Η ελευθερία που προσφέρει μια απλή πράξη συγχώρεσης μας απαλλάσσει από τη φθορά που μας προκαλεί ο θυμός και από τις βαριές συνέπειες του μίσους. Η συγχώρεση μπορεί να εξασφαλίσει την πνευματική γαλήνη.

Σκεφτείτε οτιδήποτε σας έχουν πει ή κάνει ποτέ, για το οποίο εξακολουθείτε να τρέφετε αισθήματα μνησικακίας. Κάθε ψυχικό τραύμα, καθετί που σας κέντρισε κάποτε, είναι σαν το δήγμα του φιδιού.

Η συγχώρεση είναι λυτρωτική

Σπανίως πεθαίνεις από την ίδια την πληγή, αλλά από τη στιγμή που το φίδι σε δάγκωσε, αυτό δεν μπορεί πια να αναιρεθεί, και η βλάβη προκαλείται από το δηλητήριο που εξακολουθεί να κυλά στις φλέβες σου. Το δηλητήριο είναι η δική σας πικρία και η μνησικακία που διατηρείτε για πολύ καιρό μετά το συμβάν. Και αυτό το δηλητήριο θα καταστρέψει τελικά την πνευματική γαλήνη σας.

Το αντίδοτο αυτού του δηλητηρίου είναι η συγχώρεση η οποία δεν είναι κάτι δύσκολο, όπως ενδεχομένως θέλετε να πιστεύετε. Αν νομίζετε ότι η συγχώρεση είναι μια πρόκληση, μια πράξη που σας εμπλέκει σε εσωτερικές συγκρούσεις με τις οποίες θα πρέπει να παλεύετε μια ζωή, σας πληροφορώ πως ισχύει ακριβώς το αντίθετο.

Η συγχώρεση είναι μια πράξη χαρούμενη και απίστευτα απελευθερωτική. Μας ανακουφίζει από το φορτίο της πικρίας και της αλλοτινής στενοχώριας μας, και είναι συνώνυμη της απελευθέρωσης.

Ο Λάνγκστον Χιουζ έγραψε στο ποίημα του:

«Ο πατέρας μου είναι λευκός και η μητέρα μου μαύρη. Αν ποτέ καταράστηκα τον λευκό πατέρα μου, παίρνω τις κατάρες πίσω.

Αν ποτέ έβρισα τη μαύρη μητέρα μου κι ευχήθηκα στην κόλαση να πάει, λυπάμαι για τη δαιμονική επιθυμία τούτη και της εύχομαι να είναι καλά.

Ο πατέρας μου πέθανε σε ένα όμορφο μεγάλο σπίτι. Η μητέρα μου πέθανε σε μια καλύβα. Αναρωτιέμαι εγώ που θα πεθάνω, αφού ούτε λευκός ούτε μαύρος είμαι;»

Στέλνει σε όλους μας ένα πολύ δυνατό μήνυμα. Οι στίχοι αυτοί συνοψίζουν τη σημασία της αληθινής πνευματικότητας και της κοινωνικής-διανοητικής υγείας: «παίρνω τις κατάρες πίσω» και «της εύχομαι να είναι καλά».

Τι μας λέει άραγε ο Λάνγκστον Χιουζ μέσα από αυτούς τους στίχους;

Πιστεύω πως δηλώνει ότι είναι πια πνευματικά ώριμος για να πει στους γονείς του: «Σας συγχωρώ και λυπάμαι για τις όποιες κακές σκέψεις έκανα ποτέ μου για σας».

Ο Wayne W. Dyer μας λέει: Κουβαλούσα το φορτίο της πικρίας και του μίσους μέχρι τα τριάντα περίπου χρόνια μου. Τότε ήταν που επισκέφθηκα τον τάφο του και είπα ουσιαστικά το ίδιο ακριβώς που λέει και ο Λάνγκστον Χιουζ: «Παίρνω τις κατάρες πίσω».

Η κίνησή μου αυτή μου άλλαξε στην κυριολοξία τη ζωή. Η συγγραφική ικανότητά μου άρχισε να απελευθερώνεται, η υγεία μου βελτιώθηκε σημαντικά, οι σχέσεις μου μετατοπίστηκαν κι αυτές από κάθε αίσθημα έχθρας και εστιάστηκαν περισσότερο στην πνευματική επαφή και, πάνω απ' όλα, απαλλάχθηκα από το βάσανο του δηλητηρίου που κυλούσε στις φλέβες μου.

Βάζοντας ταμπέλες δημιουργούμε διαχωρισμούς

Όταν μαθαίνουμε να συγχωρούμε, εξυψωνόμαστε πάνω από όσους μας προσέβαλαν ή μας πλήγωσαν, και η ίδια η πράξη της συγχώρεσης βάζει τέλος στη διένεξη. Ο τελευταίος στίχος του ποιήματος του Λάνγκστον Χιουζ μιλά για τη διαδικασία να βάζουμε ταμπέλες ώστε να ταυτοποιήσουμε τον εαυτό μας με κριτήριο την εξωτερική εμφάνιση.

