Σε μια γενική τοποθέτηση, θα έλεγε κανείς ότι στην περίπτωση της ιστριονικής ή δραματικής διαταραχής προσωπικότητας γίνεται λόγος ουσιαστικά για μια τάση υπερβολικής επίδειξης συναισθημάτων. Σύμφωνα με σχετικές έρευνες, υποστηρίζεται ότι η παρούσα διαταραχή εμφανίζεται περισσότερο στον παγκόσμιο γυναικείο πληθυσμό και λιγότερο στον ανδρικό.

Πρόκειται για εξαιρετικά χειριστικές μορφές συμπεριφοράς, οι οποίες έχουν κύριο στόχο να προκαλέσουν την προσοχή του περίγυρού τους και να προσελκύσουν τη φροντίδα τους.

Για παράδειγμα, το άτομο με τη συγκεκριμένη διαταραχή προσωπικότητας βρίσκεται σε μια διαρκή προσπάθεια, ώστε να είναι συνεχώς το επίκεντρο της προσοχής του εκάστοτε περιβάλλοντος στο οποίο βρίσκεται.

Το παραπάνω το πετυχαίνει ποικιλοτρόπως, είτε μέσω τεχνητών λιποθυμικών τάσεων είτε αναφέροντας ζωηρές/μη πραγματικές εμπειρίες του παρελθόντος του και ούτω καθεξής. Από την άλλη πλευρά, όταν το άτομο με την παραπάνω διαταραχή δεν είναι στο επίκεντρο της προσοχής, τότε αισθάνεται αμήχανα και κατακλύζεται από δυσάρεστα συναισθήματα.

Στην τελευταία αυτή περίπτωση, με στόχο να τραβήξει την προσοχή, μπορεί να επιστρατεύσει και "ακραία" μέσα, όπως η δημιουργία συνθηκών έντασης ή αφήγηση φανταστικών δραματικών εμπειριών.

Χαρακτηριστικά γνωρίσματα του ατόμου στη δραματική διαταραχή προσωπικότητας

Ένα άτομο που χαρακτηρίζεται από ιστριονική διαταραχή προσωπικότητας φέρει συνήθως ορισμένα χαρακτηριστικά γνωρίσματα, όπως θα αναφέρουμε στη συνέχεια.

Πιο συγκεκριμένα, το άτομο αυτό χαρακτηρίζεται, όπως σημειώσαμε ήδη, από:

  • διαρκή και έντονη αναζήτηση προσοχής από το περιβάλλον του,
  • συχνή ραγδαία εναλλαγή συναισθημάτων και ακραία δραματικότητα κατά την έκφρασή τους,
  • τάση για προκλητική και ακατάλληλη συμπεριφορά μέσω του σεξουαλισμού και της εμφάνισης του ατόμου,
  • αντίληψη υπερβολικής οικειότητας με ορισμένα άτομα ενώ δεν στην πραγματικότητα δεν υπάρχει,
  • έλξη από άτομα με θέσεις εξουσίας,
  • γενικόλογες διατυπώσεις και αόριστη παράθεση ιδεών χωρίς λεπτομέρειες,
  • ύφος ομιλίας υπερβολικά θεατρικό/δραματικό,
  • μεταβολή γνώμης ανάλογα με τις συνθήκες και τα άτομα του περιβάλλοντός του.

Γενικότερα, ένα άτομο με τη διαταραχή αυτή θεωρεί ότι είναι πολύ ευαίσθητο, ενώ συνήθως τα άτομα που το συναναστρέφονται μπορούν γρήγορα να καταλάβουν ότι πρόκειται για άτομο αρκετά επιπόλαιο και εν πολλοίς ανειλικρινές, καθώς αυτή την εντύπωση δίνει ουσιαστικά.

Στο ίδιο επίπεδο, οι διαπροσωπικές του σχέσεις, οικογενειακές, φιλικές, ερωτικές κλπ., είναι ευερέθιστες, ενώ δεν διαρκούν για μεγάλα χρονικά διαστήματα. Το πάσχον άτομο συνηθίζει να «παίρνει» από τις συναναστροφές του χωρίς να έχει διάθεση να «δώσει».

