Ακρόαση άρθρου......

google news icon Πρόσθεσε το Psychology.gr στις προτιμώμενες πηγές σου στη Google
Με αυτό τον τρόπο, θα βλέπεις περισσότερα νέα άρθρα ψυχολογίας και ψυχικής υγείας που δημοσιεύονται στο PSYCHOLOGY.GR

Υπήρξε μια περίοδος όπου η συζήτηση για τη γονική αποξένωση περιστρεφόταν σχεδόν αποκλειστικά γύρω από έναν μεγάλο, φορτισμένο όρο. Το «σύνδρομο». Έναν όρο που μπήκε δυναμικά στον δημόσιο και επιστημονικό διάλογο, αλλά ταυτόχρονα δημιούργησε μεγάλη ένταση, αμφισβήτηση και σύγχυση.

Όχι επειδή οι αποξενωτικές συμπεριφορές δεν υπάρχουν. Υπάρχουν. Όχι επειδή παιδιά δεν οδηγούνται σε απόρριψη ενός γονέα χωρίς πραγματική, ασφαλή και τεκμηριωμένη αιτία. Οδηγούνται. Το πρόβλημα βρίσκεται αλλού. Βρίσκεται στο ότι ένα σύνθετο οικογενειακό, ψυχολογικό και δικαστικό φαινόμενο δεν μπορεί να συμπιεστεί σε μία μόνο λέξη και να χρησιμοποιηθεί σαν να εξηγεί τα πάντα.

Η επιστήμη, όταν σέβεται τον εαυτό της, δεν αρκείται σε όρους που προκαλούν εντύπωση. Ζητά ορισμούς, κριτήρια, διαφορική εκτίμηση, μεθοδολογία, αξιοπιστία, επαναληψιμότητα. Ζητά να γνωρίζει τι ακριβώς εξετάζει, με ποιον τρόπο το εξετάζει και πώς ξεχωρίζει ένα φαινόμενο από άλλα που μπορεί να μοιάζουν εξωτερικά, αλλά να έχουν εντελώς διαφορετική αιτία.

Και εδώ βρίσκεται η μεγάλη μετατόπιση των τελευταίων ετών. Η γονική αποξένωση δεν εγκαταλείπεται ως πεδίο μελέτης. Αντιθέτως, μπαίνει σε πιο απαιτητικό επιστημονικό έδαφος. Μετακινείται από το επίπεδο της μονοδιάστατης ετικέτας στο επίπεδο της δομημένης αξιολόγησης.

Αυτό είναι κρίσιμο.

Γιατί ένα παιδί που αρνείται, αντιστέκεται ή αποφεύγει την επαφή με έναν γονέα δεν σημαίνει αυτομάτως ότι έχει αποξενωθεί. Μπορεί να βρίσκεται υπό πίεση. Μπορεί να έχει επηρεαστεί. Μπορεί να έχει μπει σε σύγκρουση πίστης. Μπορεί να φοβάται ότι, αν δείξει αγάπη στον έναν γονέα, θα προδώσει τον άλλον. Μπορεί όμως και να έχει βιώσει πραγματική κακοποιητική, παραμελητική ή τρομακτική συμπεριφορά. Μπορεί η απόρριψή του να είναι αποτέλεσμα αποξενωτικής επιρροής, αλλά μπορεί και να είναι προστατευτική αντίδραση.

Αυτή η διάκριση δεν είναι λεπτομέρεια. Είναι ο πυρήνας του ζητήματος.

Η σύγχρονη διεθνής προσέγγιση, ιδίως σε οικογενειακά και δικαστικά πλαίσια, επιχειρεί ακριβώς αυτό. Να ξεχωρίσει την άρνηση ή αντίσταση του παιδιού από τις πιθανές αιτίες της. Να μην ξεκινά από το συμπέρασμα, αλλά από την παρατήρηση. Να μη λέει από την αρχή «αυτό είναι αποξένωση», αλλά να εξετάζει τι βλέπουμε, πώς εκδηλώνεται, πότε ξεκίνησε, ποια είναι η ιστορία της σχέσης, ποιος γονέας ενισχύει τι, τι λέει το παιδί, τι δεν λέει, τι φοβάται, τι επαναλαμβάνει, τι αποφεύγει, τι αλλάζει όταν βρίσκεται μόνο του και τι εμφανίζεται όταν υπάρχει η παρουσία ή η σκιά του άλλου γονέα.

