Η εξέλιξη των επιστημών του ψυχισμού υπήρξε ραγδαία κατά τον 20ο αιώνα και στις μέρες μας αποτελεί ένα τεράστιο πεδίο γνώσεων με διακριτές ειδικότητες. Στο πλαίσιο αυτό η έννοια του εαυτού εξετάζεται από διάφορες οπτικές γωνίες: για παράδειγμα μέσα από το πρίσμα της αναπτυξιακής Ψυχολογίας και της Κλινικής Ψυχολογίας.

Θα προσεγγίσουμε, λοιπόν την έννοια του εαυτού από την άποψη της λεγόμενης Ψυχολογίας του Εαυτού (Self Psychology), που θεμελίωσε ο μεγάλος Αμερικανός ψυχαναλυτής και ψυχίατρος Heinz Kohut (Χάιντς Κόχουτ, Βιέννη 1913-Σικάγο 1981).

Ψυχολογία εαυτού

Ο Κόχουτ έχοντας την ευκαιρία να ασχοληθεί με δεκάδες περιπτώσεις ασθενών, διαμόρφωσε σημαντικές θεωρίες σχετικά με την πορεία της ψυχικής ανάπτυξης του ατόμου από τη βρεφική ηλικία μέχρι την ενήλικη ζωή.

Ένα κεντρικό ερώτημα που τον απασχόλησε ήταν: τι ήταν εκείνο που καταβάθος οι ασθενείς δεν πήραν από τους γονείς τους στην παιδική τους ηλικία;

Διαπίστωνε δηλαδή, κάποια θεμελιώδη ψυχικά ελλείμματα στους ασθενείς του, τα οποία προσπάθησε να ανιχνεύσει.

Μέχρι τότε κυρίαρχη ψυχαναλυτική προσέγγιση ήταν ότι το βρέφος δε μπορεί να διακρίνει ψυχικά ανάμεσα στον εαυτό του και στο περιβάλλον, αλλά κι ανάμεσα στον εαυτό του και σε αυτούς που το φροντίζουν, κυρίως τη μητέρα. Όλη η ψυχική του δραστηριότητα και ενέργεια επικεντρώνεται στον συγκεχυμένο αυτόν εαυτό του. Καθώς το βρέφος μεγαλώνει, αρχίζει να διαπιστώνει πως υπάρχουν γύρω του διακριτά πρόσωπα, υπάρχει ο «άλλος», ο συνάνθρωπος.

Έτσι αρχίζει να κατευθύνει ένα μεγάλο μέρος της ψυχικής του ενέργειας στους άλλους. Με άλλα λόγια μέσα από μια μακρά διαδικασία το βρέφος αρχίζει να γίνεται ικανό για διαπροσωπικές σχέσεις, στοιχειώδεις στο ξεκίνημά τους.

Κατά τον Φρόιντ, όσο πιο έντονη είναι αυτή η μετατόπιση του ατόμου από την ψυχική αυτοαπασχόληση στις ώριμες διαπροσωπικές σχέσεις, τόσο μεγαλύτερη είναι η ψυχική του υγεία. Το άτομο με ολοκληρωμένη ωριμότητα χαρακτηρίζεται από το ότι αφιερώνει ένα μικρό ποσοστό της ψυχικής του δραστηριότητας στον εαυτό του.

Ψυχικός εαυτός

Ο Κόχουτ χωρίς να απορρίπτει την παραπάνω άποψη τόνισε πως για να αναπτυχθεί ο ψυχικός εαυτός του βρέφους-παιδιού θα πρέπει να ικανοποιούνται 3 θεμελιώδεις ανάγκες τους:

α) η ανάγκη να έχει ποικίλες επιβεβαιώσεις της αξίας και μοναδικότητάς του από τους γονείς του (mirroring),

β) η ανάγκη να έχει στη ζωή του μια σημαντική προσωπικότητα (αρχικά γονείς) που να μπορεί να την εξιδανικεύσει (idealizing) και

γ) η ανάγκη να είναι κανείς σαν τους άλλους (twinship), να πιστεύει δηλαδή ότι έχει αρκετά κοινά χαρακτηριστικά με το κοινωνικό του περιβάλλον.