Συνεπώς, σε αυτό το πλαίσιο εγωκεντρικής και εγωιστικής διάθεσης δεν είναι εύκολο να οικοδομηθούν σχέσεις εμπιστοσύνης, ενώ η δημιουργία λειτουργικών σχέσεων με άλλα άτομα είναι σχεδόν αδύνατη. Στο ίδιο επίπεδο κοινωνικών συναναστροφών, θα μπορούσαμε να αναφέρουμε ότι χαρακτηριστικά όπως η αυθεντικότητα, η συναισθηματική σταθερότητα, η συνεργασία η ειλικρίνεια, η δυνατότητα προσαρμογής και η σύνεση δεν διακρίνονται στα άτομα που πάσχουν από δραματική ή ιστριονική διαταραχή συμπεριφοράς.

Σύμφωνα με το DSM-5 γίνεται γνωστό ότι παρατηρείται διάχυτο το πρότυπο της καθ΄ υπερβολήν συγκινησιακής έκφρασης και, όπως αναφέρθηκε, η πάγια επιδίωξη προσοχής, η οποία εντοπίζεται στην πρώιμη ενήλικη ζωή των ατόμων.

Αντιθέτως, όπως τονίστηκε νωρίτερα, ένα τέτοιο άτομο επιδιώκει πάντα να προβάλει μια προκλητική σεξουαλικώς συμπεριφορά στο ευρύτερο φάσμα των συναναστροφών του, ώστε να πετύχουν την ικανοποίηση στον εκάστοτε στόχο. Μια παρόμοια και επιπόλαιη συμπεριφορά επιδεικνύουν και στον επαγγελματικό τους χώρο, διότι επιδιώκουν τον εντυπωσιασμό του εργασιακού τους περιβάλλοντος, ενώ συχνά εμμένουν σε προσωπικές απόψεις με έναν ασαφή τρόπο, δημιουργώντας ρήξεις.

Στο σημείο αυτό είναι σημαντικό να υπογραμμιστεί, ότι το να προβάλει κανείς μια εξωστρέφεια δε συνεπάγεται απαραίτητα κοινωνικότητα, καθώς δε σημαίνει ότι επιθυμεί επί της ουσίας τη σύναψη σχέσεων με άλλα άτομα ούτε την ανάλογη αλληλεπίδραση.
Στο επίπεδο της αιτιολογίας θα μπορούσαμε να σημειώσουμε ότι ένας συνηθισμένος παράγοντας είναι η μητρική απουσία αναφορικά με τη συναισθηματική φροντίδα. Πιο συγκεκριμένα, το παραπάνω συμβαίνει όταν η φροντίδα που λάμβανε το παιδί ήταν επιδερμική, χωρίς να υπάρχει εμβάθυνση στο συναισθηματικό του κόσμο.

Συνεπώς, συμβαίνει στις περιπτώσεις αυτές το παιδί να στραφεί προς τον άλλον γονέα, ώστε να λάβει τη φροντίδα αυτήν.

Στην περίπτωση του κοριτσιού, συμβαίνει να επιστρατεύονται διάφορα μέσα για να κερδηθεί η προσοχή του πατέρα και να δημιουργηθεί η επιθυμητή συναισθηματική αλληλεπίδραση.

Στην περίπτωση του αγοριού, συμβαίνει, όταν το αγόρι δεν λαμβάνει την αναγκαία συναισθηματική ενασχόληση και φροντίδα από τον πατέρα, να αναπτύσσει μεταγενέστερα ορισμένα χαρακτηριστικά «θηλυκής συμπεριφοράς», ενώ όταν υπάρχει απουσία μητρικής φροντίδας προς το αγόρι, τότε στην ενήλικη ζωή του μπορεί να αναπτύξει στάση άμυνας απέναντι στο γυναικείο φύλο γενικώς.

Επιπρόσθετα, στην ιστριονική διαταραχή προσωπικότητας παρατηρείται και ένα κληρονομικό υπόβαθρο, ενώ συχνά εμφανίζεται μέσω της μιμητικής διαδικασίας, όταν το άτομο κατά την παιδική του ηλικία παραδειγματίζεται από παρόμοιες συμπεριφορές κάποιου γονέα.

