Ακρόαση άρθρου......

google news icon Πρόσθεσε το Psychology.gr στις προτιμώμενες πηγές σου στη Google
Με αυτό τον τρόπο, θα βλέπεις περισσότερα νέα άρθρα ψυχολογίας και ψυχικής υγείας που δημοσιεύονται στο PSYCHOLOGY.GR

«Ζήλια μου, ζήλια μου. Με σένα η καρδιά μου είναι ζωντανή. Μίλα μου, μίλα μου. Μα φύγε όταν έρθει εκείνος να με βρει…» — Χάρις Αλεξίου.

Πόσοι από εμάς δεν έχουμε σιγοτραγουδήσει αυτόν τον στίχο; Και πόσες φορές δεν έχουμε, λίγο ή πολύ, εκλογικεύσει ή ακόμη και δικαιολογήσει τη ζήλια ως μια ένδειξη αγάπης;

Θυμάμαι, από την άλλη, και μια φράση του Mario Teguh, από εκείνες που συχνά ακούγαμε από γονείς ή μεγαλύτερους: «Μην παίρνεις ποτέ μια απόφαση όταν είσαι αναστατωμένος, λυπημένος, ζηλεύεις ή είσαι ερωτευμένος.»

Μια φράση που, με διαφορετικούς τρόπους, επαναλαμβάνουμε συχνά και μέσα στο θεραπευτικό πλαίσιο: όταν το συναίσθημα βρίσκεται στην κορύφωσή του, δεν είναι πάντα η καλύτερη στιγμή για να αποφασίσουμε τι σημαίνει αυτό που συμβαίνει ή πώς πρέπει να αντιδράσουμε. Κάπου ανάμεσα στις δύο αυτές φράσεις βρίσκεται ίσως η πραγματική φύση της ζήλιας.

Από τη μία, ένα συναίσθημα τόσο συνδεδεμένο με τον έρωτα, ώστε για χρόνια τραγουδήσαμε γι’ αυτό σαν να αποτελεί σχεδόν απόδειξή του. Από την άλλη, ένα συναίσθημα που μπορεί να μας οδηγήσει σε φόβο, καχυποψία και συμπεριφορές που τελικά πληγώνουν ακριβώς εκείνο που θέλουμε να προστατεύσουμε. Γιατί τελικά, είναι η ζήλια κακή;

Η ζήλια δεν είναι πάντα ο «κακός» της σχέσης

Η ζήλια έχει αποκτήσει κακή φήμη. Τη συνδέουμε με την ανασφάλεια, την κτητικότητα, την καχυποψία ή τον έλεγχο. Ίσως όμως το να προσπαθούμε να την εξαφανίσουμε εντελώς να μην είναι ούτε εφικτό ούτε απαραίτητα επιθυμητό.

Οι ερωτικές σχέσεις δεν μας προσφέρουν μόνο την αίσθηση ότι ανήκουμε κάπου. Μας προσφέρουν και κάτι ακόμη βαθύτερο: την αίσθηση ότι έχουμε μια ιδιαίτερη θέση στη ζωή ενός άλλου ανθρώπου. Όταν αγαπάμε κάποιον, συνήθως δεν θέλουμε να είμαστε απλώς ένας ακόμη άνθρωπος στον κόσμο του. Θέλουμε να αισθανόμαστε ότι ο δεσμός μας έχει κάτι ξεχωριστό, κάτι που είναι μόνο δικό μας: μια κοινή ιστορία, έναν τρόπο επικοινωνίας, εμπειρίες και νοήματα που δημιουργήθηκαν ανάμεσά μας.

Η ερωτική ζήλια, λοιπόν, δεν αφορά πάντοτε μόνο την προσπάθεια να εμποδίσουμε τον σύντροφό μας να σχετιστεί με κάποιον τρίτο. Συχνά αφορά κάτι βαθύτερο: τον φόβο ότι η θέση που έχουμε στη ζωή του άλλου κινδυνεύει να αλλάξει. Η ζήλια μπορεί, επομένως, να λειτουργήσει σαν ένα συναισθηματικό σήμα ότι κάτι που έχει αξία για εμάς μοιάζει να απειλείται. Το βασικό ερώτημα δεν είναι λοιπόν αν θα ζηλέψουμε ποτέ. Είναι τι θα κάνουμε με τη ζήλια όταν εμφανιστεί.

psychology.gr THERAPY.PSYCHOLOGY - ΠΛΑΤΦΟΡΜΑ ΨΥΧΟΘΕΡΑΠΕΙΑΣ - Online & Διά ζώσης
Βρες τον Θεραπευτή που είναι κατάλληλος για εσένα | Ξεκίνα εδώ το Θεραπευτικό ταξίδι σου με Δωρεάν 1η συνεδρία.

