Χτυπάς άραγε την πόρτα μας, να κάνεις τι; να πετύχεις τι; Ποιος σε έστειλε; έχεις μήπως κάποιο μήνυμα να αφήσεις φεύγοντας; Μήπως κρατάς κανένα δώρο και δεν το βλέπω ο στραβός; Τι να κάνω δεν ξέρω ... αλλά σίγουρα δε μου επιτρέπεται να σου ανοίξω την πόρτα. Αναρωτιέμαι μήπως γίνομαι αγενής, σχώρα με. Αλλά, δε σε ξέρω πώς περιμένεις να σου ανοίξω το σπιτικό μου; Κοιτάω από το ματάκι σαστισμένος, προσπαθώντας να καταλάβω, να θυμηθώ αν σε ξέρω και δε σε αναγνωρίζω.

Σκέψεις και συναισθήματα για τον κορωνοϊό

Κείνη την ώρα χτυπά το τηλέφωνο και είναι ο πατέρας μου να με ενημερώσει για ένα περίεργο τύπο που περνά από πόρτα σε πόρτα και ζήτα να του ανοίξουν οι ένοικοι. Βγήκε λέει μόλις τώρα έκτακτο ανακοινωθέν από την πολιτεία για ύποπτο, επικίνδυνο επισκέπτη και πως εμείς το μόνο που έχουμε να κάνουμε είναι να τον αφήσουμε έξω από το σπιτικό μας.

Άπειρες σκέψεις και συναισθήματα πλημμυρίζουν το μυαλό μου, το σώμα μου, κάθε κύτταρο μου. Μια αόρατη απειλή νοιώθω να με περικυκλώνει. Μα τι είναι αυτό τώρα; Μήπως κανένα κακόγουστο αστείο; Μήπως κανένας από αυτούς τους σελέμπριτις με τις εκπομπές τους έχουν στήσει καμιά φάρσα παγκοσμίως; Μήπως ο πατέρας μου, υπερβολικός και φοβικός θέλει να με περιορίσει ή μήπως άραγε φροντίζει για την προστασία μου;

Με βήματα αργά, αθόρυβα πλησιάζω την πόρτα του σπιτιού μου. Με κομμένη αναπνοή κοιτώ πίσω από το ματάκι να δω αν έφυγε, αλλά με πανικό διαπιστώνω ότι είναι ακόμη εκεί. Δε χτυπά το κουδούνι μου πια, δεν επιμένει να του ανοίξω, ποτέ δεν επέμενε, απλά κοντοστέκεται στην πόρτα μου και περιμένει…μα τι κάνει ο ανόητος; -σκέφτομαι όλο θυμό. Εντάξει και το αστείο έχει τα όρια του! Η ώρα περνάει και γω δεν μπορώ να βγω από το σπίτι μου! Πρέπει να πάω στη δουλειά μου! Στην αγαπημένη μου! Στους φίλους μου! Στους γονείς μου! Άντε ανθρωπε μου, εσύ δουλειές δεν έχεις; Τι κάθεσαι και ξεροσταλιάζεις έξω από πόρτες;

Ο θυμός μου με κάνει να κόβω βόλτες πάνω κάτω στο σαλόνι μου. Όσο όμως περνάει η ώρα, αρχίζω να νοιώθω εγκλωβισμένος στο ίδιο μου το σπίτι. Αγωνία, φόβος, ανησυχία, νευρικότητα. Νοιώθω το μυαλό μου να δουλεύει με χίλια, προσπαθώντας να βρει μια λύση. Πρέπει κάπως ή να τον ξεφορτωθώ ή να βρω άλλη έξοδο να συνεχίσω τη μέρα μου. Δεν μπορώ να κάθομαι εδώ κλεισμένος, να χάνω το χρόνο μου.

Μήπως να ανοίξω την πόρτα; Να τον ρωτήσω έστω τί θέλει; Μπορεί να πεινάει, να διψάει, μπορεί να χρειάζεται κάποια βοήθεια; Σκέφτομαι ότι σε αυτή την περίπτωση και θα έχω βοηθήσει έναν άνθρωπο και εγώ θα συνεχίσω κανονικά το πρόγραμμά μου. Αλλά, αν όντως είναι επικίνδυνο αυτό; Αν δεν είναι ασφαλές να ανοίξω το σπίτι μου σε έναν τόσο περίεργο, άγνωστο τύπο; Όλη η αμφιθυμία και τα διλλήματα της ζωής μου περνάνε εκείνη την ώρα από το μυαλό και την καρδιά μου.

Η ώρα περνάει και γω το έχω πάρει απόφαση πια ότι σήμερα δε θα βγω από το σπίτι μου. Επικοινωνώ με τη δουλειά μου, τους δικούς μου ανθρώπους και με έκπληξη και αμηχανία διαπιστώνω ότι είναι όλοι στην ίδια κατάσταση με μένα! Αντιμετωπίζουν το ίδιο αναπάντεχο πρόβλημα με τον απρόσκλητο επισκέπτη! Τους έχουν δοθεί οι ίδιες οδηγίες και συζητώντας μαζί τους διαπιστώνω ότι βιώνουν πάνω-κάτω τα ίδια συναισθήματα. Νομίζω ότι ζω σε ένα παράλληλο σύμπαν, αλλιώς δεν το χωράει το μυαλό μου όλο αυτό.

