1) Το κυνήγι του χρόνου Νιώθω πως τη σημερινή εποχή ο χρόνος είναι το μεγαλύτερο ζητούμενο.

Όχι γιατί μίκρυνε η μέρα μας ή το ρολόι αποφάσισε να κινείται με ταχύτερους ρυθμούς, αλλά γιατί εμείς τον κυνηγάμε περισσότερο, με αποτέλεσμα να μας ξεφεύγει η ζωή. Κι είναι κάτι που βλέπουμε παντού γύρω μας και μέσα μας. Ένα ασταμάτητο κυνήγι: να προλάβω, να πετύχω, να φτάσω, να βάλω τον επόμενο στόχο ή να καταφέρω τον προηγούμενο, που τον έχασα βάζοντας τρεις τέσσερις πάνω από αυτόν και συνειδητοποιώντας ότι τελικά τον ήθελα ή ότι συμπληρώνω μια άτυπη λίστα στόχων στο μυαλό μου – που πρέπει όλους να τους πετύχω, όλους να τους προλάβω και να τους καταφέρω, γιατί… πρέπει.

Τα «πρέπει» της ζωής έχουν επιστρέψει –αν έφυγαν ποτέ– κι έχουν ορθωθεί μπροστά μας. Και, κυρίως, έχουν γίνει μέρος της πραγματικότητας των παιδιών με τρόπους που δεν συνέβαινε παλιότερα. Πρέπει να μάθεις πολλές γλώσσες, να πας σε άπειρες δραστηριότητες γιατί όλες φαίνονται χρήσιμες και όλες έχουν να σου δώσουν τόσο πολλά –εσύ εξάλλου δεν ζήτησες τις περισσότερες; Εσύ δεν είπες πως όλοι οι φίλοι σου κάνουν τις ίδιες και συναντιέστε σε όλες αυτές; Ή μήπως χάνεστε προσπαθώντας να συναντηθείτε;–, πρέπει να τα καταφέρεις σε όλα, ακόμα κι αν είναι πολλά και σε συνθλίβουν ή σε αφήνουν με μια αίσθηση μετριότητας ή πασαλείμματος· όλα από λίγο, όλα για να γεμίσουμε τον χρόνο ή, ακόμα χειρότερα, για να κατηγορήσουμε τη βαρεμάρα ως αιτία κακών και όχι δημιουργίας.

Άλλο ένα νέο «απόκτημα» της εποχής είναι ότι μιλάμε για παιδικό άγχος με καλπάζοντες ρυθμούς αύξησης, για παιδικό burnout, για διάσπαση προσοχής – συμβαίνουν άλλωστε τόσα, που ο παιδικός εγκέφαλος δεν έχει τον χρόνο να τα απορροφήσει καθώς βομβαρδίζεται συνεχώς με ερεθίσματα που δυσκολεύεται να αφομοιώσει. Το βασικό θέμα είναι: Τα χρειάζεται όλα αυτά το παιδί;

Η απάντηση είναι ξεκάθαρη: Όχι, δεν τα χρειάζεται. Γιατί κύριος ρόλος του γονέα είναι να καλύψει τις ανάγκες του παιδιού του και όχι απαραίτητα όλες τις επιθυμίες του. Και πολλά από αυτά που αναφέρουμε ως συνήθεις υπόπτους στο κυνήγι του χρόνου εντάσσονται στην κατηγορία «επιθυμίες». Μόνο που ο ανθρώπινος εγκέφαλος τείνει να επιθυμεί όσα βλέπει μπροστά του ως διαθέσιμα και όχι όσα υπαγορεύει η ανάγκη του.

 Με απλά λόγια, θα ήθελε λιγότερα αν δεν τον βομβαρδίζαμε με όλα όσα κάνουμε τώρα. Η ανάγκη για παύση και για βιώσιμους ρυθμούς είναι πλέον τεράστια. Μαζί και η ανάγκη για χρόνο στον οποίο η οικογένεια θα μπορεί να συνδεθεί και να γεμίσει την αγκαλιά της με την παρουσία όλων των μελών της και όχι με υλικά αγαθά ως υποκατάστατα. Και η αλήθεια είναι ότι όλο και πιο συχνά συναντάμε στο σχολείο παιδιά που δεν ζουν τους γονείς τους ή δίνουν ραντεβού για να τους συναντήσουν. Ανάμεσα σε πιεσμένα προγράμματα, αγχωμένες ζωές και βλέμματα που δεν ξέρουν να σου πουν πώς έμοιαζε το ΜΑΖΙ που έζησαν οι παλιότερες γενιές, γιατί δεν το είδαν.