Η ανάγκη να ανήκουμε, αλλά όχι να ανήκουμε σε κάποιον

Θυμάστε εκείνα τα τραγούδια που αγόρια και κορίτσια αφιέρωναν ο ένας στον άλλον, σχεδόν «λιώνοντας» τα κασετόφωνα; Από το «You belong to me» μέχρι το «I belong to you», η ιδέα του «ανήκω σε κάποιον» ήταν για χρόνια σχεδόν συνώνυμη του έρωτα. Και την ίδια στιγμή, η Lesley Gore σιγοτραγουδούσε το ακριβώς αντίθετο: «You dont own me» και «Dont tell me what to do».

Δύο φαινομενικά αντίθετα μηνύματα που, στην πραγματικότητα, περιγράφουν πολύ καλά μία από τις βασικές εντάσεις κάθε ερωτικής σχέσης, θέλουμε να ανήκουμε κάπου, χωρίς να ανήκουμε σε κάποιον. Θέλουμε σύνδεση, χωρίς να χάνουμε την ελευθερία μας. Ίσως λοιπόν μέσα σε αυτή τη λεπτή ισορροπία γεννιέται πολλές φορές και η ζήλια.

Σύμφωνα με τους Roy Baumeister και Mark Leary, η ανάγκη του ανθρώπου να ανήκει αποτελεί μία από τις θεμελιώδεις ψυχολογικές του ανάγκες. Έχουμε ανάγκη από σταθερές σχέσεις, μέσα στις οποίες υπάρχουν επαναλαμβανόμενες θετικές αλληλεπιδράσεις, αμοιβαίο ενδιαφέρον, φροντίδα και δέσμευση. Μπορεί ο ενθουσιασμός του καινούργιου ή η έλξη προς πολλαπλές ερωτικές εμπειρίες να μας γοητεύουν, όμως η ανάγκη για έναν σταθερό και ουσιαστικό δεσμό φαίνεται να βρίσκεται ακόμη βαθύτερα μέσα μας.

Η αίσθηση ότι ανήκουμε κάπου είναι σημαντική για την ψυχολογική μας ευημερία, ενώ η απουσία ουσιαστικών δεσμών έχει συνδεθεί με χαμηλότερα επίπεδα ευτυχίας, δυσκολότερη ψυχολογική προσαρμογή και γενικότερα χειρότερη υγεία.

psychology.gr PRO PSYCHOLOGY: Επαγγελματική Κοινότητα Ειδικών Ψυχικής Υγείας
Περιλαμβάνει ομάδες εποπτείας ανά ψυχοθεραπευτική προσέγγιση, ομάδες εποπτείας ανά επαγγελματικό αντικειμένο και πληθυσμό, επιμορφωτικά σεμινάρια εξειδίκευσης, Ομάδες συνάντησης για σύνδεση και δικτύωση, Mentoring για ψυχοθεραπευτές που κάνουν τα πρώτα τους βήματα στην άσκηση του επαγγέλματος..

Ο δεσμός δεν βρίσκεται μόνο μέσα μας, δημιουργείται ανάμεσά μας

Το αίσθημα του ανήκειν σε μια ερωτική σχέση δεν δημιουργείται μόνο μέσα από τα προσωπικά συναισθήματα του ενός για τον άλλον. Χτίζεται μέσα από όσα δύο άνθρωποι ζουν μαζί. Μέσα από τις κοινές εμπειρίες, τις μικρές καθημερινές στιγμές, τις δυσκολίες που πέρασαν μαζί, τις αποφάσεις, τις χαρές, τις απώλειες, τους συμβιβασμούς και τα κοινά τους σχέδια. Με μια συστημική ματιά, η σχέση δεν είναι απλώς το άθροισμα δύο ανθρώπων. Δημιουργείται ένα τρίτο πεδίο: το «ανάμεσά μας» και όταν κάτι που έχει δημιουργηθεί ανάμεσά μας γίνεται σημαντικό, είναι φυσικό να γινόμαστε περισσότερο ευαίσθητοι και στην πιθανότητα να το χάσουμε.