Με άλλα λόγια, η επιστήμη αρχίζει να παίρνει το φαινόμενο στα σοβαρά. Και όταν παίρνεις κάτι στα σοβαρά, δεν το κάνεις σύνθημα. Το κάνεις αντικείμενο ακριβούς αξιολόγησης.

THERAPY.PSYCHOLOGY - ΠΛΑΤΦΟΡΜΑ ONLINE ΨΥΧΟΘΕΡΑΠΕΙΑΣ
Μια ολοκληρωμένη εμπειρία σύνδεσης Ειδικών Ψυχικής Υγείας και Θεραπευόμενων | Ξεκίνα εδώ το Θεραπευτικό ταξίδι σου...

Οι πρόσφατες ψυχομετρικές προσπάθειες κινούνται ακριβώς προς αυτή την κατεύθυνση. Η ανάπτυξη και αναμόρφωση εργαλείων αξιολόγησης της γονικής αποξένωσης δείχνει ότι το πεδίο προσπαθεί να απομακρυνθεί από τις απλές αυτοαναφορές και τις μονομερείς αφηγήσεις. Αυτό έχει τεράστια σημασία. Γιατί στις συγκρουσιακές οικογενειακές υποθέσεις, η αφήγηση κάθε πλευράς είναι ήδη φορτισμένη. Ο κάθε γονέας μπορεί να πιστεύει ειλικρινά ότι περιγράφει την αλήθεια. Όμως η ειλικρίνεια δεν αρκεί για να παραχθεί αξιόπιστο συμπέρασμα.

Η δυσκολία εδώ είναι δομική. Σε συγκρουσιακά οικογενειακά περιβάλλοντα, η αυτοαναφορά δεν είναι ουδέτερο δεδομένο. Ο κάθε γονέας δεν περιγράφει απλώς την πραγματικότητα, τη νοηματοδοτεί μέσα από τη δική του θέση, τον δικό του φόβο, τη δική του απώλεια και συχνά τη δική του άμυνα.

Το ίδιο ισχύει και για το παιδί, το οποίο δεν εκφράζεται σε κενό αέρος, αλλά μέσα σε ένα δίκτυο σχέσεων, προσδοκιών και πολλές φορές αόρατων πιέσεων. Αν η αξιολόγηση στηριχθεί αποκλειστικά σε αυτά τα δεδομένα, κινδυνεύει να αναπαράγει τη σύγκρουση αντί να την κατανοήσει. Γι’ αυτό η απλή καταγραφή του τι λέγεται δεν αρκεί. Χρειάζεται διερεύνηση του πώς, του πότε και των συνθηκών μέσα στις οποίες λέγεται.

Γι’ αυτό τα νεότερα εργαλεία επιχειρούν να συνδυάσουν περισσότερες πηγές πληροφόρησης. Αξιολόγηση από ειδικούς, παρατήρηση συμπεριφορών, αναφορές γονέων, αναφορές παιδιών, ιστορικό σχέσεων, μορφές επικοινωνίας, μοτίβα παρεμπόδισης, τρόπους με τους οποίους το παιδί μιλά για τον απορριπτόμενο γονέα. Όσο περισσότερες είναι οι πηγές, τόσο μικρότερος είναι ο κίνδυνος να εγκλωβιστεί η αξιολόγηση σε μία μόνο εκδοχή.

Η αξιολόγηση, αν θέλει να είναι αξιόπιστη, οφείλει να είναι πολυπηγική. Δεν αρκεί η φωνή ενός γονέα. Δεν αρκεί ούτε η μεμονωμένη δήλωση του παιδιού.

