Τι είναι η ενούρηση; Η ενούρηση είναι η επαναλαμβανόμενη ούρηση στο κρεβάτι ή στα ρούχα, ακούσια ή εκούσια, χωρίς την παρουσία σαφούς οργανικού αιτίου. Κατ’ επέκταση η ενούρηση υποδιαιρείται σε δύο υποτύπους, πρωτοπαθή και δευτεροπαθή.

Πιο επεξηγηματικά, η πρωτοπαθής ενούρηση πρωτοστατεί σε παιδιά που δεν κατόρθωσαν ποτέ να ασκήσουν έλεγχο στην ουροδόχο κύστη τους, ενώ η δευτεροπαθής ενούρηση παραπέμπει σε εκείνα που διατήρησαν τον έλεγχο της κύστης για ένα τουλάχιστον έτος, τον οποίο έχασαν μεταγενέστερα. Ηλικιακό ορόσημο της συγκεκριμένης διαταραχής είναι η ηλικία των πέντε ετών.  

Ποια είναι τα κλινικά σημεία εντοπισμού της ενούρησης;

Σύμφωνα με το ταξινομικό σύστημα DSM-V, η ενουρητική συμπεριφορά εκδηλώνεται είτε με συχνότητα δύο φορές την εβδομάδα για τουλάχιστον τρεις συνεχόμενους μήνες είτε με την παρουσία κλινικά έντονης ενόχλησης ή έκπτωσης σε ποικίλες περιοχές της λειτουργικότητας.

Η ενούρηση δύναται να είναι νυκτερινή, ημερήσια ή συνδυασμός των δύο. Μερικά αναγνωριστικά χαρακτηριστικά της νόσου είναι ο ανήσυχος ύπνος, με ή χωρίς παρουσία ταχυκαρδίας ή ταχύπνοιας και υποτυπώδης στύση στα αγόρια.

Παράλληλα, συνυπάρχουν και δευτερογενείς συναισθηματικές διαταραχές όπως το άγχος, η ντροπή, η χαμηλή αυτοεκτίμηση και η ενοχή. Ιδιαίτερα συχνό για το παιδί με ενούρηση είναι και η απομόνωση από συνομηλίκους, η κοινωνική αμηχανία, το περιορισμένο ρεπερτόριο δραστηριοτήτων και οι ενδοοικογενειακές συγκρούσεις.  

Υπάρχει αιτία για την ενούρηση;

Η αιτιολογία είναι πολυπαραγοντική, με βιολογικούς και ψυχολογικούς παράγοντες να διαδραματίζουν αμοιβαίο ρόλο. Μια σοβαρή οργανική διαταραχή είναι και το σύνδρομο Hinman που είναι συνέπεια της καθ’ έξιν εκούσιας σύσπασης του έξω σφιγκτήρα της κύστης, σε μια προσπάθεια να επιτευχθεί έλεγχος της ούρησης. Ως λογικό επακόλουθο, μειώνεται η αίσθηση ανάγκης για ούρηση και η κύστη δεν αδειάζει ολοκληρωτικά, κυρίως την νύχτα.

Επιπρόσθετα, στις περισσότερες περιπτώσεις παιδιών με την συγκεκριμένη διαταραχή διαπιστώνεται φυσιολογική ανατομική χωρητικότητα κύστης, αλλά μειωμένη λειτουργική χωρητικότητα. Φυσικά, στους αιτιολογικούς παράγοντες ανήκει και η κληρονομικότητα ενώ εικάζεται και μία πιθανή σχέση με τα χρωμοσώματα 8, 12, 13 και κυρίως 22.

Σχετικά με την παθοφυσιολογία της πρωτοπαθούς νυκτερινής ενούρησης μέσω νευροαπεικονιστικών μελετών καταδεικνύεται μειωμένη αποτελεσματικότητα σύνδεσης του θαλάμου με τέσσερεις περιοχές του εγκεφάλου (παρεγκεφαλίδα, μετωπιαίος λοβός, βρεγματικός λοβός και προκεντρική έλικα) όπου στις εν λόγω περιοχές δύναται να προκύπτει ένα είδος διαταραχής της διέγερσης που θα καταλήξει σε νυκτερινή ενούρηση.

Απεναντίας, τα  ενδεχόμενα εκλυτικά αίτια της δευτεροπαθούς ενούρησης φαίνεται να είναι η γέννηση μικρότερου αδερφού, η έναρξη του σχολείου, η διάλυση της οικογένειας και η νοσηλεία σε ηλικία 2-4 ετών.  

Τι είναι η εγκόπριση;

Η εγκόπριση αφορά την επαναλαμβανόμενη κένωση κοπράνων σε ακατάλληλα μέρη, όπως στα ρούχα ή στο πάτωμα, η οποία γίνεται είτε σκόπιμα είτε απρόθυμα και δεν οφείλεται σε οργανικά αίτια.

Οι δύο υποτύποι της εγκόπρισης είναι η πρωτοπαθής και δευτεροπαθής. Όσον αφορά την πρωτοπαθής εγκόπριση, είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τα παιδιά που δεν έχουν έλεγχο του εντέρου ενώ η δευτεροπαθής με εκείνα που είχαν επιτύχει έλεγχο για τουλάχιστον ένα έτος αλλά αργότερα λερώνονται εκ νέου. Ηλικιακό ορόσημο της εγκόπρισης είναι η χρονολογική ηλικία των τεσσάρων ετών.  

