προηγούνται. Τον τρόπο με τον οποίο μαθαίνουμε να αντιλαμβανόμαστε τη ζήλια, τον έλεγχο και τα όρια μέσα σε μια σχέση. Το αν ένα «όχι» γίνεται αντιληπτό ως δικαίωμα ή ως προσβολή. Το αν μαθαίνουμε στα παιδιά ότι η απόρριψη πονάει, αλλά δεν δημιουργεί δικαίωμα πάνω στον άνθρωπο που μας απέρριψε. Το αν αναγνωρίζουμε τη βία πριν φτάσει στη μορφή που δεν μπορεί πλέον να αγνοηθεί.
Δεν θα μπορέσουμε να αποτρέψουμε κάθε γυναικοκτονία. Αλλά η αδυναμία να προβλέψουμε τα πάντα δεν μπορεί να γίνει άλλοθι για να μην αντιδρούμε σε όσα μπορούμε ήδη να δούμε.
Γιατί η πρόληψη δεν είναι να κοιτάζουμε πίσω από μια ακόμη δολοφονία και να αναρωτιόμαστε ποιο σημάδι χάσαμε. Είναι να δημιουργήσουμε τις συνθήκες ώστε, όταν μια γυναίκα ζητήσει βοήθεια πριν γίνει ακόμη ένα πρωτοσέλιδο, να υπάρχει κάποιος πραγματικά έτοιμος να την προστατεύσει.
Επίλογος
Η γυναικοκτονία δεν έχει μία εξήγηση. Έχει όμως ιστορίες, μοτίβα και προειδοποιητικά σημάδια που αξίζει να μάθουμε να αναγνωρίζουμε — χωρίς να πιστεύουμε ότι μπορούμε να προβλέψουμε τα πάντα και χωρίς να αναζητούμε εύκολες απαντήσεις εκεί όπου δεν υπάρχουν.
Πίσω από κάθε θεωρία, κάθε στατιστικό στοιχείο και κάθε τίτλο στις ειδήσεις υπάρχει μια γυναίκα. Μια ζωή που υπήρχε πολύ πριν γίνει υπόθεση, αριθμός ή πρωτοσέλιδο.
Το ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι μόνο γιατί συμβαίνουν οι γυναικοκτονίες. Είναι τι κάνουμε με όλα όσα γνωρίζουμε πριν συμβεί η επόμενη.
THERAPY.PSYCHOLOGY - ΠΛΑΤΦΟΡΜΑ ΨΥΧΟΘΕΡΑΠΕΙΑΣ - Online & Διά ζώσης
Βρες τον Θεραπευτή που είναι κατάλληλος για εσένα | Ξεκίνα εδώ το Θεραπευτικό ταξίδι σου με Δωρεάν 1η συνεδρία.




BSc (Hons) Psychology student στο Arden University στο Λονδίνο, με ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την κλινική ψυχολογία, την ψυχική υγεία και τους ψυχοκοινωνικούς παράγοντες που επηρεάζουν την ανθρώπινη συμπεριφορά.