Πρόσθεσε το Psychology.gr στις προτιμώμενες πηγές σου στη Google
Με αυτό τον τρόπο, θα βλέπεις περισσότερα νέα άρθρα ψυχολογίας και ψυχικής υγείας που δημοσιεύονται στο PSYCHOLOGY.GR
Το κείμενο που ακολουθεί δεν αμφισβητεί την παιδική μαρτυρία ούτε υποβαθμίζει την πραγματική κακοποίηση. Εστιάζει σε έναν επιστημονικά τεκμηριωμένο μηχανισμό που, όταν δεν ελέγχεται θεσμικά, μπορεί να μετατρέψει την αφήγηση σε μνήμη και να επιβαρύνει τόσο την ψυχική ασφάλεια του παιδιού όσο και τη δικαστική κρίση.
Η ανθρώπινη μνήμη δεν λειτουργεί ως αντικειμενική καταγραφή γεγονότων, όπως μια κάμερα. Αποτελεί μια δυναμική, ανακατασκευαστική διεργασία. Κάθε ανάμνηση διαμορφώνεται και επαναδιαμορφώνεται μέσα από το συναίσθημα, το κοινωνικό πλαίσιο και τις αφηγήσεις που περιβάλλουν το άτομο, όπως έχει καταδειχθεί στη σύγχρονη ψυχολογία της μνήμης και στη διεθνή πρακτική της δικαστικής διερεύνησης ανηλίκων (Lamb et al., 2021).
Ακριβώς επειδή η μνήμη είναι ενεργή διεργασία και όχι παθητική αποθήκη εμπειριών, παραμένει ευάλωτη σε επιρροές, ιδιαίτερα όταν αναπτύσσεται μέσα σε σχέσεις συναισθηματικής εξάρτησης και ανάγκης ασφάλειας. Το περιβάλλον, οι προσδοκίες και οι επαναλαμβανόμενες αφηγήσεις επηρεάζουν καθοριστικά τον τρόπο με τον οποίο ένα γεγονός θα αποτυπωθεί ψυχικά (London et al., 2005).
Στα παιδιά, αυτή η ευαλωτότητα είναι εντονότερη σε σχέση με τους ενήλικες, καθώς οι γνωσιακές και συναισθηματικές λειτουργίες που επιτρέπουν τη σταθερή διάκριση ανάμεσα στο γεγονός και στην ερμηνεία βρίσκονται ακόμη σε αναπτυξιακή πορεία. Το παιδί δεν διαθέτει πλήρως ανεπτυγμένα εργαλεία επεξεργασίας για να αξιολογεί κριτικά τις αφηγήσεις που το περιβάλλουν. Σε συνθήκες έντονης γονικής σύγκρουσης, αυτή η φυσιολογική ευαλωτότητα μπορεί να αξιοποιηθεί άθελά της ως μέσο αποξένωσης. Σε αυτό το σημείο αναδύεται η εμφύτευση ψευδών αναμνήσεων.
Δεν πρόκειται για το παιδί που λέει ψέματα. Πρόκειται για το παιδί που βιώνει ως αληθινό αυτό που αφηγείται. Η ψευδής ανάμνηση συνοδεύεται από συναισθηματική βεβαιότητα και προσωπική ταύτιση, γεγονός που την καθιστά ιδιαίτερα ανθεκτική στην αμφισβήτηση (Ceci & Bruck, 1995).
Η εμφύτευση ψευδών αναμνήσεων δεν είναι ένα στιγμιαίο γεγονός. Πρόκειται για μια διαδικασία που αναπτύσσεται σταδιακά και ενισχύεται από πολλαπλούς παράγοντες.
Καθοριστικό ρόλο συχνά διαδραματίζει ο γονέας που έχει τη συνεχή καθημερινή επαφή με το παιδί και λειτουργεί ως βασικό πρόσωπο φροντίδας.
Όταν μια αφήγηση επαναλαμβάνεται συστηματικά και συνδέεται με φόβο, ανησυχία ή ανάγκη προστασίας, το παιδί μπορεί να την ενσωματώσει ως προσωπική μνήμη, ακόμη και χωρίς πρόθεση χειραγώγησης.
Σημαντική επίδραση ασκεί και το ευρύτερο οικογενειακό ή κοινωνικό περιβάλλον. Η επαναλαμβανόμενη επιβεβαίωση της ίδιας αφήγησης από συγγενείς ή πρόσωπα εμπιστοσύνης δημιουργεί αίσθηση συλλογικής αλήθειας, δυσκολεύοντας το παιδί να διαφοροποιηθεί.
