Η φιλοσοφική συμβουλευτική, είναι δυνατόν να αποτελέσει ένα πολύ σημαντικό, εναλλακτικό εργαλείο, αναφορικά με την θεραπευτική στο πεδίο της Ψυχολογίας. Η ίδια η φιλοσοφική συμβουλευτική είναι άρρηκτα συνδεδεμένη ειδικά με ένα είδος θεραπευτικής διαδικασίας, όπου πολύ σημαντικός είναι ο ρόλος και η χρήση της συζήτησης.

Την ίδια στιγμή εδώ μάλιστα, προβάλλεται και η σημασία της διάστασης εκείνης που σχέση με την μεθόδευση του υλικού που εξιστορεί ο θεραπευόμενος, ενώ λαμβάνουν χώρα οι συνεδρίες με τον θεραπευτή του. Ο τελευταίος εδώ εξάλλου, καθίσταται ταυτόχρονα και ένα είδος φιλοσόφου.

Στην παρούσα εργασία η σχετική ανάλυση εστιάζει στις σκέψεις και αναλύσεις μιας σειράς συγκεκριμένων επιστημόνων, όπως των Lou Marinoff και Ι. Γ. Δελλή. Παράλληλα όμως επιχειρείται η διεύρυνση ανάλυσης του όλου ζητήματος, μέσα από την αναζήτηση και χρήση στοιχείων και πληροφοριών και από επιπλέον βιβλιογραφία άλλων συγγραφέων.

Η ίδια η έρευνά μας, ως προς την δομή της αρχικά ασχολείται ειδικότερα με την αναφορά και ανάλυση του τί είναι η φιλοσοφική συμβουλευτική. Στη συνέχεια έχει να κάνει με τις προϋποθέσεις και τα κριτήρια μιας φιλοσοφικής συμβουλευτικής διαδικασίας. Τέλος, από την άλλη μεριά, ασχολείται ειδικότερα με το ζήτημα περί του αν είναι αναγκαία η ύπαρξη ειδικής εκπαίδευσης αναφορικά με την φιλοσοφική συμβουλευτική, αλλά και για το τί αποτελέσματα μπορεί να προσφέρει και αν εντάσσεται στις θεραπευτικές μεθόδους.

Τί είναι η φιλοσοφική συμβουλευτική

Η φιλοσοφική συμβουλευτική, που μερικές φορές ονομάζεται επίσης φιλοσοφική πρακτική ή φιλοσοφική συμβουλευτική ή κλινική φιλοσοφία, είναι ένα σύγχρονο κίνημα στην πρακτική φιλοσοφία.

Αναπτύσσοντας από τη δεκαετία του 1980 ως επάγγελμα, αλλά από τη δεκαετία του 1950 ως πρακτική, οι επαγγελματίες της φιλοσοφικής συμβουλευτικής έχουν συνήθως διδακτορικό ή τουλάχιστον μεταπτυχιακό στη φιλοσοφία και προσφέρουν τις φιλοσοφικές τους υπηρεσίες συμβουλευτικής ή συμβουλευτικής σε πελάτες που αναζητούν μια φιλοσοφική κατανόηση της ζωής τους.

Κάτι τέτοιο εξάλλου είναι συνδεδεμένο με την προσπάθεια των ατόμων να αντιμετωπίσουν διάφορα κοινωνικά προβλήματα ή ακόμα και ψυχικά προβλήματα.

Στην τελευταία περίπτωση, η φιλοσοφική συμβουλευτική μπορεί να είναι αντί, ή σε συνδυασμό με, ψυχοθεραπεία. Συχνά λέγεται ότι το κίνημα έχει τις ρίζες του στη σωκρατική παράδοση, η οποία θεωρούσε τη φιλοσοφία ως αναζήτηση του Καλού και της καλής ζωής. Μια ζωή χωρίς φιλοσοφία, άλλωστε δεν άξιζε για τον Σωκράτη (Achenbach, 2002).

Η ψυχοθεραπεία την προκειμένη περίπτωση είναι δυνατόν να λάβει χώρα αυτοπροσώπως (ένας προς έναν ή με ζευγάρια ή σε ομάδες). Μπορεί επίσης, να γίνει ακόμα και μέσω τηλεφώνου ή μέσω τηλεφωνικής συμβουλευτικής ή αντίστοιχα μέσω διαδικτύου. Υπήρξαν επίσης εξελίξεις στη θεραπεία με τη βοήθεια υπολογιστή, όπως η θεραπεία εικονικής πραγματικότητας για έκθεση στη συμπεριφορά, προγράμματα πολυμέσων για κάθε γνωστική τεχνική και συσκευές χειρός για βελτιωμένη παρακολούθηση ή εφαρμογή διαφόρων ιδεών (Achenbach, 2002).

Από την άλλη μεριά παράλληλα, θα μπορούσε σε αυτό το σημείο να επισημάνει κάποιος όμως και το ότι μια σύγχρονη προσέγγιση αναφορικά με την έννοια περί φιλοσοφικής συμβουλευτικής προκύπτει μέσα από το έργο του Lou Marinoff και ειδικότερα μέσα από το βιβλίο του με τον τίτλο «Πλάτωνας, όχι Προζάκ». Η ανάπτυξη του συγκεκριμένου είδους συμβουλευτικής εδώ μάλιστα, είναι συνδεδεμένη αφενός μεν με την διαδικασία του προσδιορισμού του προβλήματος που μπορεί να αντιμετωπίζει ένα άτομο και αφετέρου έχει να κάνει όμως και με το πώς είναι δυνατή η έκφραση των συναισθημάτων αλλά και η ανάλυση των σχετικών επιλογών (Marinoff, 1999).