Με δεδομένα τα όσα προαναφέρθηκαν, θα ήταν παράλειψη να μη σημειωθεί ότι η ιστριονική διαταραχή προσωπικότητας περιλαμβάνει κάποια στάδια ωρίμασης στο επίπεδο οργάνωσης της προσωπικότητας και της βαρύτητας της ψυχοπαθολογίας, ενώ γενικά υπάρχουν διαφορετικές μορφές θεραπευτικής παρέμβασης. Συνήθως, και ειδικά στις σοβαρές μορφές της διαταραχής αυτής, το πάσχον άτομο προβάλλει ισχυρούς αμυντικούς μηχανισμούς, ακραίο άγχος και αδύναμο Υπερεγώ, σε επίπεδο που δεν είναι δυνατόν να γίνει ανεκτή η ματαίωση του αναλυτικού πλαισίου.

Διαβάστε ακόμη στο PSYCHOLOGY.GR το σχετικό άρθρο: Η Ψυχαναλυτική Θεώρηση της Υστερικής Προσωπικότητας

Θεραπευτική παρέμβαση στη δραματική διαταραχή προσωπικότητας

Συνεπώς, προτιμάται η ψυχαναλυτική μέθοδος σε αυτές τις περιπτώσεις και, όπως στη θεραπεία της οριακής διαταραχής προσωπικότητας, η τεχνική ενδυνάμωσης του Εγώ.

Γενικότερα, η γνωστική συμπεριφορική ψυχοθεραπεία είναι η συνηθέστερη θεραπευτική μέθοδος, στο πλαίσιο μιας ειλικρινούς και υποστηρικτικής θεραπευτικής σχέσης, κατά την οποία γίνεται προσπάθεια αναδιαμόρφωσης της αντίληψης του θεραπευόμενου, οικοδομώντας σταθερά και αυθεντικά όρια κατανόησης και διαχείρισης των καθημερινών καταστάσεων με βάση τον βαθύτερο συναισθηματικό κόσμο του.

Σε ορισμένες περιπτώσεις, όταν ο ψυχοθεραπευτής αξιολογήσει ότι χρειάζεται, προτείνεται επικουρικά κάποια φαρμακευτική αγωγή, ώστε να μπορεί το άτομο να διαχειριστεί άλλες διαταραχές που ενδεχομένως συνυπάρχουν, όπως αυτή της κατάθλιψης.

Αναμφίβολα ο ειδικός ψυχικής υγείας χρειάζεται να επιδείξει υπομονή κατά τη διάρκεια της ψυχοθεραπείας, ενώ η ίδια η διαδικασία πρέπει να παραμείνει στην κατεύθυνση της δημιουργία ώριμων και αυθεντικών μηχανισμών διαχείρισης της καθημερινότητας του ατόμου.

Συγγραφή - Επιμέλεια Άρθρου

Νεκτάριος Κοσμάς - Ψυχοθεραπευτής

Νεκτάριος Κοσμάς: έχει επιβεβαιωθεί από το Psychology

Οι πληροφορίες που αναφέρονται στον επαγγελματικό κατάλογο ειδικών παρέχονται από τους ίδιους τους ειδικούς, κατά την εγγραφή τους στο σύστημα. Όταν βλέπετε την ένδειξη «έχει επιβεβαιωθεί από το Psychology”, σημαίνει ότι το Psychology έχει ελέγξει, με email, τηλεφωνικά ή/και με λήψη των σχετικών εγγράφων, τα ακόλουθα στοιχεία:

  • Ότι ο ειδικός είναι υπαρκτό πρόσωπο.
  • Ότι τα πτυχία οι τίτλοι και οι εξειδικεύσεις που αναφέρει είναι αληθινά.
  • Ότι οι πληροφορίες που αναφέρει ισχύουν.

Συνθετικός Ψυχοθεραπευτής, Αναγνωρισμένος και πιστοποιημένος στη Συμβουλευτική Ψυχικής Υγείας από την Ευρωπαϊκή Εταιρία Συμβουλευτικής ECCac κάτοχος του European Certificate of Councellor Accreditation,  Εξειδικευμένος στην Ιατρική Ψυχολογία από το Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, Κλινικός - Βιοθυμικός Υπνοθεραπευτής