Όσο περισσότερο αγαπώ, τόσο περισσότερο έχω και κάτι να χάσω

Εδώ βρίσκεται μία από τις αντιφάσεις των στενών σχέσεων. Όσο περισσότερο σημαντικός γίνεται κάποιος για εμάς, τόσο περισσότερο αποκτούμε και κάτι που φοβόμαστε ότι μπορεί να χάσουμε.

Η επιθυμία για οικειότητα και ο φόβος απώλειάς της μπορεί να είναι δύο όψεις του ίδιου συναισθηματικού νομίσματος. Υπό αυτή την έννοια, η ζήλια δεν αποτελεί πάντοτε μόνο ένδειξη προσωπικής ανασφάλειας. Μερικές φορές μπορεί να σημαίνει απλώς: «Αυτή η σχέση έχει μεγάλη σημασία για μένα.» Ή, σε ένα βαθύτερο επίπεδο: «Φοβάμαι ότι κάτι αλλάζει στη θέση που έχω στη ζωή σου.»

Αυτό όμως είναι σημαντικό να το διαχωρίσουμε από το αν η απειλή είναι πραγματική. Το συναίσθημα μάς λέει ότι εμείς βιώνουμε κάτι ως απειλή. Δεν αποτελεί από μόνο του απόδειξη ότι πράγματι υπάρχει απειλή.

Δεν θέλουμε μόνο σύνδεση. Θέλουμε να είμαστε ξεχωριστοί

Σε μια θεραπευτική συνεδρία η Β. μου είχε πει: «Μου αρέσουν οι άντρες που ζηλεύουν.» Αυτή η φράση δεν είναι καθόλου τόσο ασυνήθιστη όσο ίσως φαίνεται. Για αρκετούς ανθρώπους, μια μικρή δόση ζήλιας μπορεί να μεταφράζεται ως ενδιαφέρον: «Αν ζηλεύει, σημαίνει ότι με θέλει.» «Αν φοβάται να με χάσει, σημαίνει ότι είμαι σημαντικός για εκείνον.» Εδώ όμως χρειάζεται να ξεχωρίσουμε δύο έννοιες που συχνά χρησιμοποιούμε σαν να είναι ταυτόσημες: τη μοναδικότητα και την αποκλειστικότητα.

Η μοναδικότητα αφορά όσα κάνουν έναν συγκεκριμένο δεσμό ξεχωριστό: την κοινή ιστορία, τη συναισθηματική εγγύτητα, τον ιδιαίτερο τρόπο με τον οποίο δύο άνθρωποι γνωρίζουν και σχετίζονται μεταξύ τους. Η αποκλειστικότητα, αντίθετα, αφορά περισσότερο τα όρια που τίθενται απέναντι στη συμμετοχή τρίτων ανθρώπων σε αυτόν τον δεσμό. Με απλά λόγια, η μοναδικότητα αφορά την αξία της σχέσης. Η αποκλειστικότητα αποτελεί έναν πιθανό τρόπο προστασίας αυτής της αξίας.

Τα όρια μιας σχέσης δεν είναι αυτονόητα

Η αποκλειστικότητα δεν έχει την ίδια μορφή για όλους. Κάποιοι άνθρωποι επιθυμούν πλήρη συναισθηματική και σεξουαλική αποκλειστικότητα. Άλλοι μπορεί να αισθάνονται άνετα με μια στενή συναισθηματική φιλία του συντρόφου τους με κάποιον τρίτο, αλλά να θεωρούν τη σεξουαλική απιστία σοβαρή παραβίαση της σχέσης. Άλλα ζευγάρια οργανώνουν τον δεσμό τους με διαφορετικές συμφωνίες και διαφορετικά όρια. Συστημικά, δεν έχει τόσο νόημα να αποφασίσουμε ποιος από αυτούς τους τρόπους είναι ο «σωστός».

Πιο ενδιαφέρον είναι να ρωτήσουμε: Ποια είναι τα όρια αυτής της συγκεκριμένης σχέσης; Έχουν συζητηθεί; Τα αντιλαμβάνονται και οι δύο σύντροφοι με τον ίδιο τρόπο; Γιατί αρκετές φορές η σύγκρουση δεν προκύπτει επειδή κάποιος παραβίασε ένα ξεκάθαρο όριο. Προκύπτει επειδή ο καθένας θεωρούσε αυτονόητο κάτι διαφορετικό.

