Η ιδέα ότι με το κατάλληλο περιβάλλον τα παιδιά μπορεί να ξεπεράσουν ακόμη και πολύ δυσμενείς πρώιμες εμπειρίες υποστηρίζεται από μελέτες παιδιών που έζησαν σε ακραίες συνθήκες αποστέρησης.

Στην ιστορία της ανθρωπότητας υπάρχουν αρκετές αναφορές σε παιδιά-λύκους, τα οποία βρέθηκαν σε άγρια κατάσταση και δεν είχαν ποτέ κοινωνικές επαφές.

Από τις πρώτες αναφορές ήταν αυτή για τον Ρωμύλο και τον Ρέμο, τους θρυλικούς ιδρυτές της Ρώμης, οι οποίοι λέγεται ότι ανατράφηκαν από μια λύκαινα. Ωστόσο, για τα περισσότερα από τα άτομα για τα οποία γίνονταν οι αναφορές υπήρχε η άποψη ότι ποτέ δεν εκπολιτίστικαν στ' αλήθεια.

Εκφραζόταν δηλαδή η ιδέα ότι τα συγκεκριμένα παιδιά δεν ήταν δυνατόν να δεχθούν οποιαδήποτε μορφή θεραπείας γιατί οι πρώιμες εμπειρίες τους είχαν προκαλέσει μόνιμη βλάβη.

Πάρα ταύτα, οι μελέτες τέτοιων παιδιών στον αιώνα μας αφήνουν να εννοηθεί ότι ίσως η κατάστασή τους είναι αναστρέψιμη, αν και φυσικά δεν μπορούμε να ξέρουμε τις λεπτομέρειες αυτών των πρώτων περιπτώσεων.

Τα δίδυμα από την Τσεχοσλοβακία

Η Koluchova (1976) ανέφερε την ανακάλυψη ενός ζεύγους διδύμων ηλικίας 7 ετών στην (πρώην) Τσεχοσλοβακία. Τα δίδυμα αυτά είχαν παραμεληθεί κατά τη διάρκεια της παιδικής τους ηλικίας. Η μητέρα τους πέθανε αμέσως μετά τη γέννησή τους και τα παιδιά πέρασαν τους επόμενους 11 μήνες της ζωής τους σε ένα ίδρυμα.

Στη συνέχεια επέστρεψαν σπίτι τους και έζησαν με τον πατέρα τους και τη δεύτερη σύζυγό του. Από ό,τι είναι γνωστό, τα παιδιά βίωσαν καταστάσεις σοβαρής παραμέλησης και σωματικής κακοποίησης ιδιαίτερα από τη δεύτερη μητέρα τους, αν και αναφέρεται ότι κάποιοι είχαν δει μια φορά τον πατέρα να τα χτυπά με μια λαστιχένια μάνικα μέχρι που έπεσαν στο έδαφος ανίκανα να κινηθούν.

Όταν ανακαλύφθηκαν, είχαν περάσει αρκετό καιρό κλειδωμένα σε μια μικρή ντουλάπα και στο κελάρι του σπιτιού. Δεν είχαν άλλα παιχνίδια εκτός από μια χούφτα κύβους και κανενός είδους κοινωνική επαφή.

Όταν βρέθηκαν, περπατούσαν μετά βίας, δεν μιλούσαν, μονολότι μερικές φορές προσπαθούσαν να μιμηθούν το λόγο των ενηλίκων. όπως ήταν αναμενόμενο, ήταν πολυ ντροπαλά και δεν εμπιστεύονταν τους άλλους. Δεν έπαιζαν αυθόρμητα και δεν μπορούσαν να κατανοήσουν εικόνες, καθώς δεν είχαν δει κάτι τέτοιο πρωτύτερα.

Ύστερα από αρκετό καιρό ιδρυματικής φροντίδας, που βοήθησε να αποκατασταθούν κάποια από τα χειρότερα σωματικά συμπτώματα της παραμέλησης που είχαν βιώσει, τα δίδυμα δόθηκαν σε δύο ανάδοχες μεσήλικες μητέρες, οι οποίες ήταν αδελφές.  Αυτές κατανόησαν την κατάσταση των παιδιών και μπόρεσαν να τους προσφέρουν την αγάπη, τη φροντίδα και τα απαραίτητα ερεθίσματα.

Καθώς τα παιδιά προσαρμόζονταν στην καινούρια τους ζωή, άρχισαν να προοδεύουν και σύντομα ανέπτυξαν ικανότητες και δεξιότητες τις οποίες δεν είχαν προηγουμένως. Στο σχολείο και στις συναναστροφές τους με τα άλλα παιδιά ήταν κεφάτα και δημοφιλή, χωρίς να δείχνουν τίποτα από την προηγούμενη εμπειρία τους. Το νοηματικό τους πηλίκο αυξήθηκε από 40-50, που ήταν όταν βρέθηκαν, στο 100-101 στην ηλικία των 14 ετών. Τέλος, ανέπτυξαν μια ζεστή και γεμάτη αγάπη σχέση με την ανάδοχη μητέρα τους και την αδελφή της.