ΠΡΟΣΩΠΟΚΕΝΤΡΙΚΗ ΚΑΙ ΒΙΩΜΑΤΙΚΗ ΣΥΜΒΟΥΛΕΥΤΙΚΗ ΓΙΑ ΤΟ ΣΧΕΣΙΑΚΟ ΤΡΑΥΜΑ
Εγκαιρη εγγραφή: έως 30 Ιουλίου 2026 | Διοργάνωση: PSYVERSITY
Τα σεμινάρια απευθύνονται σε Επαγγελματίες Ψυχικής Υγείας που έχουν ενδιαφέρον να εξειδικευθούν στη θεραπεία του ψυχικού τραύματος υπό το πρίσμα της Προσωποκεντρικής Προσέγγισης στην Θεραπεία.

Απαιτείται συνδυασμός δεδομένων, αφηγήσεις και από τους δύο γονείς, παρατήρηση της αλληλεπίδρασης, ιστορικό της σχέσης πριν και μετά τον χωρισμό, μοτίβα επικοινωνίας, ενδεχόμενη παρεμπόδιση επαφής, τρόπος με τον οποίο το παιδί περιγράφει τον απορριπτόμενο γονέα, αλλά και τρόπος με τον οποίο αλλάζει η στάση του ανάλογα με το πλαίσιο. Ο ειδικός δεν καλείται να επιλέξει ποιον θα πιστέψει. Καλείται να συνθέσει. Και αυτή η σύνθεση είναι το πιο απαιτητικό και ταυτόχρονα το πιο κρίσιμο μέρος της διαδικασίας.

Εδώ πρέπει να ειπωθεί κάτι με σαφήνεια. Η γονική αποξένωση δεν μπορεί να αξιολογείται με το ένστικτο. Ούτε με το ποιος μιλά πιο πειστικά. Ούτε με το ποιος κλαίει περισσότερο. Ούτε με το ποιος εμφανίζεται πιο ήρεμος ή πιο συγκροτημένος. Αυτά είναι εξαιρετικά επισφαλή κριτήρια. Στα δικαστικά περιβάλλοντα, μάλιστα, μπορεί να οδηγήσουν σε τραγικά λάθη. Γιατί ο αποξενωμένος γονέας μπορεί να εμφανίζεται αποδιοργανωμένος από την απελπισία, ενώ ο γονέας που ασκεί επιρροή μπορεί να εμφανίζεται απολύτως λειτουργικός, ευγενής και θεσμικά προσαρμοσμένος. Η επιφάνεια δεν είναι πάντα ένδειξη αλήθειας.

Από την άλλη πλευρά, χρειάζεται η ίδια αυστηρότητα και προς την αντίθετη κατεύθυνση. Δεν είναι κάθε άρνηση παιδιού προϊόν αποξένωσης. Δεν είναι κάθε καταγγελία γονέα για αποξένωση ακριβής. Δεν είναι κάθε απορριπτόμενος γονέας θύμα. Και δεν είναι κάθε παιδί που δεν θέλει επαφή χειραγωγημένο. Αν δεν μπορούμε να το πούμε αυτό, τότε δεν υπερασπιζόμαστε την αλήθεια. Υπερασπιζόμαστε στρατόπεδα.

Η επιστήμη όμως δεν έχει δουλειά να υπηρετεί στρατόπεδα. Έχει δουλειά να υπηρετεί την ακρίβεια.

Γι’ αυτό και η νέα ορολογική μετατόπιση έχει αξία. Αντί να χρησιμοποιείται ένας μόνο όρος για να καλύψει όλες τις μορφές άρνησης επαφής, προτείνεται μια πιο λειτουργική διάκριση. Άλλο η άρνηση ή αντίσταση του παιδιού. Άλλο οι αποξενωτικές συμπεριφορές. Άλλο η δικαιολογημένη απόρριψη ενός γονέα. Άλλο η φυσιολογική προτίμηση, ταύτιση ή εγγύτητα του παιδιού με τον έναν γονέα. Αυτά μπορεί να συνυπάρχουν, να μπερδεύονται ή να αλληλεπικαλύπτονται, αλλά δεν είναι το ίδιο.