Ως ψυχικό εαυτό ο Κόχουτ ονομάζει τον «πυρήνα της προσωπικότητας», ο οποίος είναι κέντρο των ανθρώπινων εμπειριών και πρωτοβουλιών, καθώς και τα βιώματα (ψυχική εικόνα) που έχει ο καθένας γι αυτόν τον ψυχικό πυρήνα.

Ας δούμε τώρα πιο αναλυτικά τις 3 θεμελιώδεις ανάγκες του ψυχικού εαυτού κάθε ανθρώπου εστιάζοντας στην βρεφική και παιδική ηλικία, εφόσον τότε διαπλάθεται ο ψυχικός εαυτός του ατόμου.

Η ανάγκη για επιβεβαιώσεις της μοναδικότητας και αξίας μας

Η ανάγκη να έχει ο άνθρωπος ποικίλες επιβεβαιώσεις της μοναδικότητας και της αξίας του αποτελεί την πρώτη θεμελιώδη ανάγκη του ψυχικού εαυτού.

Το μικρό παιδί έχει τη θεμελιώδη ανάγκη να δέχεται από τους γονείς του το μήνυμα πως είναι ξεχωριστό και θαυμάσιο και πως χαίρονται πολύ οι γονείς του που το έχουν παιδί τους. Αυτό το μήνυμα όμως δεν περνάει στο παιδί με λόγια, όσο με πιο λεπτά σημάδια όπως χειρονομίες, έκφραση του προσώπου των γονέων, τόνο της φωνής τους κ.ά. (γλώσσα του σώματος).

Με άλλα λόγια οι γονείς πρέπει να καθρεφτίζουν με την συμπεριφορά τους τη μοναδικότητα και την αξία του παιδιού τους.

Ασφαλώς δεν είναι δυνατόν οι γονείς πάντοτε και σε κάθε περίσταση να καθρεφτίζουν την «μεγαλοσύνη» του παιδιού τους. Ορισμένες φορές θα αποτύχουν και ο Κόχουτ τονίζει πως η αποτυχία αυτή δεν είναι επικίνδυνη αρκεί να μην συμβαίνει συχνά ή έντονα.

Τα παιδιά εκείνα που έχουν επιβεβαιώσει τη μοναδικότητα και την αξία τους μέσα από το καθρέφτισμα των γονιών τους, τις φορές εκείνες που δεν έχουν αυτή την επιβεβαίωση ανακαλούν στη μνήμη τους τις πλούσιες εμπειρίες καθρεφτισμού τους από το παρελθόν. Έτσι μαθαίνουν σταδιακά να ξεπερνούν τις αναπόφευκτες αποτυχίες καθρεφτισμού από την πλευρά των γονέων ή των σημαντικών προσώπων της ζωής τους και να αντλούν ψυχική δύναμη και αυτοεκτίμηση από τον ίδιο τον εαυτό τους.

Τα στάδια αυτά κατά τα οποία το παιδί μαθαίνει να ξεπερνά την απογοήτευση που του προκαλούν οι αναπόφευκτες αποτυχίες καθρεφτισμού εκ μέρους των γονέων, ο Κόχουτ τα αποκάλεσε «εσωτερικεύσεις μεταλλαγής» (transmuting internalizations). Αυτό σημαίνει πως ένα τέτοιο παιδί χτίζει μέσα του ψυχικές δομές που του επιτρέπουν να προσαρμόζεται στις περιστάσεις της ζωής και να είναι ψυχικά ικανοποιημένο.