ΙΣΤΟΡΙΑ 1Η – ΜΑΡΙΟΣ
«Και ύστερα… έρχεται πάλι το αύριο»

Μια ιστορία που είναι πάντα στην καρδιά μου είναι η ιστορία του Νώντα. Ήταν μαθητής μου για δύο ολόκληρες χρονιές, στην Ε´ και στη ΣΤ´ Δημοτικού, κάμποσα χρόνια πριν, μέσα σε μια τάξη όπου οι μαθητές είχαν μάθει να συνεργάζονται, να στηρίζουν ο ένας τον άλλον και να επικοινωνούν. Ήταν μια τάξη ήρεμη. Ανάμεσά τους ο Νώντας, ένα παιδί με αυτισμό, αρκετά λειτουργικό, με βλέμμα καθαρό, που και το ίδιο προσπαθούσε από την πλευρά του να είναι μέλος της ομάδας. Ήταν από εκείνα τα παιδιά που δεν τα ξεχνάς – όχι γιατί φωνάζουν ή προκαλούν, αλλά γιατί κουβαλούν τη δική τους διαδρομή, τη δική τους μάχη, που δεν μοιάζει με καμία άλλη. Ο Νώντας όμως πάλευε. Πάλευε με το πρόγραμμα, με το άγχος, με τις απαιτήσεις, αλλά πιο πολύ με τον ίδιο τον εαυτό του.

Η μητέρα του ήταν μια γυναίκα που φαινόταν κουρασμένη από χιλιόμετρα μακριά. Ήταν κουρασμένη από χρόνια, από τότε που ανέλαβε την ευθύνη να βοηθήσει το παιδί της. Γιατί ήταν απόφαση δική της, που πολλοί γονείς δεν μπορούν να αντέξουν. Όταν ο γιος της πήγε στο νηπιαγωγείο, ήξερε τι θα της έλεγαν: ότι το παιδί της ήταν διαφορετικό από τα άλλα. Το είχε παρατηρήσει και η ίδια. Όλα τα παιδιά είναι διαφορετικά, αλλά κάποια σου δημιουργούν παραπάνω αφορμές να τα δεις. Κι εκείνη τις είχε τις αφορμές. Οι ειδικοί τής είπαν ότι είναι στο φάσμα του αυτισμού. Έτσι εκείνη ήταν υπ’ ατμόν, περιμένοντας να μάθει τι θα χρειαζόταν να κάνει όταν θα πήγαινε το παιδί της στο σχολείο. Λίγο πριν ο Νώντας πάει στο δημοτικό, πέρασε πάλι από αξιολόγηση. Εκεί φάνηκε καθαρά ότι χρειαζόταν πρώιμη παρέμβαση. 

Η μαμά το δέχτηκε. Δεν μάλωσε, δεν είπε «δεν ξέρετε τι λέτε», είπε μόνο «θα κάνω ό,τι μπορώ να βοηθήσω το παιδί μου». Όλες οι μελέτες δείχνουν ότι όταν η παρέμβαση ξεκινά νωρίς υπάρχει βελτίωση σε πάρα πολλούς τομείς (κοινωνική επικοινωνία, γλωσσική ανάπτυξη, προσαρμοστικότητα, μείωση προκλητικών συμπεριφορών και όχι μόνο) και είναι μόνο για καλό του παιδιού. Το δυσάρεστο ήταν ότι ακριβώς αυτή η ευθύνη που ανέλαβε η μητέρα, να παραδεχτεί ότι το παιδί της χρειαζόταν στήριξη, ήταν και η αιτία να χωρίσει με τον σύζυγό της, που αρνιόταν ότι το παιδί τους «έχει πρόβλημα».

Χωρισμένη λοιπόν, με δύο παιδιά, και με το ένα από αυτά να χρειάζεται τον πενταπλάσιο χρόνο, την πενταπλάσια ενέργεια, την πενταπλάσια προετοιμασία. Μπήκε από την αρχή στη χρονιά με αποφασιστικότητα, σαν να είχε πάρει όρκο στον εαυτό της πως το παιδί της δεν θα υστερούσε ούτε ένα χιλιοστό από τα άλλα. Και κάπως έτσι ο Νώντας, ένα παιδί που χρειαζόταν χώρο, ρυθμό και ανάσα, βρέθηκε σε ένα πρόγραμμα που δεν άφηνε ούτε μία χαραμάδα για παιδικότητα.

