Πρόσθεσε το Psychology.gr στις προτιμώμενες πηγές σου στη Google
Με αυτό τον τρόπο, θα βλέπεις πρώτος όλα τα νέα άρθρα ψυχολογίας και ψυχικής υγείας που δημοσιεύονται στο PSYCHOLOGY.GR
Μερικές φορές, οι πιο προσωπικές ιστορίες δεν λέγονται στους πιο κοντινούς ανθρώπους, αλλά σε εκείνους που σχεδόν δεν μας γνωρίζουν. Σαν να ξεφεύγουν από μέσα μας χωρίς προειδοποίηση, λέξεις φορτισμένες, εξηγήσεις που δεν ζητήθηκαν, λεπτομέρειες που κανονικά θα κρατούσαμε για τον εαυτό μας.
Σε μια καθημερινή σκηνή, όπως μια απλή αναμονή σε ένα ταμείο, μια φαινομενικά τυπική αλληλεπίδραση μπορεί ξαφνικά να μετατραπεί σε εξομολόγηση. Μια γυναίκα, περιμένοντας στην ουρά ενός σούπερ μάρκετ, κρατούσε ένα καλάθι γεμάτο παγωτά, σοκολάτες και δυομπουκάλια κρασί. Με μια δόση αμηχανίας, παρατήρησε ότι κοιτούσα τις «παρηγορητικές» της αγορές. «Παίρνω διαζύγιο», είπε ξαφνικά. «Θα πνίξω τη στενοχώρια μου». Στη συνέχεια άρχισε να μιλά για τον πρώην σύζυγο της και για το πως η σχέση τους οδηγήθηκε στο αδιέξοδο.
Παρατηρείται λοιπόν, πως ένας άνθρωπος αρχίζει να μιλά για έναν πρόσφατο χωρισμό, για δυσκολίες στη ζωή του, για όσα τον βαραίνουν, όχι επειδή ο άλλος ρώτησε, αλλά επειδή κάτι μέσα του νιώθει την ανάγκη να ειπωθεί.
Μην ξέροντας ακριβώς τι να απαντήσω, της εξέφρασα τη συμπάθειά μου και της ευχήθηκα καλό βράδυ. Η σκηνή αυτή αποτυπώνει με ακρίβεια ένα φαινόμενο που πολλοί από εμάς έχουμε βιώσει, είτε ως παρατηρητές είτε ως συμμετέχοντες, την υπερβολική αποκάλυψη προσωπικών πληροφοριών, γνωστή ως oversharing. Την τάση δηλαδή να μοιράζεται κανείς περισσότερες προσωπικές πληροφορίες από όσες απαιτεί η περίσταση. Συχνά συνοδεύεται και από υπερεξήγηση, την ανάγκη να εξηγούμε υπερβολικά τον εαυτό μας, προσπαθώντας να γίνουμε κατανοητοί ή αποδεκτοί.
Η υπερβολική αποκάλυψη και η υπερεξήγηση δεν αποτελούν απλώς ιδιαιτερότητες επικοινωνίας, αλλά συχνά λειτουργούν ως μηχανισμοί άμυνας, τρόποι με τους οποίους το άτομο προσπαθεί να γίνει κατανοητό, να προλάβει την απόρριψη ή να αποφύγει μια πιθανή παρεξήγηση.
Τι είναι η υπερβολική αποκάλυψη και η υπερεξήγηση;
Η υπερβολική αποκάλυψη είναι η τάση να μοιράζεται κανείς υπερβολικά πολλές προσωπικές πληροφορίες, πέρα από αυτό που θεωρείται κατάλληλο ή απαραίτητο σε μια δεδομένη περίσταση. Μπορεί να περιλαμβάνει το να μοιράζεται κανείς πάρα πολλά με φίλους στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, με έναν πιθανό σύντροφο σε ένα ραντεβού ή ακόμη και με έναν άγνωστο, όπως σε μια ουρά στο σούπερ μάρκετ.
Αντίστοιχα, η υπερεξήγηση είναι μια συγγενής συμπεριφορά. Η τάση να εξηγούμε υπερβολικά τον εαυτό μας, συχνά χωρίς να είναι απαραίτητο, σε μια προσπάθεια να γίνουμε κατανοητοί, αποδεκτοί ή πιστευτοί. Πρόκειται για συνήθειες που πολλοί από εμάς εμφανίζουμε κατά καιρούς, ιδιαίτερα όταν νιώθουμε συναισθηματικά φορτισμένοι σε περιόδους άγχους ή τραύματος. Ένας χωρισμός ή ένα διαζύγιο, δυσκολίες στη δουλειά, μια ασθένεια ή η απώλεια ενός αγαπημένου προσώπου μπορούν να μας οδηγήσουν στο να μοιραζόμαστε υπερβολικά πολλά με άλλους.