Όσο μεγαλώνει το παιδί αυτό, τόσο λιγότερο ενδιαφέρεται για το αν είναι ο πιο ξεχωριστός άνθρωπος του κόσμου. Η ψυχική του ανάγκη έπαψε να είναι βρεφική και ωρίμασε. Τώρα πια η αυτοεκτίμησή του είναι τέτοια που δεν εξαρτάται παρά λίγο από τις γνώμες του κόσμου, γιατί είναι στέρεα εγκατεστημένη μέσα του.

Στην αντίθετη εκείνη περίπτωση του ατόμου που οι γονείς του δεν ικανοποιούσαν τις θεμελιώδεις αυτές ανάγκες, το άτομο αυτό υποφέρει από ανασφάλεια και αίσθημα αναξιότητας, που μερικές φορές εναλλάσσεται με ανεδαφικές εξάρσεις μεγαλείου και ατεκμηρίωτες καυχησιολογίες.

Η ανάγκη του παιδιού για εξιδανίκευση

Η ανάγκη του παιδιού να εξιδανικεύσει μια ισχυρή ανθρώπινη μορφή, συνήθως τους γονείς (idealized parental imago) αποτελεί τη δεύτερη θεμελιώδη ανάγκη του ψυχικού εαυτού.

Το παιδί έχει τη βασική ανάγκη να πιστεύει πως τουλάχιστον ο ένας εκ των δύο γονέων είναι ισχυρή, ήρεμη, ισορροπημένη προσωπικότητα. Έχει έτσι το παιδί μια ιδανική εικόνα για έναν από τους δύο ή και τους δύο γονείς του, πιστεύει στην παντοδυναμία και την παντογνωσία τους.

Μέσω της εξιδανίκευσης αυτής το παιδί νιώθει την ασφάλεια και τη σιγουριά ότι διαθέτει ένα σημαντικό και ισχυρό στήριγμα απέναντι σε αυτό που βιώνει ως έναν πολύπλοκο, ακαταλαβίστικο και, τελικά, απειλητικό κόσμο. Και στην περίπτωση αυτή, όπως και στην προηγούμενη, θα υπάρξουν φορές όπου το παιδί θα διαπιστώσει πως οι γονείς δεν είναι παντογνώστες ή παντοδύναμοι.

Αν όμως στη μεγάλη πλειοψηφία των περιστάσεων η προσωπικότητα των γονέων είναι τέτοια που εμπνέει στο παιδί ηρεμία, αυτοπεποίθηση, σοφία και σιγουριά, τότε οι μνήμες από τις εμπειρίες αυτές θα δίνουν στο παιδί τη δύναμη να ξεπερνά τις περιπτώσεις εκείνες που οι γονείς χάνουν προς στιγμή την ιδανική μορφή τους στον ψυχικό κόσμο του παιδιού.

Έτσι σταδιακά το παιδί μαθαίνει μόνο του να αντιμετωπίζει καταστάσεις στενοχώριας, άγχους, αβεβαιότητας.

Μαθαίνει να καταπραΰνει την αναστάτωση του εαυτού του αλλά και να σχηματίζει γνήσια ιδανικά επειδή είχε λειτουργικά πρότυπα από την πρώιμη ηλικία. Ο Κόχουτ πίστευε πως οι ανώτερες ικανότητες της ανθρώπινης προσωπικότητας (η δημιουργικότητα, η ικανότητα κατανόησης των άλλων (empathy), το χιούμορ, η σοφία) σχηματίζονται σε πρόσωπα που εσωτερίκευσαν επιτυχώς μια εξιδανικευμένη προσωπικότητα των γονέων τους.

Το ατύχημα είναι οι πάμπολες περιπτώσεις εκείνες που το παιδί αντιλαμβάνεται πως δεν μπορεί να εξιδανικεύσει ούτε να στηριχτεί ψυχικά σε κανέναν από τους 2 γονείς του.

