Πρώτο απόγευμα Δεκέμβρη, μέρα Παρασκευή, γυρνώ από τη δουλειά και αλαφιασμένη μπαίνω στο λεωφορείο για το σπίτι, γεμάτη κούραση μετά την τελευταία συνεδρία μου. Βρίσκω ένα κάθισμα και κάθομαι νιώθοντας τυχερή και ανακουφισμένη γιατί η διαδρομή είναι αρκετά μεγάλη. Σε λίγο ξεκινώ να χαζεύω στο κινητό μου, ψάχνοντας συνταγές για το μενού του Σαββάτου που είναι η γιορτή της μεγάλης μου κόρης, της Νικολέτας.

Την προσοχή μου τραβάνε δύο γυναικείες φιγούρες που κάθονται ακριβώς απέναντί μου, μια γυναίκα που κρατά σφικτά από το χέρι την κόρη της –λογικά-ένα νεαρό κορίτσι ούτε 18 χρονών με όμορφα ξανθά μαλλιά και μάτια απλανή. Το βλέμμα της χαμένο, οι κινήσεις της σπασμωδικές, δηλώνουν αμέσως ότι δεν πρόκειται για κορίτσι τυπικής ανάπτυξης.

Συνέχισα την αναζήτηση συνταγών μου, σαν να ήταν το πιο σπουδαίο γεγονός για μένα, ώσπου γύρισα –χωρίς εμφανή λόγο- το κεφάλι μου, καθώς διαισθάνθηκα δυο μάτια να με καρφώνουν.

Τα δυο μάτια ανήκαν στη μητέρα που κρατούσε-ακόμη- το χέρι της κοπέλας. Αυστηρό βλέμμα, που σχεδόν με έκανε να ντραπώ. Παράτησα το κινητό μου και καταπιάστηκα με το πρόσωπό της. Στο γραφείο μου σαν ψυχοθεραπεύτρια έβλεπα, άλλωστε, πολλά πρόσωπα καθημερινά και μπορούσα να εκμαιεύσω πολλά για την ιστορία τους.

Τα μάτια, οι εκφράσεις προσώπου και γενικά όλο αυτό που ονομάζουμε μη λεκτική συμπεριφορά, πάντα έχουν πολλά να πουν για τα συναισθήματα των ανθρώπων, ακόμη και αν με επιμέλεια το κρύβουν. Το πρόσωπο αυτής της μητέρας ήταν σκληρό, αυτή ήταν η πρώτη λέξη που ήρθε στο μυαλό μου. Οι ρυτίδες στο μέτωπό της υποδήλωναν κούραση και σε συνδυασμό με το αυστηρό της βλέμμα καταλάβαινες ότι η κούραση ήταν και ψυχική και σωματική.

Το χέρι της, γεμάτο ρόζους, δεν άφηνε λεπτό την ξανθομαλλούσα κόρη της που έμοιαζε να ταξιδεύει σε έναν άλλο κόσμο, μακριά από αυτόν που βιώνουμε εμείς. Το μυαλό μου ασυναίσθητα έπλαθε εικόνες με τα χέρια της μητέρας να φροντίζουν την ξανθομαλλούσα, να τη χαϊδεύουν, να την ντύνουν, να την ταΐζουν, να της δίνουν φάρμακα, να την πηγαίνουν στο γιατρό και να κάνουν όλα όσα χρειάζεται μια μητέρα να κάνει σε τέτοιες περιπτώσεις.

Το περίεργο ήταν ότι όλες αυτές οι εικόνες και οι σκέψεις ήταν σαν να υπήρχαν στο κεφάλι μου από πάντα και ξαφνικά με αφορμή τη θέα αυτής της δυάδας μητέρας-κόρης ήταν σαν να βγήκαν σε ένα επίπεδο συνειδητό. Ένιωθα το σκληρό βλέμμα της μητέρας να με διαπερνά ολόκληρη και ένιωσα περίεργα.