Μπορεί μια σχέση να είναι μοναδική χωρίς να είναι η μόνη;

Η διαφορά μεταξύ μοναδικότητας και αποκλειστικότητας φαίνεται ακόμη πιο καθαρά αν σκεφτούμε, για παράδειγμα, έναν άνθρωπο που έχει χάσει τον σύντροφό του και αργότερα δημιουργεί μια νέα σχέση. Μπορεί να εξακολουθεί να αγαπά εκείνον που έχασε και, ταυτόχρονα, να αγαπήσει βαθιά έναν νέο σύντροφο. Η καινούργια σχέση δεν χρειάζεται να διαγράψει την προηγούμενη αγάπη για να είναι μοναδική. Έχει τη δική της θέση και τη δική της αξία. Άρα, μια σχέση δεν χρειάζεται απαραίτητα να είναι η μόνη σημαντική αγάπη που έχει υπάρξει στη ζωή μας για να είναι ξεχωριστή.

Αντίστοιχα, ακόμη και σε ανοιχτές ή πολυσυντροφικές σχέσεις, οι σύντροφοι συχνά αναζητούν τη διαβεβαίωση ότι κάτι στον δικό τους δεσμό παραμένει μοναδικό: η κοινή ιστορία τους, η ιδιαίτερη συναισθηματική εγγύτητα, συγκεκριμένες δεσμεύσεις ή κοινά σχέδια για το μέλλον. Το γεγονός ότι η ζήλια εμφανίζεται ακόμη και σε τέτοιες σχέσεις δείχνει ότι η ανάγκη να αισθανόμαστε ξεχωριστοί δεν εξαφανίζεται απαραίτητα όταν χαλαρώνουν τα όρια της αποκλειστικότητας.

Τι είναι τελικά η ερωτική ζήλια;

«Αυτό που τόσο φοβάμαι, ο τρίτος δεν θέλω να ’μαι.»-Χατζηγιάννης.

Η ερωτική ζήλια εμφανίζεται όταν αισθανόμαστε ότι ένας τρίτος άνθρωπος μπορεί να απειλήσει μια σημαντική σχέση. Σε αντίθεση με τον φθόνο —«ο άλλος έχει κάτι που θα ήθελα να έχω εγώ»— η ζήλια είναι από τη φύση της τριγωνική. Υπάρχω εγώ. Υπάρχει ο άνθρωπος με τον οποίο σχετίζομαι και υπάρχει ένας τρίτος, πραγματικός ή φανταστικός, που βιώνεται ως πιθανή απειλή ή ως κάποιος που θα μπορούσε να πάρει τη θέση μου.

Η απειλή μάλιστα δεν χρειάζεται να αφορά την πλήρη απώλεια της σχέσης. Μερικές φορές εκείνο που φοβόμαστε είναι κάτι πολύ πιο λεπτό, ότι κάποιος άλλος έγινε ο πρώτος άνθρωπος στον οποίο θα τηλεφωνήσει, ότι κάποιος άλλος τον καταλαβαίνει περισσότερο, ότι αλλού στρέφεται πλέον η προσοχή ή η συναισθηματική του εγγύτητα, ότι η δική μας θέση στη ζωή του δεν είναι πια τόσο προνομιακή όσο πιστεύαμε.

Πίσω από το «ζηλεύω» μπορεί να κρύβεται κάτι άλλο

Αυτό ίσως εξηγεί γιατί η ζήλια μπορεί να γίνει ένα τόσο έντονο συναίσθημα. Δεν φοβόμαστε μόνο ότι μπορεί να χάσουμε κάποιον που αγαπάμε. Μια πιθανή απώλεια ή ακόμη και η υποψία της μπορεί να μας φέρει αντιμέτωπους με δύσκολες ερωτήσεις για τη δική μας αξία: Είμαι αρκετός; Εξακολουθώ να είμαι σημαντικός; Τι έχει ο άλλος που δεν έχω εγώ; Μπορεί κάποιος άλλος να με αντικαταστήσει; Και πολλές φορές το «ζηλεύω» είναι πολύ ευκολότερο να ειπωθεί από το: «Φοβάμαι ότι δεν είμαι πια τόσο σημαντικός για σένα.»

Από μια συστημική οπτική, αυτή η μετάφραση του συναισθήματος είναι ουσιαστική. Γιατί το πρώτο μπορεί εύκολα να οδηγήσει στην κατηγορία: «Εσύ με κάνεις να ζηλεύω.» Το δεύτερο μας φέρνει πιο κοντά στην ευαλωτότητα: «Κάτι συνέβη και φοβήθηκα ότι χάνω τη θέση μου κοντά σου.» Και η ευαλωτότητα δημιουργεί πολύ περισσότερες πιθανότητες σύνδεσης από ό,τι η κατηγορία.