Μετά από ώρες σιωπής και σκέψεων για όλο αυτό το συλλογικό κίνδυνο, πιάνω τον εαυτό μου να νοιώθει και μια μικρή παρηγοριά. Δεν είμαι μόνος τουλάχιστον σε όλο αυτό. Κάπως μπορώ να μοιραστώ την αγωνία μου και να με καταλάβουν. Έχουν σταματήσει τα πάντα ναι, τουλάχιστον έτσι όπως τα σχεδίαζα, αλλά δεν είμαι μόνος σε όλο αυτό. Με παρηγορεί, μου μικραίνει την αγωνία, το φόβο, τη θλίψη, το θυμό και ταυτόχρονα με ενδυναμώνει.

Η ζωή δε σταματά

Όσο οι ώρες, οι μέρες, οι στιγμές περνούν μακριά από τη ζωή, διαπιστώνω ότι υπάρχει ζωή και μέσα στο σπίτι, μέσα στους τοίχους…γιατί η Ζωή δε σταματά. Ποτέ δε σταματά, απλά αλλάζει μορφή, ρυθμό, ταχύτητα, ίσως και διαδρομή, αλλά δε σταματά! Έχω καιρό να αγκαλιάσω, να αγγίξω, να μυρίσω τους αγαπημένους μου, αλλά έχω ανακαλύψει ότι η εγγύτητά μας δε σταματά! Δεν είναι μόνο η σωματική επαφή ο μόνος δρόμος εγγύτητας, είναι και το βλέμμα από μακριά, η σκέψη, ο ήχος του γέλιου που φθάνει στα αυτιά σου, η φωνή τους που αγκαλιάζει το συναίσθημά σου.

Σκέφτομαι ότι η Ζωή δε σταματά και αυτό που έχω να κάνω είναι να την ακολουθώ, ίσως με άλλα μέσα από αυτά που μέχρι πρότινος είχα μάθει, αλλά να την ακολουθώ. Να πηγαίνω με τη ροή της, πιστεύοντας ότι κάπου πάλι θα με βγάλει.

Ίσως βγω διαφορετικός, ίσως αυτή η διαδρομή δεν είναι εύκολη, ίσως τη νοιώθω ανελεύθερη, αλλά πόσες διαδρομές της ζωής μου ήταν πραγματικά ελεύθερες; Πόσες διαδρομές δεν ήταν δύσκολες, άγνωστες, κακοτράχαλες; Κι όμως τις περπάτησα. Έτσι αποφασίζω να περπατήσω και σε αυτήν, χωρίς παπούτσια, με νέα παπούτσια, με αυτοσχέδια παπούτσια, δεν ξέρω, αλλά θα την περπατήσω…

Άλλωστε τη Ζωή μου έξω, τις σχέσεις μου, τις συνδέσεις μου, τη δουλειά μου, τα όνειρά μου, όλα τα δημιούργησα με το μέσα μου, με τα αποθέματα μου, με τις ικανότητες μου, με τα χαρίσματα μου, με τις εμπνεύσεις μου, με τα δικά μου προσωπικά εργαλεία, με τη σύνδεση με κομμάτια του εαυτού μου, με την εσωτερική μου εγγύτητα. Με αυτά τα δικά μου, εσωτερικά αποθέματα θα ζήσω και τις στιγμές αυτές γιατί είναι το μόνο εσωτερικό, σταθερό, αυθεντικό καταφύγιο που κανένας εξωτερικός κίνδυνος δεν μπορεί να το αγγίξει.

Με τούτα και με κείνα, ο επισκέπτης άραγε τι να κάνει; Κοιτάω από το ματάκι της πόρτας και τον βλέπω να μου χαμογελά και σιγά σιγά να απομακρύνεται … ακόμη δεν κατάλαβα τι ήρθε να κάνει, ποιος ο σκοπός του ίσως και να μην το καταλάβω ποτέ. Αυτό, όμως, που κατάλαβα είναι ότι απέναντι σε ένα συλλογικό κίνδυνο - τραύμα, υπάρχει ένα συλλογικό πένθος αλλά ταυτόχρονα υπάρχει και ένα συλλογικό φως που κινητοποιεί -ενεργοποιεί κάθε εσωτερικό μας κύτταρο και που μετατρέπεται σε προσωπικό - συλλογικό ταξίδι. Ένα ταξίδι μέσα από έναν ίσως δρόμο λιγότερο ταξιδεμένο μα ένα δρόμο που πάντα περπατιέται, διασχίζεται, ανακαλύπτεται και κατακτιέται ατομικά, προσωπικά, συλλογικά.

Συγγραφή Άρθρου

Χριστίνα Πάσχου
Ψυχολόγος - Εκπαιδευόμενη στη Συστημική Συμβουλευτική & Ψυχοθεραπεία.