Ποια είναι τα κλινικά σημεία εντοπισμού της εγκόρπισης;

Με βάση το DSM-V, η εγκοπριτική συμπεριφορά κρίνεται κλινικά σημαντική όταν εκδηλώνεται με συχνότητα ενός επεισοδίου μηνιαίως για τουλάχιστον τρεις μήνες. Εντοπίζονται μάλιστα δύο υποτύποι, με ή χωρίς δυσκοιλιότητα και συνυπάρχουσα ακράτεια από υπερπλήρωση.

Πιο ειδικά, η δυσκοιλιότητα διαπιστώνεται με φυσική εξέταση ή ιστορικό.

Η κατηγορία της εγκόπρισης με κατακράτηση χαρακτηρίζεται από κατακράτηση των κοπράνων μερικών ημερών, επώδυνη εφόδευση και ξανά κύκλο κατακράτησης.

Απεναντίας, η εγκόπριση χωρίς κατακράτηση σχετίζεται με εκείνα τα παιδιά που απλώς δεν ελέγχουν την κένωση κοπράνων, λόγω ψυχολογικών, οργανικών ή συνδυασμού αιτιών.

Εντούτοις, τα παιδιά με εγκόπριση έχουν συχνά ένα προφίλ συστολής, με πτωχή έκφραση συναισθημάτων και χαμηλή αυτοεκτίμηση.  

Υπάρχει αιτία για την εγκόπριση;

Η αιτιολογία εμπλέκει έναν συνδυασμό ιδιοσυστασιακών και περιβαλλοντικών παραγόντων. Εξαιτίας του πόνου που εκλύει η εντερική κινητικότητα, τα παιδιά συχνά συγκρατούν τις κενώσεις και οδηγούνται στην δυσκοιλιότητα και τελικώς στο λέρωμα από υπερχείλιση των κοπράνων.

Η επίπτωση της νόσου αυξάνει σε παιδιά με γνωστή σεξουαλική κακοποίηση, ψυχιατρικές διαταραχές, δυσλειτουργικές οικογενειακές σχέσεις και συναισθηματικές δυσκολίες. Στα αίτια ακόμη, συγκαταλέγονται η ανεπαρκής εκπαίδευση τουαλέτας, ο αναποτελεσματικός έλεγχος του σφιγκτήρα και οι υπερβολικές απαιτήσεις των γονέων για καθαριότητα και πειθαρχία.  

Τι θα μπορούσε να περιλαμβάνει η διαφορική διάγνωση των διαταραχών απέκκρισης;

Το πιο σημαντικό ίσως διαγνωστικό εργαλείο είναι ένα λεπτομερές ιστορικό που καταγράφει την συχνότητα και τις συνθήκες υπό τις οποίες το παιδί λερώνεται. Το ιστορικό αυτό είναι μείζονος σημασίας να λαμβάνεται τόσο από τους γονείς όσο και από το παιδί.

Παράλληλα, ο κλινικός ιατρός οφείλει να επιτελέσει λεπτομερή φυσική εξέταση και να προβληματιστεί για την πιθανότητα υποκείμενης οργανικής νόσου. Μάλιστα, ψυχολογικές δοκιμασίες συνδυαστικά με δομημένες συνεντεύξεις βοηθούν στην πιο ολοκληρωμένη διερεύνυνση συνυπάρχουσας ψυχοπαθολογίας.  

Θεραπεία διαταραχών απέκκρισης

Στην πρώτη γραμμή των κατάλληλων θεραπειών ανήκουν οι συμπεριφορικές, ψυχολογικές και φαρμακευτικές επιλογές. Αρχικά, στις συμπεριφορικές τεχνικές ανήκουν η επανεκπαίδευση του ελέγχου των σφιγκτήρων, οι καταγραφές, ο περιορισμός των υγρών πριν τον ύπνο, οι αφυπνίσεις του παιδιού την νύκτα, η ενισχυτική επιβράβευση και πολλές άλλες.

Ταυτοχρόνως, προτείνεται γνωσιακού τύπου ψυχοθεραπεία για να επιτελεστεί η καλύτερη κατανόηση του προβλήματος και της θεραπείας ενώ μια συστημικού χαρακτήρα ψυχοθεραπεία στοχεύει στην αναδόμηση των αλληλεπιδράσεων των μελών της οικογένειας. Καταληκτικά, η φαρμακοθεραπεία δίνει έμφαση σε περιπτώσεις που η λειτουργικότητα του παιδιού έχει επηρεαστεί σε σοβαρό βαθμό και δεν ανταποκρίνονται οι ανωτέρω παρεμβάσεις.

Ενδεικτικά χορηγούνται υπόθετα, καθαρτικά, ιμιπραμίνη, δεσμοπρεσσίνη και ρεβοτεξίνη.

Βιβλιογραφία  

Κολαΐτης, Γ. (2020). Σύγχρονη Ψυχιατρική Παιδιού & Εφήβου: Ψυχική Υγεία και Ψυχοπαθολογία. Αθήνα: Εκδόσεις ΒΗΤΑ.  

Συγγραφή - Επιμέλεια Άρθρου

Βασιλική Θεοφανοπούλου

theofanopoulou vasilikiΨυχολόγος, Απόφοιτη του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών.
Ιδιαίτερη εμπειρία - εξειδίκευση στην ειδική αγωγή.