Η περίπτωση της L.H.

Αρκετοί ψυχολόγοι υποστήριξαν ότι τα δίδυμα συνήλθαν επειδή μπόρεσαν να διατηρήσουν ένα συναισθηματικό δέσιμο μεταξύ τους και κράτησαν έτσι ζωντανή την ικανότητά τους για προσκολλήσεις.

Ωστόσο, η Koluchova απέδωσε τη βελτίωσή τους στη σχέση τους με την ανάδοχη μητέρα.

Η περίπτωση ενός άλλου παιδιού που έζησε σε ακραίες συνθήκες αποστέρησης, της L.H. φαίνεται να υποστηρίζει την άποψη της Koluchova. Από τη βρεφική ηλικία, το κοριτσάκι είχε βιώσει καταστάσεις έντονης παραμέλησης και κακής μεταχείρισης. Απομακρύνθηκε από το σπίτι σε ηλικία 4 ετών, αλλά λόγω της ιδιαίτερα επιθετικής και διαταραγμένης συμπεριφοράς της εισήχθη σε ένα ψυχιατρικό ίδρυμα, όπου παρέμεινε για δύο περίπου χρόνια μέχρι τη στιγμή που η ανάδοχη μητέρα των διδύμων έμαθε γι' αυτήν και προσφέρθηκε να την αναλάβει.

Παρά τη διάγνωση της νοητικής καθυστέρησης και των ελάχιστων πιθανοτήτων βελτίωσης, το κορίτσι σημείωσε σημαντική πρόοδο στο καινούριο περιβάλλον.

Ο δείκτης νοημοσύνης της αυξήθηκε σημαντικά, όπως και η κοινωνική σταθερότητά της. Διαμόρφωσε στενές σχέσεις με τα άλλα μέλη της οικογένειας, τις δυο αδελφές και τα δίδυμα, έμαθε να διαβάζει και να γράφει επαρκώς και έδειξε μια ιδιαίτερη κλίση στη μουσική την οποία κανείς ποτέ δεν είχε υποπτευθεί.

Ωστόσο, η L.H. παρουσίαζε κάποια κενά στη μνήμη της καθώς και διάσπαση προσοχής, τα οποία θεωρήθηκαν απότέλεσμα μιας εγκεφαλικής βλάβης εξαιτίας των συνθηκών παραμέλησης που είχε ζήσει. Μάλιστα, δεν φάνηκε να συνέρχεται εντελώς από τα συναισθηματικά της τραύματα, όπως είχε συμβεί με τα δίδυμα.

Κατά συνέπεια, μπορεί να υποτεθεί ότι οι σχέσεις των διδύμων μεταξύ τους είχαν αμβλύνει κάπως τις επιπτώσεις των εμπειριών τους, μονολότι δεν φάνηκαν να έπαιξαν αποφασιστικό ρόλο στην πλήρη αποκατάστασή τους.

Η περίπτωση της Άννας

Ο Davis (1947) περιέγραψε δύο ακόμη παιδιά τα οποία είχαν βιώσει σοβαρή παραμέληση. Ένα απ΄αυτά, η Άννα, βρέθηκε σε ηλικία 6 ετών. Το κορίτσι είχε ήδη περάσει τους πρώτους μήνες της ζωής του αλλάζοντας συνεχώς και ανεπιτυχώς περιβάλλον. Δεν ήταν διόλου εύκολο να υιοθετηθεί, καθώς ήταν φιλάσθενη.

Τελικά, η Άννα επέστρεψε στη φυσική της μητέρα. Επειδή δεν είχε αναγνωριστεί από τον πατέρα της, ο παππούς της -που ήταν ο ιδιοκτήτης του σπιτιού- ήταν αντίθετος στην παρουσία της. Έτσι η Άννα έμενε στη σοφίτα του σπιτιού, με μόνη τροφή λίγο γάλα, και χωρίς καμία κοινωνική επαφή. Όταν βρέθηκε, δεν μπορούσε να μιλήσει, να περπατήσει ή να φάει μόνη της, και ήταν εντελώς απαθής.

Ύστερα από τρία χρόνια συστηματικής φροντίδας, η Άννα σημείωσε σημαντική πρόοδο. Έμαθε να μιλά, στο επίπεδο ενός παιδιού ηλικίας 2,5 ετών, ήταν ικανή να παίξει με άλλα παιδιά, και μπορούσε να ντυθεί και να φροντίσει τον εαυτό της. Παρέμεινε όμως ένα φιλάσθενο παιδί και πέθανε σε ηλικία 10 ετών.