THERAPY.PSYCHOLOGY - ΠΛΑΤΦΟΡΜΑ ONLINE ΨΥΧΟΘΕΡΑΠΕΙΑΣ
Μια ολοκληρωμένη εμπειρία σύνδεσης Ειδικών Ψυχικής Υγείας και Θεραπευόμενων | Ξεκίνα εδώ το Θεραπευτικό ταξίδι σου...
Ιδιαίτερη βαρύτητα έχει ο ρόλος των επαγγελματιών όταν η αξιολόγηση γίνεται χωρίς σαφή μεθοδολογία. Κατευθυντικές ερωτήσεις, υποθετικά σενάρια ή επαναλαμβανόμενες συνεντεύξεις χωρίς πρωτόκολλα αυξάνουν τον κίνδυνο υποβολής, ακόμη και χωρίς πρόθεση (Poole & Lamb, 1998).
Τέλος, οι θεσμοί παίζουν καθοριστικό ρόλο όταν μια αφήγηση γίνεται αποδεκτή χωρίς έλεγχο της διαδικασίας και αποκτά θεσμικό κύρος. Η θεσμική επιβεβαίωση λειτουργεί ως ισχυρός παράγοντας παγίωσης της ψευδούς ανάμνησης (APSAC, 2019· Home Office, 2022).
Η εμφύτευση ψευδών αναμνήσεων σπάνια συμβαίνει αιφνίδια. Συνήθως ξεκινά με διακριτικούς υπαινιγμούς και επαναπλαισιώσεις εμπειριών που αρχικά δεν έφεραν έντονο συναισθηματικό φορτίο. Ένα ουδέτερο περιστατικό αρχίζει να παρουσιάζεται σταδιακά ως προβληματικό ή απειλητικό μέσα από επαναλαμβανόμενες συζητήσεις και ερωτήσεις που υπονοούν συναίσθημα ή πρόθεση.
Η διαδικασία ενισχύεται μέσω συναισθηματικής επιβράβευσης. Όταν το παιδί ευθυγραμμίζεται με την αφήγηση, βιώνει αποδοχή και αίσθηση ασφάλειας. Όταν αποκλίνει, μπορεί να βιώσει απόσυρση, σιωπή ή ενοχή. Σταδιακά, η μνήμη συνδέεται λιγότερο με το αρχικό γεγονός και περισσότερο με τη συναισθηματική επιβίωση μέσα στη σχέση.
Η επανάληψη της ίδιας αφήγησης σε διαφορετικά πλαίσια και από διαφορετικούς ενήλικες δυσχεραίνει ακόμη περισσότερο τη διάκριση ανάμεσα σε βιωμένη εμπειρία και αφηγηματική κατασκευή, όπως καταδεικνύεται στη διεθνή βιβλιογραφία (Lamb et al., 2007· Fernandes, 2023).
ΠΡΟΣΩΠΟΚΕΝΤΡΙΚΗ ΚΑΙ ΒΙΩΜΑΤΙΚΗ ΣΥΜΒΟΥΛΕΥΤΙΚΗ ΓΙΑ ΤΟ ΣΧΕΣΙΑΚΟ ΤΡΑΥΜΑ
Εγκαιρη εγγραφή: έως 30 Ιουλίου 2026 | Διοργάνωση: PSYVERSITY
Τα σεμινάρια απευθύνονται σε Επαγγελματίες Ψυχικής Υγείας που έχουν ενδιαφέρον να εξειδικευθούν στη θεραπεία του ψυχικού τραύματος υπό το πρίσμα της Προσωποκεντρικής Προσέγγισης στην Θεραπεία.
Παράδειγμα 1: Σκόπιμη γονική αποξένωση μέσω ανακατασκευής της σχέσης
Ένα παιδί είχε μέχρι πρότινος μια λειτουργική και συναισθηματικά ασφαλή σχέση με τον έναν γονέα. Μετά τη ρήξη των γονέων, ο αποξενωτής γονέας ξεκινά συστηματικά να επανανοηματοδοτεί αυτή τη σχέση. Περιστατικά που το παιδί είχε βιώσει ως ουδέτερα ή θετικά παρουσιάζονται εκ των υστέρων ως «σημάδια». Μια αγκαλιά περιγράφεται ως «υπερβολική», ένα παιχνίδι ως «ακατάλληλο», μια αυστηρή παρατήρηση ως «κακοποιητική».