Σε ορισμένες περιπτώσεις, αυτή η συμπεριφορά λειτουργεί σαν μια «κραυγή για βοήθεια», μια απεγνωσμένη προσπάθεια να βρει κανείς ανακούφιση, συμβουλές ή μια μορφή άτυπης «θεραπείας» από οποιονδήποτε είναι διαθέσιμος να ακούσει. Τα άτομα που τείνουν να «ξεστομίζουν» πράγματα χωρίς φιλτράρισμα συχνά έχουν πιο «διάχυτα» προσωπικά όρια.
THERAPY.PSYCHOLOGY - ΠΛΑΤΦΟΡΜΑ ONLINE ΨΥΧΟΘΕΡΑΠΕΙΑΣ
Μια ολοκληρωμένη εμπειρία σύνδεσης Ειδικών Ψυχικής Υγείας και Θεραπευόμενων | Ξεκίνα εδώ το Θεραπευτικό ταξίδι σου...
Πότε γίνεται πρόβλημα;
Η υπερβολική αποκάλυψη μπορεί να έχει αρνητικές συνέπειες, ειδικά όταν κάποιος μοιράζεται ευαίσθητες πληροφορίες στον εργασιακό χώρο ή γίνεται υπερβολικά προσωπικός με άτομα με τα οποία δεν έχει στενή σχέση.
Μπορεί επίσης να δημιουργήσει μια ψευδαίσθηση οικειότητας, μια αίσθηση εγγύτητας που δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Οι άνθρωποι που υπεραποκαλύπτουν συχνά μετανιώνουν αμέσως μετά.
Η κοινοποίηση ακατάλληλων ή υπερβολικά προσωπικών πληροφοριών μπορεί να προκαλέσει ντροπή και αμηχανία, τόσο στον ίδιο όσο και στους άλλους. Παρόλο που δεν υπάρχει πρόθεση αγένειας, οι γύρω δεν είναι πάντα έτοιμοι ή σε θέση να διαχειριστούν τέτοιες προσωπικές λεπτομέρειες.
Οι ρίζες της συμπεριφοράς: ένα παιδικό μάθημα επιβίωσης
ΠΡΟΣΩΠΟΚΕΝΤΡΙΚΗ ΚΑΙ ΒΙΩΜΑΤΙΚΗ ΣΥΜΒΟΥΛΕΥΤΙΚΗ ΓΙΑ ΤΟ ΣΧΕΣΙΑΚΟ ΤΡΑΥΜΑ
Εγκαιρη εγγραφή: έως 30 Ιουνίου 2026 | Διοργάνωση: PSYVERSITY
Τα σεμινάρια απευθύνονται σε Επαγγελματίες Ψυχικής Υγείας που έχουν ενδιαφέρον να εξειδικευθούν στη θεραπεία του ψυχικού τραύματος υπό το πρίσμα της Προσωποκεντρικής Προσέγγισης στην Θεραπεία.
Για να κατανοήσουμε βαθύτερα αυτές τις συμπεριφορές, αξίζει να δούμε πώς διαμορφώνονται. Η Β. μεγάλωσε σε ένα σπίτι γεμάτο χάος και ενδοοικογενειακή βία. Συχνά τιμωρούνταν για μικρά πράγματα και κουβαλούσε μέσα της έναν διαρκή φόβο ότι βρίσκεται «σε μπελάδες». Κάθε φορά που ανησυχούσε πως μπορεί να τιμωρηθεί, ο εγκέφαλός της άρχιζε να αναζητά τρόπους να δικαιολογήσει ή να εξηγήσει οποιαδήποτε μικρή «παράβαση» είχε συμβεί.
Ακόμη και ως μικρό παιδί, είχε ήδη αναπτύξει έναν μηχανισμό άμυνας, την υπερεξήγηση, ως τρόπο προστασίας του εαυτού της. Συχνά, οι άνθρωποι υπερεξηγούν όταν φοβούνται ότι δεν ακούγονται, δεν γίνονται κατανοητοί ή δεν τους πιστεύουν. Συνήθως, αυτή η συμπεριφορά έχει τις ρίζες της σε τραυματικές εμπειρίες της παιδικής ηλικίας, ιδιαίτερα σε άτομα που έχουν βιώσει συναισθηματική παραμέληση ή που ζούσαν με τον φόβο κακομεταχείρισης ή κακοποίησης όταν «έκαναν λάθος».