Συνήθως ήμουν σε θέση να διαχειριστώ καταστάσεις ασθενών που με το βλέμμα τους επιχειρούσαν να με «δοκιμάσουν», αλλά εδώ τα είχα χαμένα, μου ερχόταν σχεδόν να κλάψω αλλά συγκρατήθηκα-είχα μάθει καλά αυτή τη δεξιότητα με τα χρόνια. Παρόλο που δεν έκλαψα, πάτησα βιαστικά το κουμπί για την επόμενη στάση  και κατέβηκα σαν κυνηγημένη αν και απείχα ακόμη από τον προορισμό μου.

Περπάτησα δέκα λεπτά γεμάτη δάκρυα, επιλέγοντας προσεκτικά στενά με ελάχιστο κόσμο ώστε να μην έρθω αντιμέτωπη με γνωστούς ή γείτονες για να απολογηθώ για τα βρεγμένα μου μάτια. Τα βήματά μου με έφεραν εκεί, εκεί που είχα να πάω χρόνια. Με οδήγησαν σε ένα χώρο που απέφευγα να επισκέπτομαι, παρόλο που εκεί βρισκόταν ο πρωτότοκος γιος μου εδώ και πέντε χρόνια.

Τελευταία φορά ήταν στη κηδεία του, μια μέρα με συγκεχυμένες εικόνες, ανθρώπους-παρηγορητές, λόγια μυστηριακά στην ακολουθία μέσα στο ναό που προσπαθούσα να κατανοήσω το νόημά τους και αναρωτιόμουν πόσο ταίριαζαν σε ένα παιδί επτά ετών που ήταν, και σχεδόν όλο αυτό μου προκαλούσε ένα γέλιο ειρωνικό.

Πλησίασα το μνήμα του αργά και σταθερά, σαν να ήταν η πιο κατάλληλη στιγμή. Σαν να βρήκα κουράγιο και δύναμη να αντιμετωπίσω κατάματα αυτό που αρνούμουν χρόνια τώρα. Η φωτογραφία μας ήταν εκεί, στόλιζε το μνήμα του. Εκείνος και εγώ στις τελευταίες μας διακοπές. Εκείνος στο αναπηρικό του καροτσάκι να χαμογελά και εγώ δίπλα του, όρθια να του κρατώ σφικτά το χέρι.

Ξαφνικά σταμάτησαν τα δάκρυα, ένα χαμόγελο ήρθε στα χείλη μου και ψέλλισα «Σ’αγαπώ».

Γύρισα στο σπίτι, χωρίς ίχνος κούρασης, και μπήκα στο μπάνιο. Βγαίνοντας και κάνοντας όλες τις συνηθισμένες κινήσεις, άνοιξα το συρτάρι να πάρω τη κρέμα χεριών. Το μυαλό μου γύρισε στα ροζιασμένα χέρια εκείνης της μητέρας στο λεωφορείο και ένα ελαφρύ μειδίαμα διαγράφηκε στο πρόσωπό μου. Κοίταξα το ρολόι.

Σύντομα θα ερχόταν η κόρη μου και έπρεπε να ετοιμάσω το βραδινό. Η Νικολέτα έφτασε στην ώρα της, φάγαμε και άρχισε τις ερωτήσεις. Ήταν εμφανές ότι διέκρινε πάνω μου μια αλλαγή. Αυτό το παιδί είχε τόσο έντονα ανεπτυγμένη την ενσυναίσθηση που πολλές φορές με τρόμαζε αυτό. Σήμερα, περιέργως, ένιωθα τόσο ανάλαφρη μέσα μου. Δεν μιλούσα, την άφηνα να ρωτάει.

Μαζεύοντας τα πιάτα, την κοίταξα και της είπα: «Σήμερα πήγα στον Φίλιππο».

Συγγραφή - Επιμέλεια Άρθρου

Άννα Λυσικάτου

lisikatouΨυχολόγος, Msc στη Συμβουλευτική Ψυχολογία.
Τα ενδιαφέροντά μου αφορούν την έρευνα  για τη θετική ψυχολογία, την ευημερία και την ψυχική ανθεκτικότητα κυρίως ατόμων με χρόνιες παθήσεις,