Η αφήγηση αυτή δεν διατυπώνεται ως ερώτημα, αλλά ως ερμηνεία. Το παιδί δεν καλείται να αξιολογήσει πώς ένιωσε, αλλά να κατανοήσει γιατί έπρεπε να είχε νιώσει άσχημα ή φόβο. Όταν εκφράζει αμφιβολία, λαμβάνει διόρθωση. Όταν συμφωνεί, λαμβάνει επιβεβαίωση. Σταδιακά, η αρχική βιωμένη εμπειρία αντικαθίσταται από μια νέα ερμηνεία, η οποία παγιώνεται ως μνήμη.
Σε αυτό το πλαίσιο, η ψευδής ανάμνηση δεν προκύπτει από σύγχυση ή αβεβαιότητα, αλλά από σκόπιμη καθοδήγηση. Το παιδί δεν θυμάται πλέον πώς ένιωθε, αλλά πώς του ειπώθηκε ότι έπρεπε να είχε νιώσει. Η μνήμη που διαμορφώνεται δεν αφορά το γεγονός, αλλά τη σχέση εξάρτησης από τον αποξενωτή γονέα.
Παράδειγμα 2: Ειδικός ψυχικής υγείας
Κατά τη διάρκεια μιας αξιολόγησης ή θεραπευτικής διαδικασίας, το παιδί δεν δέχεται ανοιχτές, ουδέτερες ερωτήσεις, αλλά ερωτήματα που εμπεριέχουν ήδη υπόνοια. Η διερεύνηση μετατοπίζεται από το «τι συνέβη;» στο «πώς ένιωσες» και στη συνέχεια στο «ένιωσες άβολα;» ή «σε φόβισε αυτό;». Ιδίως σε μικρότερες ηλικίες, το παιδί προσπαθεί να ανταποκριθεί σε αυτό που αντιλαμβάνεται ως προσδοκία του ειδικού. Όταν οι απαντήσεις ευθυγραμμίζονται με την υπόνοια, συνοδεύονται από επιβεβαίωση ή συναισθηματική αποδοχή. Όταν αποκλίνουν, η διερεύνηση συνεχίζεται ή επαναλαμβάνεται. Με αυτόν τον τρόπο, μια αρχικά ασαφής εμπειρία αποκτά σταδιακά τη μορφή μνήμης.
Παράδειγμα: Θεσμική διαδικασία και δικαστική κρίση
Το παιδί καλείται να αφηγηθεί το ίδιο γεγονός επανειλημμένα, σε διαφορετικά θεσμικά πλαίσια και ενώπιον διαφορετικών ενηλίκων. Κάθε επανάληψη δεν λειτουργεί ως ουδέτερη ανάκληση, αλλά ως αναδιαμόρφωση της αφήγησης. Προστίθενται λεπτομέρειες, ενισχύεται το συναίσθημα και παγιώνεται η βεβαιότητα. Όταν η αφήγηση καταγράφεται σε έγγραφα ή αναπαράγεται στο δικαστήριο, αποκτά θεσμικό κύρος. Το παιδί δεν βιώνει πλέον αυτό που θυμάται ως προσωπική αφήγηση, αλλά ως κάτι που έχει επιβεβαιωθεί από το σύστημα. Σε αυτό το σημείο, η ψευδής ανάμνηση καθίσταται ιδιαίτερα ανθεκτική στην αμφισβήτηση.
Η ψευδής ανάμνηση λειτουργεί ως υπερόπλο της αποξένωσης, διότι παρουσιάζει ιδιαίτερη ανθεκτικότητα στη διάψευση. Όταν έχει συνδεθεί με την αίσθηση ασφάλειας και συναισθηματικής προστασίας, κάθε αμφισβήτησή της βιώνεται από το παιδί ως απειλή. Παράλληλα, μετατοπίζεται το βάρος της απόδειξης, καθώς ο στοχοποιημένος γονέας καλείται να αποδείξει ότι κάτι δεν συνέβη, κάτι που στην πράξη είναι εξαιρετικά δύσκολο στο δικαστικό πλαίσιο.
Επιπλέον, δημιουργείται μια ψευδαίσθηση αυτονομίας. Το παιδί φαίνεται να απορρίπτει τον γονέα από δική του πρωτοβουλία, ενώ στην πραγματικότητα αναπαράγει μια αφήγηση που έχει εσωτερικευθεί μέσα από σχέσεις εξάρτησης και επαναλαμβανόμενη επιβεβαίωση.