Από το πρωί μέχρι το απόγευμα έτρεχε: σχολείο, λογοθεραπεία, εργοθεραπεία, κοινωνικές δεξιότητες, ψυχοπαιδαγωγικά προγράμματα, μετά μουσική, μετά κολύμβηση, μετά άλλη μια δραστηριότητα. Ήταν σαν να μετακινούνταν με ασταμάτητο ρυθμό· τίποτα δεν σταματούσε, τίποτα δεν του άφηνε περιθώριο να αναπνεύσει.

Κάποια μέρα, στο τέλος μιας κουραστικής εβδομάδας, ο Νώντας με πλησίασε στο διάλειμμα. Το έκανε συχνά και μου μιλούσε για τις αγάπες του: τη φύση και τους δεινόσαυρους. Νόμιζα ότι θα μου έλεγε κάτι σχετικό, γιατί όταν μιλούσε για αυτά το πρόσωπό του γινόταν πιο φωτεινό, μπορούσε να απομνημονεύσει απίστευτες λεπτομέρειες από αυτά που αγαπούσε. «Για πες μου τι ωραίο έμαθες χθες για τη φύση…» του είπα. «Τίποτα, δεν πρόλαβα, ήμουν κουρασμένος και δεν είχα χρόνο». «Έκανες κάτι άλλο στη θέση του και σου έφαγε τον χρόνο;» «Δεν πρόλαβα τίποτα. Νιώθω σαν να κυνηγάω την ουρά μου, κύριε. Τρέχω, τρέχω… και δεν φτάνω ποτέ. Και μετά γίνεται βράδυ. Και ύστερα… έρχεται πάλι το αύριο». Σάστισα. Ήταν η πιο απλή και η πιο ώριμη περιγραφή εξουθένωσης που είχα ακούσει ποτέ από παιδί.

Δεν είναι εύκολο να μεγαλώνεις παιδιά, ειδικά μόνος σου. Παλεύεις με όλες τις πιθανότητες που δεν θέλεις να συμβούν στο παιδί. Και προσπαθείς να τις καλύψεις πριν εμφανιστούν.

Δεν είναι σίγουρο ότι θα εμφανιστούν, εσύ όμως θέλεις να σβήσεις αυτό το άγχος από το κεφάλι σου. Κάπως έτσι όμως δεν αφήνεις χώρο για παιχνίδι, δεν αφήνεις χώρο για τη ζωή την ίδια. Και αυτή θα του λείψει όταν μεγαλώσει. Την έχει ανάγκη αυτή την παιδικότητα, δεν θα τη βρει σε κανένα πρόγραμμα παρέμβασης.

Εγώ, από τη μεριά μου, έμαθα κάτι που κουβαλάω πάντα: ότι πολλές φορές τα παιδιά δεν κουράζονται από τις δυσκολίες τους – κουράζονται από τις προσπάθειες των μεγάλων να τις εξαφανίσουν.

Ότι ένα παιδί δεν χρειάζεται να «προλάβει» τα άλλα, ούτε να τα μιμηθεί. Χρειάζεται χρόνο. Χώρο. Ρυθμό. Κι έναν κόσμο γύρω του που να μην του λέει «γρήγορα», αλλά να του λέει «όπως μπορείς». Γιατί εκεί μέσα, κάπου ανάμεσα στο «όπως μπορείς» και στο «είμαι εδώ», γεννιέται η πραγματική εξέλιξη. Όσο κυνηγάς τον χρόνο, σου ξεφεύγει η ζωή που τον γεμίζει.

Το απόσπασμα είναι από το βιβλίο Μαζί ό,τι κι αν συμβεί, της Φρόσως Φωτεινάκη και του Μάριου Μάζαρη που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Διόπτρα στο dioptra.gr και σε όλα τα συνεργαζόμενα βιβλιοπωλεία.

Συγγραφή - Επιμέλεια Άρθρου

Νίκος Μεταξάς

e psy logo twitter2Συντάκτης στην Πύλη Ψυχολογίας - Psychology.gr
Μετάφραση, απόδοση ξενόγλωσσων άρθρων.
Επικοινωνία: editorial @psychology.gr