Εδώ βρίσκεται η πιο δύσκολη, αλλά και η πιο κρίσιμη διάκριση. Δεν είναι κάθε απόρριψη αποτέλεσμα αποξενωτικής επιρροής, όπως δεν είναι κάθε καταγγελία γονέα ένδειξη πραγματικού κινδύνου. Η αποξένωση αφορά τη συστηματική διαμόρφωση αρνητικής στάσης του παιδιού απέναντι σε έναν γονέα, χωρίς επαρκή βιωματική βάση που να δικαιολογεί την ένταση και την καθολικότητα αυτής της απόρριψης. Η δικαιολογημένη απόρριψη, αντίθετα, εδράζεται σε πραγματικές εμπειρίες του παιδιού, οι οποίες προκαλούν φόβο, ανασφάλεια ή ψυχική αποστασιοποίηση. Η εξωτερική εικόνα μπορεί να μοιάζει ίδια. Η εσωτερική δομή, όμως, είναι εντελώς διαφορετική. Και αυτή η διαφορά δεν ανιχνεύεται με γενικές εντυπώσεις, αλλά με προσεκτική, συστηματική και πολυεπίπεδη αξιολόγηση.

Διότι όταν ένα παιδί λέει «δεν θέλω να δω τον πατέρα μου» ή «δεν θέλω να δω τη μητέρα μου», ο ενήλικος κόσμος συχνά σπεύδει να μεταφράσει τη φράση σύμφωνα με τη δική του θέση. Ο ένας θα πει «το παιδί μίλησε, πρέπει να το σεβαστούμε». Ο άλλος θα πει «το παιδί έχει επηρεαστεί, πρέπει να το προστατεύσουμε». Και οι δύο μπορεί να έχουν εν μέρει δίκιο. Και οι δύο μπορεί να κάνουν λάθος. Το παιδί δεν είναι απλώς φορέας δήλωσης. Είναι φορέας σχέσης, φόβου, πίστης, ανάγκης, μνήμης, τραύματος και εξάρτησης από τους σημαντικούς ενηλίκους του.

Άρα, το ερώτημα δεν είναι μόνο τι λέει το παιδί. Είναι πώς έφτασε να το λέει.

Αυτό δεν σημαίνει ότι αγνοούμε τη φωνή του παιδιού. Κάθε άλλο. Σημαίνει ότι την ακούμε βαθύτερα. Δεν τη χρησιμοποιούμε σαν τελικό σύνθημα, ούτε σαν δικαστική σφραγίδα. Την εξετάζουμε μέσα στο πλαίσιο της ανάπτυξής του, της ηλικίας του, της σχέσης του με κάθε γονέα, της ιστορίας του χωρισμού, των μηνυμάτων που δέχεται, των φόβων που κουβαλά και των συνεπειών που πιστεύει ότι θα έχει η αγάπη του προς τον έναν ή τον άλλον.

Ένα παιδί μπορεί να αγαπά και να απορρίπτει ταυτόχρονα. Μπορεί να λαχταρά έναν γονέα και να τον διώχνει. Μπορεί να φοβάται ότι η σύνδεση με τον έναν θα του κοστίσει τη σύνδεση με τον άλλον. Μπορεί να έχει εκπαιδευτεί, χωρίς να το καταλαβαίνει, ότι η αγάπη δεν είναι ελεύθερη, αλλά πρέπει να δηλωθεί ως πίστη σε ένα στρατόπεδο. Αυτό είναι από τα πιο βαριά ψυχικά φορτία που μπορεί να κουβαλήσει ένα παιδί μετά τον χωρισμό των γονέων.

Σε αυτό το σημείο, η γονική αποξένωση παύει να είναι απλώς ζήτημα επικοινωνίας. Γίνεται ζήτημα ταυτότητας.

Γιατί το παιδί δεν χάνει μόνο χρόνο με έναν γονέα. Χάνει πρόσβαση σε ένα κομμάτι της δικής του καταγωγής, της ιστορίας του, της εσωτερικής του συνέχειας. Όταν ένα παιδί μαθαίνει ότι ο ένας γονέας του είναι ανάξιος αγάπης, επικίνδυνος, γελοίος, περιττός ή ηθικά κατώτερος, δεν απορρίπτει μόνο εκείνον. Μαθαίνει να απορρίπτει και το μέρος του εαυτού του που συνδέεται με εκείνον. Αυτός είναι ο λόγος που η αποξένωση, όταν υπάρχει, δεν είναι απλό οικογενειακό πρόβλημα. Είναι βαθιά αναπτυξιακή πληγή.