Η διεθνής πρακτική έχει αναγνωρίσει αυτούς τους κινδύνους και έχει αναπτύξει δομημένα πρωτόκολλα συνέντευξης ανηλίκων. Τα πρωτόκολλα αυτά δεν αμφισβητούν την παιδική μαρτυρία, αλλά τη θωρακίζουν, περιορίζοντας την υποβολή και τη δημιουργία ψευδών αναμνήσεων (NICHD Protocol· APSAC, 2019).
Στις περιπτώσεις όπου τέτοιες εγγυήσεις απουσιάζουν, ο θεσμικός μηχανισμός κινδυνεύει να λειτουργήσει ως επιβεβαίωση της αποξένωσης αντί ως μέσο προστασίας του παιδιού.
Κατά συνέπεια όταν μια παιδική αφήγηση εισέρχεται στο δικαστικό πεδίο χωρίς έλεγχο της διαδικασίας μέσω της οποίας διαμορφώθηκε, το δικαστήριο δεν καλείται απλώς να κρίνει γεγονότα. Καλείται να κρίνει παραγόμενες αφηγήσεις. Με αυτές τις συνθήκες, η ευθύνη του δικαστή δεν είναι τυπική, αλλά καθοριστική.
Η αποδοχή παιδικών καταθέσεων χωρίς έλεγχο του πλαισίου λήψης τους ενέχει σοβαρό κίνδυνο δικαστικού σφάλματος. Όταν δεν διερευνάται αν μια αφήγηση προέκυψε μετά από επαναλαμβανόμενες συνεντεύξεις, κατευθυντικές ερωτήσεις ή θεσμική επιβεβαίωση, το δικαστήριο ενδέχεται άθελά του να παγιώσει μια κατασκευασμένη μνήμη.
Η ευθύνη του δικαστή δεν αφορά την αξιολόγηση της αλήθειας ή του ψεύδους της μνήμης, αλλά την αξιολόγηση της διαδικασίας. Η απουσία ελέγχου ως προς το ποιος μίλησε στο παιδί, πόσες φορές και με ποιο πρωτόκολλο, συνιστά θεσμικό έλλειμμα.
Όταν το δικαστήριο δεν λειτουργεί ως φίλτρο μεθοδολογικού ελέγχου, μετατρέπεται άθελά του σε μηχανισμό θεσμικής επιβεβαίωσης της αφήγησης, με άμεσες συνέπειες για το παιδί και τη δικαστική ακρίβεια.
Από την άλλη, ο ρόλος των επαγγελματιών ψυχικής υγείας σε υποθέσεις που αφορούν παιδιά είναι επίσης κρίσιμος. Η διάκριση μεταξύ θεραπευτικού ρόλου και πραγματογνωμονικής αξιολόγησης αποτελεί βασική δεοντολογική αρχή.
Όταν ο ίδιος επαγγελματίας λειτουργεί ταυτόχρονα ως θεραπευτής και αξιολογητής, δημιουργείται σύγκρουση ρόλων. Η ανάγκη υποστήριξης του παιδιού μπορεί να έρθει σε αντίθεση με την απαίτηση αντικειμενικής αποτίμησης.
Η έλλειψη εξειδίκευσης στη δικαστική αξιολόγηση ανηλίκων, η απουσία πρωτοκόλλων και η χρήση κατευθυντικών πρακτικών μπορούν, ακόμη και χωρίς πρόθεση, να οδηγήσουν σε υποβολή και παγίωση ψευδών αφηγήσεων.
Η ευθύνη του ειδικού δεν εξαντλείται στη διατύπωση συμπερασμάτων. Περιλαμβάνει και την ευθύνη να μην καταλήγει σε συμπεράσματα όταν οι συνθήκες δεν επιτρέπουν ασφαλή αξιολόγηση. Η επιστημονική επιφύλαξη αποτελεί ένδειξη επάρκειας και όχι αδυναμίας.
Στο σημείο αυτό τίθεται ένα πολύ σοβαρό ερώτημα: Ποια πρέπει να είναι η στάση του στοχευμένου γονέα; Πώς θα αμυνθεί σε αυτήν την πολεμική συνθήκη, πολύ δε περισσότερο όταν αυτή προέρχεται από το ίδιο του το παιδί;
Η άμυνα του στοχευμένου γονέα δεν στρέφεται απέναντι στο παιδί, αλλά απέναντι στη διαδικασία. Από ψυχοθεραπευτική σκοπιά, η στάση αυτή στηρίζεται στη σταθερή, μη διεκδικητική παρουσία και στη χρήση λόγου που αναγνωρίζει το συναίσθημα χωρίς να παγιώνει την αφήγηση.