Αυτό μπορεί να συμβεί όταν για παράδειγμα, οι γονείς έχουν συχνές προστριβές μεταξύ τους ή και με το παιδί τους, όταν μειώνουν και υποτιμούν ο ένας τον άλλον μπροστά στο παιδί, όταν είναι απορροφημένοι από τα δικά τους ζητήματα κτλ. Τότε το παιδί δεν μπορεί να αναπτύξει τις σημαντικές δεξιότητες που περιγράψαμε με αποτέλεσμα να είναι ευάλωτο στις εξωτερικές και τις εσωτερικές πιέσεις της ζωής, στο στρες, στο άγχος και γενικά ευάλωτο στα αρνητικά βιώματα καθώς δεν έχει ψυχική αντοχή και τις εμπειρίες από το οικογενειακό παρελθόν για να ανταπεξέλθει.

Η ανάγκη να είναι κανείς σαν τους άλλους

Το μικρό παιδί χρειάζεται να ξέρει πως έχει σημαντικά κοινά χαρακτηριστικά με ένα γονέα ή και με τους 2. Πως δεν είναι πολύ διαφορετικό από τον κόσμο στον οποίο το έφεραν οι γονείς του. Αν η ανάγκη αυτή ικανοποιηθεί τότε αναπτύσσεται στο παιδί η αίσθηση ότι ανήκει σε μια κοινωνία προσώπων. Αν η ανάγκη αυτή δεν ικανοποιηθεί τότε σταδιακά αισθάνεται πως το παιδί είναι διαφορετικό από τους άλλους ανθρώπους, ότι είναι παράξενο και δεν ταιριάζει με τον περίγυρο

Αν καμία από τις τρείς ανάγκες δεν ικανοποιηθεί τότε ο ψυχικός εαυτός ενός τέτοιου ατόμου είναι ανάπηρος και δημιουργούνται ψυχολογικά προβλήματα μικρότερης ή μεγαλύτερης εντάσεως.

Είναι χαρακτηριστικό πως ο Κόχουτ πίστευε πως, αν ικανοποιηθεί έστω και μια μόνο από τις τρεις θεμελιώδεις ανάγκες, τότε το άτομο αυτό τουλάχιστον δεν θα αναπτύξει κάποια σοβαρή διαταραχή.

Ίσως έτσι εξηγείται το γεγονός ότι τα έντονα αρνητικά στοιχεία όλο και περισσότερων οικογενειών ευτυχώς δεν οδηγούν πάντα σε βαριάς μορφής ψυχική διαταραχή, ακριβώς επειδή ικανοποιείται έστω και μια από τις τρεις βασικές ανάγκες.

Επίσης, ο Κόχουτ τόνισε πως η ανάπτυξη του ψυχικού εαυτού και τις ωρίμανσής του είναι ισόβια διαδικασία και πως σε ολόκληρη τη ζωή του κάθε άνθρωπος βιώνει την ανάγκη να έχει άλλα πρόσωπα κοντά του, η παρουσία των οποίων τρέφει και στηρίζει τον ψυχικό εαυτό.

Η θέση αυτή του Κόχουτ κατέρριψε μια κεντρική πολιτισμική νοοτροπία στον δυτικό κόσμο σύμφωνα με την οποία το ώριμο ενήλικο άτομο δεν έχει τη ψυχική ανάγκη άλλων προσώπων και πως δήθεν μόνο οι αδύναμοι χαρακτήρες διακρίνονται από κάτι τέτοιο.

Βιβλιογραφία

Π. Αθανάσιος Παραβάντσος (2010). Οι ψυχές των άλλων. Θεσσαλονίκη: Εκδόσεις Αρμός.

Συγγραφή - Επιμέλεια Άρθρου

Μαίρη Παναγοπούλου

panagopoulou mariaΟργανωσιακός Σύμβουλος - Ψυχολογία της Εργασίας (Μεταπτυχιακή εκπαίδευση - University of East London). Εκπαιδευόμενη στη Συνθετική Συμβουλευτική Ενηλίκων και στην Θετική Ψυχολογία. Υποψήφια διδάκτωρ Οργανωσιακής Συμπεριφοράς, Μετεκπαίδευση στην επαγγελματική συμβουλευτική.