Η ενσωμάτωση στοιχείων αποξένωσης σε ευρύτερα πρωτόκολλα αρνητικών παιδικών εμπειριών δείχνει ακριβώς αυτή την κατεύθυνση. Το φαινόμενο δεν αντιμετωπίζεται πια ως στενή διαφορά επιμέλειας ή ως πρόβλημα επικοινωνίας μεταξύ γονέων. Εξετάζεται ως εμπειρία που μπορεί να συνδεθεί με ψυχική δυσφορία, τραυματική επιβάρυνση και μακροχρόνιες επιπτώσεις στην ανάπτυξη. Αυτό είναι σημαντικό, γιατί μεταφέρει τη συζήτηση από το δικαίωμα του γονέα στο ψυχικό φορτίο του παιδιού.

Και εδώ πρέπει να γίνει μια ακόμη διάκριση. Το δικαίωμα του γονέα στη σχέση με το παιδί του είναι σοβαρό. Αλλά το κέντρο της αξιολόγησης δεν μπορεί να είναι η πληγωμένη αξιοπρέπεια του ενηλίκου. Το κέντρο πρέπει να είναι η ψυχική ακεραιότητα του παιδιού. Όταν αυτά τα δύο ταυτίζονται, η υπόθεση είναι απλή. Όταν όμως συγκρούονται ή φαίνεται να συγκρούονται, χρειάζεται εξαιρετικά προσεκτική, πολυεπίπεδη αξιολόγηση.

Ακριβώς εδώ συναντούμε και το μεγαλύτερο κενό του πεδίου. Η μέτρηση βελτιώνεται. Οι έννοιες καθαρίζουν. Οι αξιολογήσεις γίνονται πιο σύνθετες. Όμως οι παρεμβάσεις δεν έχουν ακόμη την ίδια ερευνητική ισχύ. Υπάρχει έλλειψη αυστηρά ελεγχόμενων μελετών για το ποιες θεραπευτικές ή οικογενειακές παρεμβάσεις λειτουργούν πραγματικά σε περιπτώσεις σοβαρής άρνησης επαφής ή αποξενωτικών δυναμικών. Αυτό σημαίνει ότι ένα μεγάλο μέρος της πρακτικής στηρίζεται ακόμη σε κλινική εμπειρία, σε επιμέρους μοντέλα, σε δικαστικές αποφάσεις και σε θεραπευτικά πρωτόκολλα που δεν έχουν πάντα ελεγχθεί με την αυστηρότητα που απαιτείται.

Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν πρέπει να παρεμβαίνουμε. Σημαίνει ότι πρέπει να παρεμβαίνουμε με επίγνωση των ορίων μας.

Η χειρότερη απάντηση στην αποξένωση είναι η βιασύνη. Η δεύτερη χειρότερη είναι η αδράνεια.

Η βιασύνη μπορεί να οδηγήσει σε βίαιες επανενώσεις, σε μηχανικές αποφάσεις, σε παραγνώριση πραγματικών κινδύνων. Η αδράνεια, από την άλλη, επιτρέπει στην αποκοπή να παγιωθεί, στη μνήμη να αλλοιωθεί, στον δεσμό να απονεκρωθεί, στο παιδί να οργανώσει την ταυτότητά του γύρω από την απόρριψη. Και όταν η απόρριψη γίνει ταυτότητα, δεν λύνεται με μία απόφαση. Χρειάζεται χρόνος, σταθερότητα, προστασία και θεραπευτική επεξεργασία.

Γι’ αυτό η μελλοντική κατεύθυνση δεν μπορεί να είναι ούτε ιδεολογική ούτε τιμωρητική. Πρέπει να είναι δομημένη, πολυεπιστημονική και απολύτως συγκεκριμένη. Χρειαζόμαστε αξιολογήσεις που να διακρίνουν την επιρροή από τον φόβο, την πραγματική προστατευτική απόσταση από την κατασκευασμένη απόρριψη, την υγιή προτίμηση από την παθολογική συμμαχία, τη σύγκρουση γονέων από την ψυχική εμπλοκή του παιδιού στη σύγκρουση.