Στην περίπτωση της Άννας, ένα από τα προβλήματα ήταν το ότι λίγα πράγματα ήταν γνωστά για τον πατέρα της -ακόμα και το ποιος ήταν- και γι' αυτό ήταν αδύνατον να αποκλειστεί η πιθανότητα ότι το παιδί μπορεί  να είχε κληρονομήσει κάποιο είδος νοητικής ανεπάρκειας.

Η περίπτωση της Ισαβέλας

Ο Davis (1947), ο οποίος ανέφερε την Άννα, μίλησε και για ένα άλλο παιδί, την Ισαβέλα, η οποία βρέθηκε περίπου την ίδια επόχή με την Άννα, σε ηλικία 6,5 ετών. Και αυτή ήταν νόθο παιδί, η δε μητέρα της ήταν κωφή, με αποτέλεσμα το παιδί να μην έχει καμία εμπειρία προφορικού λόγου. Ήταν κλεισμένη σε ένα σκοτεινό δωμάτιο και δεν είχε σχεδόν καμία κοινωνική επαφή με οποιονδήποτε.

Δεν μπορούσε να μιλήσει, δεν αναγνώριζε ούτε αντικείμενα ούτε ανθρώπους και συμπεριφερόταν όπως ένα βρέφος. Η εντύπωση που άφησε όταν βρέθηκε ήταν ότι δεν μπορούσε να μάθει τίποτα και ότι ήταν εντελώς αδύνατον να ξεπεράσει τις συνθήκες αποστέρησης στις οποίες είχε ζήσει.

Η Ισαβέλα δέχθηκε αρκετή και παρατεταμένη εξειδικευμένη φροντίδα, καθώς και ζεστασιά και αγάπη. Η βελτίωσή της ήταν εντυπωσιακή. Ενάμιση χρόνο μετά την ανακάλυψή της, έδινε την εντύπωση στον ψυχολόγο που την επισκεπτόταν ότι ήταν ένα έξυπνο, χαρούμενο μικρό κορίτσι. Τα πήγαινε καλά στο σχολείο, ήταν κεφάτη και δημοφιλής στους συμμαθητές της.

O Davis εξέφρασε την άποψη ότι, αντί να είναι ανεπανόρθωτα επιβλαβή, αυτά τα χρόνια της αναπτυξιακής στασιμότητας έμοιζαν να έχουν οδηγήσει σε μια ταχύτατη βελτίωση.

Η Ισαβέλα μάθαινε πολύ πιο γρήγορα από τα άλλα παιδιά της ηλικίας της και απέκτησε τις δεξιότητες, οι οποίες της έλειπαν, σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα.

Η θεραπευτική δύναμη της αγάπης

Όπως οι μελέτες υιοθεσίας παιδιών μεγαλύτερης ηλικίας, έτσι και οι μελέτες παιδιών που έζησαν σε ακραίες συνθήκες αποστέρησης αφήνουν να εννοηθεί ότι τα πρώτα χρόνια της ζωής μπορεί να μην είναι τόσο κρίσιμα όπως είχε αρχικά υποτεθεί.

Παρόλο που είναι ξεκάθαρο ότι οι εμπειρίες των παιδιών κατά τη διάκρεια αυτής της χρονικής περιόδου μπορεί  να αποβούν εξαιρετικά επιβλαβείς, είναι επίσης φανερό ότι αν το παιδί τοποθετηθεί στο κατάλληλο περιβάλλον και του προσφερθεί εξειδικευμένη φροντίδα, θα μπορέσει να ξεπεράσει ακόμα και τις πιο τραυματικές εμπειρίες.

Τα παιδιά αυτά θα κατορθώσουν να διαμορφώσουν ζεστές και στενές σχέσεις με τους άλλους, όπως και να αναπτύξουν τις ικανότητες και τις δεξιότητες που χρειάζονται για τη μετέπειτα ζωή τους. Βεβαίως, μια τέτοια βελτίωση δεν ειναι εύκολο να επιτευχθεί, ούτε και θα συμβεί χωρίς τη βοήθεια των ειδικών και τη δημιουργία ζεστών, γεμάτων αγάπη, σχέσεων με τους άλλους ανθρώπους.

Το παρόν άρθρο αποτελεί αδεοδοτημένο απόσπασμα από τον Β' Τόμο του βιβλίου Εισαγωγή στην Ψυχολογία που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πεδίο.

Συγγραφή - Επιμέλεια Άρθρου

Χρύσα Πράντζαλου

e psy logo twitter2Τμήμα Σύνταξης της Πύλης Ψυχολογίας Psychology.gr
Επιμέλεια και συγγραφή άρθρων, μετάφραση & απόδοση ξενόγλωσσων άρθρων.
Επικοινωνία: editorial @psychology.gr