Ο Σέρεν Κίρκεγκορ, ο περίφημος Δανός στοχαστής, είχε δηλώσει: «Από τη στιγμή που με χαρακτηρίζεις, με καταργείς». Η διαδικασία να βάζουμε τον εαυτό μας και τους άλλους σε τακτοποιημένα μικρά χωρίσματα, με κριτήριο την όποια ταμπέλα, και μετά να εκφέρουμε κρίσεις για τους πάντες βασιζόμενοι σε αυτές τις ταμπέλες, είναι λιγότερο πνευματική και περισσότερο αλλοτριωτική πράξη που θα μπορούσα ποτέ να φανταστώ.

Κι όμως, είναι κάτι που βλέπουμε να γίνεται συνεχώς. Η κυβέρνησή μας μας ζητά να συμπληρώνουμε έγγραφα με τα στοιχεία μας και να χωριζόμαστε σε φυλετικές κατηγορίες. Οι επιχορηγήσεις μοιράζονται με κριτήριο τους ίδιους αυτούς διαχωρισμούς και οι προκαταλήψεις εξακολουθούν να είναι αχαλίνωτες, επειδή τείνουμε να αναγνωρίζουμε ο ένας τον άλλο με κριτήριο αυτό που βλέπουν τα μάτια μας και όχι αυτό που νιώθουμε στην καρδιά μας.

Γνωρίζουμε ότι μπορούμε να δωρίσουμε ο ένας στον άλλο τα όργανα του σώματός μας, να προσφέρουμε αίμα ο ένας στον άλλο, όπως επίσης γνωρίζουμε ότι οι σκέψεις μας και οι ψυχές μας δεν έχουν χρώμα. Κι όμως, εξακολουθούμε να βάζουμε ετικέτες στους ανθρώπους με κριτήριο την εξωτερική εμφάνιση.

Έχουμε έναν καλό φίλο, που ζει στο Μάουι. Ο πατέρας του -που ζει εδώ και καιρό μακριά από την οικογένεια -είναι μαύρος και η μητέρα του είναι λευκή. Όπως και ο Λάνγκστον Χιουζ, έτσι και αυτός ανατράφηκε από τη μητέρα του και τη γιαγιά του. Κάποια στιγμή, μου είπε: «Καθώς δεν είμαι ούτε λευκός ούτε μαύρος, δεν έχω στην πραγματικότητα ποιον να μισήσω». Μπορούμε να μάθουμε πολλά από αυτή την παρατήρησή του.

Μου αρέσουν πολύ οι δύο τελευταίοι στίχοι αυτού του ποίηματος του Λάνγκστον Χιουζ. Συνοψίζουν όλο τον παραλογισμό τού να βάζουμε στους ανθρώπους ταμπέλες οποιουδήποτε είδους. «Αναρωτιέμαι εγώ πού θα πεθάνω, αφού ούτε λευκός ούτε μαύρος είμαι;»

Αν είναι δυνατόν να υπάρχει ένα τέτοιο δίλημμα! Ναι, ξέρουμε πώς να αντιμετωπίσουμε και τη μητέρα του. Τι θα κάνουμε όμως με αυτόν, τον γιο τους; Αυτός ο άνθρωπος, ο Λάνγκστον Χιουζ, έγραψε την ποίησή του από το 1920 ως το 1930, σε μια περίοδο δηλαδή που το φυλετικό μίσος και η ένταση που αυτό γεννούσε ταλάνιζαν την Αμερική. Κι εκείνος μίλησε μέσα από την καρδιά του, με τεράστιο σθένος.

Ίσως το γνωστότερο ποίημά του να είναι εκείνο με τίτλο «Κι εγώ επίσης τραγουδώ την Αμερική». Το παραθέτω εδώ, ώστε διαβάζοντάς το να στοχαστείτε επάνω σε αυτά τα δύο θέματα, τη συγχώρεση και τον διαχωρισμό των ανθρώπων σε κατηγορίες.

«Είμαι ο αδελφός με το πιο σκούρο χρώμα, στην κουζίνα με στέλνουν να φάω όταν έρχονται επισκέψεις στο σπίτι. Όμως εγώ γελώ και καλοτρώω και δυναμώνω. Αύριο θα καθίσω στο τραπέζι όταν έρθουν στο σπίτι επισκέψεις. Κανείς δεν θα τολμήσει να μου πει «Εσύ φάε στην κουζίνα». Τότε. Άλλωστε, θα προσέξουν πόσο όμορφος είμαι και θα ντραπούν. Κι εγώ, επίσης, είμαι Αμερική.»

Και έτσι είναι, επειδή ένας άνθρωπος σαν τον Λάνγκστον Χιουζ μπορούσε να γελάει και να δυναμώνει και να νιώθει όμορφος ανεξάρτητα από τη διαφορετική ενδεχομένως άποψη οποιουδήποτε άλλου. Και, ναι, είχε την ικανότητα να συγχωρεί.

Μας υπενθυμίζει, με άλλα λόγια, ότι όλοι οι άνθρωποι έχουν την ίδια αξία!

Το παρόν άρθρο αποτελεί αδειοδοτημένο απόσπασμα από το βιβλίο Η σοφία των αιώνων που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Διόπτρα

Συγγραφή - Επιμέλεια Άρθρου

Χρύσα Πράντζαλου

e psy logo twitter2Τμήμα Σύνταξης της Πύλης Ψυχολογίας Psychology.gr
Επιμέλεια και συγγραφή άρθρων, μετάφραση & απόδοση ξενόγλωσσων άρθρων.
Επικοινωνία: editorial @psychology.gr