Χρειαζόμαστε επίσης παρεμβάσεις που δεν θα απευθύνονται μόνο στο παιδί ή μόνο στον απορριπτόμενο γονέα. Η αποξένωση, όταν υπάρχει, είναι δυναμική συστήματος. Δεν θεραπεύεται αν αντιμετωπιστεί σαν ατομικό πρόβλημα του παιδιού. Δεν θεραπεύεται αν πούμε απλώς στο παιδί «πήγαινε να δεις τον γονέα σου». Δεν θεραπεύεται αν αφήσουμε τον γονέα που επηρεάζει να συνεχίζει ατιμώρητα το ίδιο μοτίβο. Δεν θεραπεύεται όμως ούτε αν ο απορριπτόμενος γονέας δεν δουλέψει τη δική του στάση, τη ρύθμισή του, την αντοχή του, τον τρόπο με τον οποίο επανέρχεται στη σχέση χωρίς να ζητά από το παιδί να σηκώσει το βάρος της δικής του δικαίωσης.

Αυτό είναι ίσως ένα από τα πιο δύσκολα σημεία. Ο αποξενωμένος γονέας μπορεί να έχει υποστεί βαθιά αδικία. Μπορεί να έχει διασυρθεί, αποκλειστεί, ταπεινωθεί, ακυρωθεί. Όμως όταν επιστρέφει στο παιδί, δεν μπορεί να επιστρέφει μόνο ως πληγωμένος ενήλικος. Πρέπει να επιστρέφει ως γονέας. Και ο γονέας, όσο κι αν πονά, οφείλει να χωρά τον πόνο του παιδιού πριν ζητήσει από το παιδί να χωρέσει τον δικό του.

Αυτό δεν είναι εύκολο. Είναι όμως απαραίτητο.

Η γονική αποξένωση, ακριβώς επειδή αγγίζει τόσο βαθιά τη δικαιοσύνη, την απώλεια και την ταυτότητα, κινδυνεύει συνεχώς να γίνει πεδίο κραυγών. Κι όμως, όσο πιο δυνατή είναι η κραυγή, τόσο μεγαλύτερη είναι η ανάγκη για ακρίβεια. Γιατί οι κραυγές μπορεί να κινητοποιούν. Δεν αξιολογούν όμως. Δεν θεραπεύουν. Δεν προστατεύουν πάντα.

Η προστασία του παιδιού δεν χρειάζεται φανατισμό. Χρειάζεται καθαρότητα.

Χρειάζεται να μπορούμε να πούμε ότι η αποξένωση υπάρχει, χωρίς να τη βλέπουμε παντού. Να μπορούμε να πούμε ότι η κακοποίηση υπάρχει, χωρίς να χρησιμοποιείται ως εύκολο άλλοθι για αποκοπή όταν δεν τεκμηριώνεται. Να μπορούμε να πούμε ότι η φωνή του παιδιού έχει αξία, χωρίς να τη μετατρέπουμε σε αδιαμφισβήτητο δικαστικό εργαλείο. Να μπορούμε να πούμε ότι ο γονέας έχει δικαίωμα στη σχέση, χωρίς να ξεχνάμε ότι το παιδί δεν είναι αντικείμενο αποκατάστασης ενηλίκων.

Αυτή είναι η δύσκολη ισορροπία. Και όποιος την απλουστεύει, απλώς δεν έχει καταλάβει το βάθος του φαινομένου.

Η νέα επιστημονική κατεύθυνση, λοιπόν, δεν αποδυναμώνει τη συζήτηση για τη γονική αποξένωση. Την ωριμάζει. Της αφαιρεί τη ρητορική ευκολία και της προσθέτει αξιολογική ευθύνη. Μας αναγκάζει να πάψουμε να μιλάμε μόνο με βεβαιότητες και να αρχίσουμε να μιλάμε με κριτήρια. Και αυτό είναι πρόοδος.

Γιατί σε ένα πεδίο όπου η ζωή ενός παιδιού μπορεί να αλλάξει από μία έκθεση, μία δικαστική απόφαση, μία εσφαλμένη αξιολόγηση ή μία καθυστερημένη παρέμβαση, η ακρίβεια δεν είναι πολυτέλεια. Είναι ηθική υποχρέωση.