Η υπερεξήγηση λειτουργεί ως μηχανισμός άμυνας και ως αντίδραση στο στρες, που πηγάζει από την ανάγκη να «εξηγήσεις τον εαυτό σου» για να αποφύγεις την τιμωρία. Στο παρελθόν, η εξήγηση μπορεί να βοηθούσε να εκτονωθεί μια κατάσταση ή να μην προκληθεί θυμός σε εκείνον που ασκούσε πίεση ή εξουσία (συχνά οι γονείς ή οι φροντιστές).
Οι τραυματικές εμπειρίες στην οικογένεια επηρεάζουν τον τρόπο με τον οποίο αναπτύσσεται η ικανότητα επεξεργασίας πληροφοριών και κοινωνικών σημάτων. Ως αποτέλεσμα, πολλοί άνθρωποι που έχουν βιώσει παιδικό τραύμα τείνουν να ερμηνεύουν ουδέτερες ή ελαφρώς στρεσογόνες καταστάσεις ως απειλητικές. Αυτή η αυξημένη αντίδραση στρες δυσκολεύει τη συγκέντρωση και την επεξεργασία πληροφοριών, οδηγώντας σε συμπεριφορές που στοχεύουν στον αυτό-καθησυχασμό και τη μείωση των αρνητικών συναισθημάτων. Μία από αυτές είναι και η υπερεξήγηση, ένας τρόπος να διασφαλίσουν ότι δεν θα βιώσουν ξανά το αίσθημα ότι δεν γίνονται πιστευτοί ή κατανοητοί.
Συνδέεται με την ψυχική υγεία;
Η υπερβολική αποκάλυψη δεν αποτελεί από μόνη της μια κλινική διάγνωση. Ωστόσο, μπορεί να σχετίζεται με ορισμένες ψυχικές καταστάσεις, όπως το άγχος και η κατάθλιψη. Άτομα με ΔΕΠΥ, διπολική διαταραχή ή οριακή διαταραχή προσωπικότηταςμπορεί επίσης να εμφανίζουν αυξημένη τάση προς oversharing.
Αυτές οι καταστάσεις συχνά συνδέονται με παρορμητικότητα και συναισθηματική αστάθεια, γεγονός που δυσκολεύει το «φιλτράρισμα» πριν από την έκφραση. Σε περιπτώσεις μετατραυματικού στρες (PTSD), η υπερβολική αποκάλυψη ή το λεγόμενο trauma dumping, μπορεί να αποτελεί μια αντίδραση στο τραύμα και έναν τρόπο διαχείρισης των συναισθημάτων.
Πώς επηρεάζει την ενήλικη ζωή;
Παρότι αυτοί οι μηχανισμοί μπορεί να ήταν χρήσιμοι στην παιδική ηλικία, στην ενήλικη ζωή συχνά δημιουργούν δυσκολίες. Στην περίπτωση της Β., η υπερεξήγηση άρχισε να προκαλεί προβλήματα στις σχέσεις της. Συχνά εξηγούσε υπερβολικά πράγματα που δεν χρειαζόταν.
Αυτό προκαλούσε εκνευρισμό στον σύντροφό της και επηρέασε ακόμη και την επαγγελματική της ζωή, όταν ο προϊστάμενός της άρχισε να υποψιάζεται τη συμπεριφορά της.
Πώς μπορεί να περιοριστεί;
Ευτυχώς, υπάρχουν τρόποι να μειωθεί αυτή η τάση. Να επιλέγει κανείς πιο κατάλληλα άτομα για να μιλήσει, όπως στενούς φίλους ή οικογένεια (με προσοχή, ώστε να μην επιβαρυνθούν οι σχέσεις). Να αναγνωρίζει και να σέβεται τα προσωπικά του όρια. Να σκέφτεται πριν μιλήσει ή δημοσιεύσει κάτι.
Η πιο αποτελεσματική προσέγγιση είναι η ψυχοθεραπεία. Μέσα από τη συνεργασία με έναν ειδικό, το άτομο μπορεί να εκφραστεί σε ένα ασφαλές περιβάλλον, με κάποιον που είναι κατάλληλα εκπαιδευμένος να ακούσει και να βοηθήσει. Παράλληλα, η αντιμετώπιση τυχόν υποκείμενων ψυχικών δυσκολιών μπορεί να βοηθήσει το άτομο να αναπτύξει μεγαλύτερη αυτογνωσία, να κατανοήσει τις συνέπειες της συμπεριφοράς του και να ενισχύσει τον αυτοέλεγχο.