Ίσως η ζήλια χρειάζεται πρώτα να μεταφραστεί

Ίσως, τελικά, το ουσιαστικό ερώτημα δεν είναι αν η ζήλια είναι «καλή» ή «κακή». Τα συναισθήματα σπάνια χωρούν τόσο εύκολα σε τέτοιες κατηγορίες. Η ζήλια μπορεί να γίνει δύσκολη, ακόμη και καταστροφική. Μπορεί όμως, πριν από οτιδήποτε άλλο, να αποτελεί μια πληροφορία: για κάτι που έχει αξία για εμάς, για έναν δεσμό που φοβόμαστε ότι αλλάζει, για μια θέση που δεν θέλουμε να χάσουμε. Γι’ αυτό ίσως η ζήλια δεν χρειάζεται πάντα να εξαφανιστεί. Χρειάζεται πρώτα να μεταφραστεί.

Πίσω από το «ζηλεύω» μπορεί να υπάρχει ένα «φοβάμαι». Πίσω από το «ποιος είναι αυτός;» μπορεί να υπάρχει ένα πολύ πιο ευάλωτο ερώτημα: «Εξακολουθώ να είμαι σημαντικός για σένα;»

Γιατί πολλές φορές δεν φοβόμαστε μόνο ότι θα χάσουμε τον άνθρωπο που αγαπάμε. Φοβόμαστε ότι θα χάσουμε τη θέση που πιστεύαμε πως είχαμε στη ζωή του και ίσως εκεί βρίσκεται το σημείο στο οποίο η ζήλια παύει να αφορά τον «τρίτο» και αρχίζει να αφορά τη σχέση. Όχι μόνο το αν υπάρχει κάποιος άλλος, αλλά το αν, μέσα σε όλα όσα αλλάζουν, εξακολουθούμε να αναγνωρίζουμε ο ένας στον άλλον εκείνη τη μοναδική θέση που κάποτε δημιουργήσαμε μαζί.

Ίσως η αγάπη λοιπόν να μην κρίνεται από το αν θα υπάρξει ποτέ ζήλια. Ίσως να κρίνεται περισσότερο από το τι κάνουμε όταν αυτή εμφανίζεται. Αν μπορούμε να τη μετατρέψουμε σε λόγο αντί για έλεγχο, σε ευαλωτότητα αντί για κατηγορία και σε αφορμή να συναντηθούμε ξανά, αντί να απομακρυνθούμε.


Πηγές
:

Allen, K. A., Gray, D. L., Baumeister, R. F., & Leary, M. R. (2022). The need to belong: A deep dive into the origins, implications, and future of a foundational construct. Educational psychology review, 34(2), 1133-1156.

Ben-Ze’ev, A. (2017). Does loving longer mean loving more? On the nature of enduring affective attitudes. Philosophia45(4), 1541-1562.

Ben-Ze’ev, A. (2019). The arc of love: How our romantic lives change over time. University of Chicago Press.

Buunk, A. P., & Massar, K. (2023). Jealousy in close relationships from an evolutionary and cultural perspective: responding to real and feared rivals. In The Oxford handbook of evolutionary psychology and romantic relationships (pp. 333-359). Oxford, UK: Oxford University Press.

Fernández, A. M., Barbato, M. T., Barone, P., Zavalla, B., Rivera-Ottenberger, D., & Guzmán-González, M. (2025). What is the link of closeness and jealousy in romantic relationships?. Behavioral Sciences15(2), 132.

Martínez-León, N. C., Peña, J. J., Salazar, H., García, A., & Sierra, J. C. (2017). A systematic review of romantic jealousy in relationships. Terapia psicológica35(2), 195-204.

Ramachandran, V. S., & Jalal, B. (2017). The evolutionary psychology of envy and jealousy. Frontiers in psychology8, 1619.

Συγγραφή - Επιμέλεια Άρθρου

Άννα Καρακερέζη

karakerezi annaΨυχολόγος, MSc Κλινική & Κοινοτική Ψυχολογία, MBA.
Υποψήφια διδάκτορας και εκπαιδευόμενη στη Συστημική Ψυχοθεραπεία.

THERAPY.PSYCHOLOGY - ΠΛΑΤΦΟΡΜΑ ΨΥΧΟΘΕΡΑΠΕΙΑΣ - Online & Διά ζώσης
Βρες τον Θεραπευτή που είναι κατάλληλος για εσένα | Ξεκίνα εδώ το Θεραπευτικό ταξίδι σου με Δωρεάν 1η συνεδρία.