Στο τέλος, το ερώτημα δεν είναι ποιος γονέας θα επικρατήσει. Δεν είναι ποια αφήγηση θα ακουστεί πιο πειστική. Δεν είναι ποιος θα κερδίσει τη μάχη των εντυπώσεων.

Το ερώτημα είναι αν μπορούμε να δούμε το παιδί χωρίς να το χρησιμοποιήσουμε.

Αν μπορούμε να ακούσουμε τη φωνή του χωρίς να την εκμεταλλευτούμε.

Αν μπορούμε να διακρίνουμε την πραγματική προστασία από την ψυχική κατοχή.

Αν μπορούμε να καταλάβουμε πότε ένα παιδί απομακρύνεται γιατί κινδυνεύει και πότε απομακρύνεται γιατί έχει μάθει ότι η αγάπη του προς τον έναν γονέα απαγορεύεται.

Εκεί θα κριθεί η σοβαρότητα του πεδίου τα επόμενα χρόνια. Όχι στα συνθήματα. Όχι στις εύκολες βεβαιότητες. Όχι στην ιδεολογική χρήση της γονεϊκότητας.

Αλλά στην ικανότητά μας να μετράμε σωστά, να διακρίνουμε καθαρά και να παρεμβαίνουμε με τρόπο που δεν υπηρετεί την εκδίκηση των ενηλίκων, αλλά την εσωτερική συνέχεια του παιδιού.

Γιατί ένα παιδί δεν χρειάζεται να επιλέξει ποιον γονέα θα διαγράψει για να επιβιώσει ψυχικά.

Χρειάζεται να του επιτρέψουμε να έχει μητέρα και πατέρα μέσα του, χωρίς να πληρώνει το τίμημα της αγάπης του.

 

Ενδεικτική βιβλιογραφία

Harman, J. J., Lorandos, D., Biringen, Z., & Grubb, C. (2021). Parental alienating behaviors, an unacknowledged form of family violence. Psychological Bulletin, 147(10), 977–1010. doi.org/10.1037/bul0000329

Bernet, W., & Baker, A. J. L. (2020). Parental alienation, DSM considerations and clinical implications. Journal of the American Academy of Psychiatry and the Law, 48(1), 80–89. doi.org/10.29158/JAAPL.003917-20

Verrocchio, M. C., Marchetti, D., & Fulcheri, M. (2020). The role of parental alienation in the intergenerational transmission of trauma. Frontiers in Psychology, 11, 567865. doi.org/10.3389/fpsyg.2020.567865

Johnston, J. R., Sullivan, M. J., & Walters, M. G. (2023). Differentiating parental alienation from justified estrangement, recent developments in family court assessment. Family Court Review, 61(2), 312–330.doi.org/10.1111/fcre.12703

Rodrigues, M., & Drozd, L. (2022). Child refusal of contact in high conflict families, assessment frameworks and clinical implications. Journal of Child Custody, 19(3), 265–289. doi.org/10.1080/15379418.2022.2046238

Θεσμική αναφορά

Family Justice Council. (2024). Guidance on responding to a child’s unexplained reluctance, resistance or refusal to spend time with a parent and allegations of alienating behaviour. Courts and Tribunals Judiciary. judiciary.uk/wp-content/uploads/2024/12/Family-Justice-Council-Guidance-on-responding-to-allegations-of-alienating-behaviour-2024-1-1.pdf

 

Συγγραφή - Επιμέλεια Άρθρου

Ευγενία Παπαδοπούλου

papadopoulou evgeniaΨυχοθεραπεύτρια, Οικογενειακή Συστημική, Διαλεκτική Συμπεριφορική, βιοθυμική, κλινική Υπνοθεραπεύτρια, NLP practitioner, Life coach

THERAPY.PSYCHOLOGY - ΠΛΑΤΦΟΡΜΑ ONLINE ΨΥΧΟΘΕΡΑΠΕΙΑΣ
Μια ολοκληρωμένη εμπειρία σύνδεσης Ειδικών Ψυχικής Υγείας και Θεραπευόμενων | Ξεκίνα εδώ το Θεραπευτικό ταξίδι σου...