Αν τείνω να υπερεξηγώ, τι μπορώ να κάνω;
Το πιο δύσκολο για κάποιους ανθρώπους είναι να συνειδητοποιήσουν ότι το κάνουν. Συχνά γίνεται τόσο αυτόματα, που δεν το αντιλαμβάνονται καν. Αυτό ισχύει ιδιαίτερα για άτομα με αυτισμό, ΔΕΠΥ ή άλλες νευροαναπτυξιακές ιδιαιτερότητες. Μπορεί να βοηθήσει όταν ένα κοντινό σας πρόσωπο νιώθει άνετα να σας το επισημάνει με ήπιο τρόπο. Για παράδειγμα, ένας σύντροφος μπορεί να πει: «Κάνεις αυτό που κάνεις συνήθως», δίνοντάς σας την ευκαιρία να αναγνωρίσετε τη συμπεριφορά σας. Τότε μπορείτε να κάνετε έναν γρήγορο εσωτερικό έλεγχο:
«Είμαι αγχωμένος; Φοβάμαι ότι δεν θα με πιστέψουν; Τι άλλο συμβαίνει μέσα μου;»
Αυτή η διαδικασία βοηθά να καταγράψετε τα συναισθήματά σας χωρίς ντροπή ή ενοχή. Καθώς αναπτύσσετε επίγνωση αυτής της τάσης, μπορείτε να εξασκηθείτε στο να είστε πιο συνειδητοί. Ακόμη και η απλή αναγνώριση είναι ένα σημαντικό βήμα.
Μπορείτε να πείτε μέσα σας:
«Υπερεξηγώ αυτή τη στιγμή» ή, εκ των υστέρων: «Υπερεξήγησα». Το κλειδί είναι να αναγνωρίζετε τη συμπεριφορά χωρίς να προσθέτετε αυτοκριτική. Η φράση «υπερεξηγώ» είναι ουδέτερη. Αντίθετα, σκέψεις όπως «είμαι χαζός που το κάνω αυτό, γι’ αυτό με βρίσκουν ενοχλητικό» είναι αρνητικές και δεν βοηθούν.
Κατανόηση του φόβου πίσω από τη συμπεριφορά
Το επόμενο βήμα είναι να γίνετε περίεργοι, με την καλή έννοια, για τον λόγο που υπερεξηγείτε. Τι συμβαίνει εκείνη τη στιγμή; Νιώθετε ότι οι άλλοι δεν σας ακούν; Φοβάστε ότι πρέπει να εξηγηθείτε για να μην μπλέξετε; Υπάρχει άγχος ή φόβος από πίσω; Ίσως μια κοινωνική αμηχανία που σας οδηγεί να μιλάτε περισσότερο; Καμία από αυτές τις αιτίες δεν είναι «καλή» ή «κακή». Είναι απλώς πληροφορίες. Επιτρέψτε στον εαυτό σας να εξερευνήσει τι νιώθει, σε επίπεδο σώματος και σκέψης, τη στιγμή που εμφανίζεται η υπερεξήγηση.
Στη συνέχεια, δουλέψτε στο να νιώσετε πιο άνετα με αυτά τα συναισθήματα. Αν, για παράδειγμα, υπερεξηγείτε επειδή φοβάστε ότι δεν σας πιστεύουν, δοκιμάστε να «καθίσετε» με αυτό το συναίσθημα. Τι αναδύεται μέσα σας; Η επεξεργασία αυτού του εσωτερικού βιώματος είναι ουσιαστική. Αν πάλι μιλάτε υπερβολικά λόγω κοινωνικού άγχους, εξασκηθείτε στο να αντέχετε τη σιωπή. Δώστε στον εαυτό σας χώρο να εξοικειωθεί με αυτήν. Με τον χρόνο, η ένταση αυτών των συναισθημάτων μπορεί να μειωθεί.
Όταν η υπερεξήγηση συνδέεται με τη νευροδιαφορετικότητα
Αν η υπερεξήγηση σχετίζεται με αυτισμό, ΔΕΠΥ ή δυσκολίες αισθητηριακής επεξεργασίας, κάποιες από αυτές τις στρατηγικές μπορούν να βοηθήσουν, μαζί με την αποδοχή του εαυτού σας.
Μια απλή και ειλικρινής προσέγγιση μπορεί να είναι: «Τείνω να εξηγώ πολύ λόγω του τρόπου που λειτουργεί ο εγκέφαλός μου. Αν γίνει υπερβολικό, πες μου ότι με καταλαβαίνεις». Το σημαντικό είναι να βρείτε τι σας ταιριάζει και τι σας κάνει να νιώθετε άνετα.