Η εμφύτευση ψευδών αναμνήσεων δεν αναιρεί την ύπαρξη πραγματικής κακοποίησης. Την υπονομεύει όταν η διερεύνηση γίνεται χωρίς έλεγχο της διαδικασίας και χωρίς σαφή διάκριση ανάμεσα στο γεγονός και στη μνήμη που διαμορφώθηκε μέσα από υποβολή, επαναλήψεις ή θεσμική επιβεβαίωση (Lamb et al., 2021).
Σε αυτό το πλαίσιο, ο στοχευμένος γονέας δεν μάχεται για δικαίωση, αλλά συμβάλλει στη διασφάλιση ότι το παιδί αντιμετωπίζεται με επιστημονική και θεσμική επάρκεια από τα δικαστήρια και τους ειδικούς ψυχικής υγείας, προστατευόμενο από περαιτέρω ψυχολογική επιβάρυνση.
Ως ψυχοθεραπεύτρια, δεν μπορώ να αποδεχθώ ένα σύστημα που συγχέει τη μνήμη με το γεγονός και μετατρέπει το παιδί σε φορέα αλήθειας χωρίς να ελέγχει πώς αυτή η «αλήθεια» διαμορφώθηκε. Η προστασία του παιδιού δεν εξασφαλίζεται με βεβαιότητες, αλλά με ευθύνη, επιστημονική επίγνωση και θεσμικό έλεγχο. Όταν αυτά απουσιάζουν, δεν μιλάμε για φροντίδα ούτε για δικαιοσύνη, αλλά για μια διαδικασία που, παράγει τραύμα.
Αν θέλουμε να μιλήσουμε σοβαρά για τη γονική αποξένωση και για την προστασία των παιδιών, οφείλουμε να μιλήσουμε καθαρά για τον τρόπο που κατασκευάζονται οι μνήμες. Εκεί κρίνεται όχι μόνο η οικογενειακή σχέση, αλλά και η αξιοπιστία της Δικαιοσύνης.
Βιβλιογραφία
Fernandes, D. (2023). Forensic interview techniques in child sexual abuse cases: A scoping review. Children, 10(2), 344. doi.org/10.3390/children10020344
Lamb, M. E., Orbach, Y., Hershkowitz, I., Esplin, P. W., & Horowitz, D. (2007). A structured forensic interview protocol improves the quality of investigative interviews with children. Developmental Psychology, 43(5), 1208–1218. doi.org/10.1037/0012-1649.43.5.1208
London, K., Bruck, M., Ceci, S. J., & Shuman, D. W. (2005). Disclosure of child sexual abuse: What does the research tell us about the ways that children tell? Psychology, Public Policy, and Law, 11(1), 194–226. doi.org/10.1037/1076-8971.11.1.194
American Professional Society on the Abuse of Children. (2019). Practice guidelines on forensic interviewing in cases of suspected child abuse. apsac.org/practice-guidelines/
NICHD Investigative Interview Protocol. (n.d.). Official protocol resources and training materials. nichdprotocol.com/
Home Office. (2022). Achieving best evidence in criminal proceedings. UK Government. gov.uk/government/publications/achieving-best-evidence-in-criminal-proceedings
American Psychological Association. (2013). Guidelines for psychological evaluations in child protection matters. apa.org/practice/guidelines/child-protection.pdf
Ceci, S. J., & Bruck, M. (1995). Jeopardy in the courtroom: A scientific analysis of children’s testimony. American Psychological Association.
Poole, D. A., & Lamb, M. E. (1998). Investigative interviews of children: A guide for helping professionals. American Psychological Association.
Lamb, M. E., Hershkowitz, I., Orbach, Y., & Esplin, P. W. (2018). Tell me what happened: Structured investigative interviews of child victims and witnesses. Wiley.
Lamb, M. E., Brown, D. A., Hershkowitz, I., Orbach, Y., & Esplin, P. W. (2021). Tell me what happened: Questioning children about abuse. Child Abuse & Neglect, 114, 104994. doi.org/10.1016/j.chiabu.2020.104994
THERAPY.PSYCHOLOGY - ΠΛΑΤΦΟΡΜΑ ONLINE ΨΥΧΟΘΕΡΑΠΕΙΑΣ
Μια ολοκληρωμένη εμπειρία σύνδεσης Ειδικών Ψυχικής Υγείας και Θεραπευόμενων | Ξεκίνα εδώ το Θεραπευτικό ταξίδι σου...
Ψυχοθεραπεύτρια, Οικογενειακή Συστημική, Διαλεκτική Συμπεριφορική, βιοθυμική, κλινική Υπνοθεραπεύτρια, NLP practitioner, Life coach