Η Ν. μεγάλωσε γνωρίζοντας να κρατά τα θέλω της χαμηλά. Στο σχολείο δεν ζητούσε να συμμετάσχει σε κάτι που ήθελε πολύ.

Στη δουλειά, παραχωρούσε τη θέση της πριν καν της τη ζητήσουν, ακόμη κι όταν ήταν η θέση που είχε ονειρευτεί, στις καθημερινές συναλλαγές της προτιμούσε να περιμένει. Οι γύρω της τη θαύμαζαν για την ευγένεια και την αυτοσυγκράτησή της, εκείνη όμως ήξερε ότι δεν ήταν ακριβώς επιλογή. Κάθε φορά που το «θέλω» της προσπαθούσε να αναδυθεί, μια φωνή μέσα της το βύθιζε ξανά στη σιωπή.

Το όνομά της το είχε από τη γιαγιά της, που ήταν παιδί στην Κατοχή. Στο σπίτι δεν μιλούσαν για εκείνα τα χρόνια, παρά μόνο με αποσπασματικές φράσεις. Η γιαγιά ζούσε με έναν τρόπο που θύμιζε άνθρωπο που μετράει κάθε κίνηση για να μην ενοχλήσει κανέναν. Λίγο πριν φύγει από τη ζωή, σαν να ήθελε να ελαφρύνει το φορτίο της, είπε στη Ν. μια ιστορία που δεν είχε πει ποτέ σε κανέναν.

Μια μέρα, στο συσσίτιο, η ουρά ήταν γεμάτη παιδιά. Ένας γνωστός της μητέρας της την τράβηξε μπροστά και της έδωσε το πιάτο πριν τελειώσει το φαγητό. Πίσω της, το παιδί που στεκόταν στη σειρά δεν πρόλαβε να φάει, έπεσε λιπόθυμο και μετά από λίγο πέθανε από ανακοπή. Η γιαγιά δεν το είπε με δάκρυα, μόνο με το βλέμμα ενός ανθρώπου που κουβαλάει κάτι που δεν φεύγει ποτέ. Από εκείνη τη μέρα, κάθε της θέλω έπρεπε να ελέγχεται. Να μη ζητά περισσότερο, να μην παίρνει πρώτη, να μη φαίνεται πως θέλει.

Ο πατέρας της Ν., γιος αυτής της γυναίκας, μεγάλωσε βλέποντας το «θέλω» να κρύβεται πίσω από φράσεις όπως «δεν πειράζει» ή «ας το πάρει ο άλλος». 
Σπάνια μιλούσε για δικά του όνειρα, και ακόμη σπανιότερα επιχειρούσε να τα υλοποιήσει.

Η αποφυγή του να διεκδικεί έγινε η ατμόσφαιρα μέσα στην οποία μεγάλωσε η Ν., κι έτσι το «θέλω» της έμαθε να το ντύνει σαν αρετή: να μοιάζει με αυτοσυγκράτηση, ανιδιο­τέλεια, διακριτικότητα. Χρειάστηκε καιρός στη θεραπεία για να καταλάβει ότι αυτή η «αρετή» είχε γεννηθεί από φόβο. Ότι το να μην προβάλλεις το θέλω σου μπορεί να σε προστατεύει από την ενοχή, αλλά σε προστατεύει και από τη ζωή. Όταν είπε για πρώτη φορά «μπορώ να θέλω χωρίς να σημαίνει ότι στερώ από κάποιον άλλον», ένιωσε σαν να απελευθερώνει κάτι που δεν είχε μιλήσει ποτέ, αλλά ήταν πάντα εκεί.

Η ενοχή επιβίωσης δεν περιορίζεται στο να μην παίρνεις, συχνά επεκτείνεται στο να μην επιθυμείς.

Η γιαγιά της Ν. έμαθε πολύ νωρίς ότι η επιβίωσή της κόστισε κάτι σε κάποιον άλλον. Χωρίς να το επεξεργαστεί ή να το μοιραστεί, μετέτρεψε την επιθυμία σε κάτι επικίνδυνο. Το «θέλω» έγινε απειλή, οπότε έπρεπε να το καταπνίγει πριν καν εκφραστεί.

Ο πατέρας της Ν. κληρονόμησε αυτή την αόρατη εντολή. Το «θέλω» του φορούσε τον μανδύα της σεμνότητας και της δικαιοσύνης: άφηνε τους άλλους να προηγηθούν, απέφευγε την πρωτοκαθεδρία, μείωνε τη σημασία των δικών του επιτευγμάτων. Για εκείνον, η έλλειψη επιθυμίας δεν ήταν απώλεια αλλά αρετή, ένας τρόπος να διατηρεί την ηθική ισορροπία.

Η Ν., μεγαλώνοντας μέσα σε αυτό το κλίμα, έμαθε να νιώθει περηφάνια για την ικανότητά της να κρατά το θέλω της χαμηλά. Δεν αντιλαμβανόταν ότι έτσι συντηρούσε την ίδια σιωπηλή απαγόρευση που είχε αρχίσει πριν από δύο γενιές: όταν η επιθυμία συστηματικά καταστέλλεται για να προστατευτεί το άτομο από ενοχή, σταδιακά παύει να αναγνωρίζεται ως φυσική ανθρώπινη ορμή και μεταμφιέζεται σε ιδανικό.

Η απελευθέρωση έρχεται όταν το άτομο διαχωρίσει το δικό του θέλω από τις μνήμες και τις ενοχές των προηγούμενων. Όταν η Ν. αναγνώρισε ότι μπορεί να επιθυμεί χωρίς να αφαιρεί από άλλον, το θέλω της βγήκε στο φως όχι ως απειλή, αλλά ως δικαίωμα. Και μαζί του, άνοιξε η δυνατότητα να ζήσει χωρίς τον φόβο ότι η χαρά της θα γίνει η απώλεια κάποιου άλλου.


Το απόσπασμα είναι από το βιβλίο Αυτό σταματάει εδώ της Σουζάνα Παπαφάγου που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Διόπτρα στο dioptra.gr και σε όλα τα συνεργαζόμενα βιβλιοπωλεία.

Συγγραφή - Επιμέλεια Άρθρου

Νίκος Μεταξάς

e psy logo twitter2Συντάκτης στην Πύλη Ψυχολογίας - Psychology.gr
Μετάφραση, απόδοση ξενόγλωσσων άρθρων.
Επικοινωνία: editorial @psychology.gr