Πώς να υποστηρίξετε κάποιον που υπερεξηγεί
Ο τρόπος υποστήριξης εξαρτάται από τη σχέση που έχετε με το άτομο. Με κάποιον κοντινό, είναι πιο εύκολο να είστε άμεσοι. Με κάποιον λιγότερο οικείο, χρειάζεται περισσότερη διακριτικότητα.
Ένας απλός και αποτελεσματικός τρόπος είναι να δείξετε ότι κατανοείτε,
«Σε καταλαβαίνω απόλυτα», «Σε πιστεύω». Όταν κάποιος νιώθει ότι τον ακούν και τον κατανοούν, μειώνεται φυσικά η ανάγκη του να υπερεξηγεί.
Μια διαφορετική οπτική
Η υπερεξήγηση και η υπερβολική αποκάλυψη δεν είναι απλώς «κακές συνήθειες». Είναι τρόποι που κάποτε μας βοήθησαν να προσαρμοστούμε, να προστατευτούμε και να παραμείνουμε συνδεδεμένοι με τους άλλους. Πίσω τους κρύβεται συχνά μια βαθιά ανθρώπινη ανάγκη να γίνουμε κατανοητοί, να νιώσουμε αποδοχή, να αισθανθούμε ασφάλεια.
Η υπερεξήγηση δεν είναι αδυναμία, είναι ένα παλιό εργαλείο επιβίωσης που κάποτε είχε λόγο ύπαρξης.
Το ζητούμενο δεν είναι να το απορρίψετε, αλλά να το αναγνωρίσετε. Να καταλάβετε πότε ενεργοποιείται και γιατί, ώστε σταδιακά να αποκτήσετε την επιλογή να μιλήσετε, αλλά όχι από φόβο από επίγνωση.
Αντίστοιχα, η υπερβολική αποκάλυψη δεν χρειάζεται να κατασταλεί, αλλά να επαναπροσδιοριστεί μέσα σε πιο σταθερά και ασφαλή όρια. Η αυθεντική έκφραση δεν σημαίνει ότι μοιραζόμαστε τα πάντα με όλους, αλλά ότι επιλέγουμε συνειδητά πού, πότε και με ποιον θα ανοιχτούμε.
Ίσως, τελικά, η ισορροπία να μην βρίσκεται στη σιωπή ούτε στην υπερβολή, αλλά σε κάτι πιο ουσιαστικό, στην ικανότητα να ακούμε τον εαυτό μας πριν μιλήσουμε. Να αναγνωρίζουμε την ανάγκη πίσω από τα λόγια και να τη φροντίζουμε με τρόπους που μας τιμούν. Γιατί η πραγματική σύνδεση δεν γεννιέται από την ποσότητα όσων λέμε, αλλά από την ασφάλεια μέσα στην οποία επιλέγουμε να τα μοιραστούμε.
Πηγές:
Altman, I., & Taylor, D. A. (1973). Social penetration: The development of interpersonal relationships. Holt, Rinehart & Winston.
Baumeister, R. F., & Leary, M. R. (2017). The need to belong: Desire for interpersonal attachments as a fundamental human motivation. Interpersonal development, 57-89.
Brown, B. (2015). Daring greatly: How the courage to be vulnerable transforms the way we live, love, parent, and lead. Penguin.
Gross, J. J. (1998). The emerging field of emotion regulation: An integrative review. Review of general psychology, 2(3), 271-299.
Herman, J. L. (2015). Trauma and recovery: The aftermath of violence--from domestic abuse to political terror. Hachette uK.
Folkman, S. (2020). Stress: appraisal and coping. In Encyclopedia of behavioral medicine (pp. 2177-2179). Cham: Springer International Publishing.
Maslow, A. H. (1943). A theory of human motivation. Psychological review, 50(4), 370.
Siegel, D. J. (2007). Siegel/mindful Brain: Reflection And Attunement In The Cultivation Of Well Being. WW Norton & Company.
THERAPY.PSYCHOLOGY - ΠΛΑΤΦΟΡΜΑ ONLINE ΨΥΧΟΘΕΡΑΠΕΙΑΣ
Μια ολοκληρωμένη εμπειρία σύνδεσης Ειδικών Ψυχικής Υγείας και Θεραπευόμενων | Ξεκίνα εδώ το Θεραπευτικό ταξίδι σου...




Ψυχολόγος, MSc Κλινική & Κοινοτική Ψυχολογία, MBA.