Μια άλλη παράμετρος που περιλαμβάνεται εδώ, είναι σχετική με το ζήτημα περί του πώς είναι εφικτό το να μελετηθεί με τον πλέον σωστό τρόπο μια φιλοσοφική παράδοση, προκειμένου να μπορέσει να μας προσφέρει στην πορεία ουσιαστική βοήθεια. Όλα τα παραπάνω από την άλλη μεριά φυσικά δεν παύουν να είναι άρρηκτα συνδεδεμένα εδώ ταυτόχρονα και με την προσπάθεια περί ανανέωσης της προσωπικής ψυχολογικής ισορροπίας ενός ατόμου.

Υπό το πρίσμα όλων αυτών των επισημάνσεων, εδώ καθίσταται εμφανές, πως η φιλοσοφική συμβουλευτική είναι άμεσα συνδεδεμένη με πέντε στάδια: το πρόβλημα, το συναίσθημα, την ανάλυση, την ενατένιση και την ισορροπία (Marinoff, 1999).

Οι τρόποι σκέψης μας επηρεάζουν τον τρόπο που νιώθουμε, επιθυμούμε, επιλέγουμε, ενεργούμε, δημιουργούμε, σχετιζόμαστε και είμαστε στον κόσμο. Όταν η ζωή μας είναι γεμάτη προβλήματα, αυτά τα προβλήματα συχνά έχουν τις ρίζες τους στον τρόπο σκέψης μας. Αλλά τις περισσότερες φορές δεν παρατηρούμε καν τα μοτίβα σκέψης μας. Λειτουργούν με αυτόματο πιλότο, τροφοδοτούμενοι από παλιές συνήθειες και υποθέσεις λειτουργίας (Marinoff, 1999).

Για παράδειγμα, κάπου στην πορεία μπορεί να έχετε συλλάβει την πεποίθηση ότι δεν είστε αρκετά έξυπνοι για να ακολουθήσετε την καριέρα ή τον τρόπο ζωής των ονείρων σας.

Ίσως έχετε αποφασίσει ότι έχετε κολλήσει στην τρέχουσα δυσλειτουργική σας κατάσταση και δεν υπάρχει διέξοδος ή ότι πρέπει να ζήσετε σύμφωνα με τις προσδοκίες των άλλων για εσάς. Ίσως οι κυρίαρχες έννοιες της επιτυχίας να έχουν αποτυπωθεί στον εγκέφαλό σας και δεν είχατε ποτέ την ευκαιρία να αναρωτηθείτε πραγματικά αν είναι υγιείς ή τοξικές (Marinoff, 1999)

Οι τρόποι σκέψης μας με αυτόματο πιλότο μπορούν να καταστρέψουν τον τρόπο που νιώθουμε, επιλέγουμε και ενεργούμε στον κόσμο. Τέτοιοι τρόποι σκέψης μπορεί να σας κάνουν να αισθάνεστε σύγχυση, άσκοπη, κατάθλιψη, αποξένωση, ανίσχυρη, άχρηστη, ηττημένη ή να κολυμπάτε σε μια θάλασσα ανούσιας. Αν μπορούσαμε να εξετάσουμε τον τρόπο σκέψης μας - τις πεποιθήσεις, τις υποθέσεις, τις ερμηνείες, τις κρίσεις και τις αξίες μας - θα μπορούσαμε να προσαρμόσουμε μερικά πράγματα που δεν μας λειτουργούν πολύ καλά και να καλλιεργήσουμε μεγαλύτερη σαφήνεια, συνοχή, εύρος και βάθος στην κοσμοθεωρία μας. Αυτό το έργο μπορεί να έχει μεγάλο αντίκτυπο στις μελλοντικές μας ενέργειες, αντιδράσεις και γενική εμπειρία ζωής.

Εάν μπορούμε να αναθεωρήσουμε προσεκτικά τις υποθέσεις μας για το τι είναι αληθινό, δίκαιο και καλό, τότε μπορούμε να εφαρμόσουμε τις νέες μας γνώσεις στις ενέργειές μας με τρόπο που μας επιτρέπει να ζούμε με μεγαλύτερη πρόθεση, αυτοδιάθεση και αυθεντικότητα.

Έτσι, μια τακτική πρακτική αυτοεξέτασης και σκόπιμης δράσης - ο ακρογωνιαίος λίθος μιας φιλοσοφικής ζωής και αυτό ακριβώς που επιδιώκουμε μαζί στη φιλοσοφική συμβουλευτική - έχει τη δύναμη να αυξήσει την κατανόηση, το νόημα, το σκοπό, την ελευθερία και την εκπλήρωση στη ζωή μας. Έχει επίσης τη δύναμη να μεταμορφώσει πολλούς από τους συναισθηματικούς ενόχους που μας προκαλούν ταλαιπωρία - φόβο, τρόμο, άγχος, θυμό, κατάθλιψη, υπερβολική προσκόλληση, ζήλια, αγανάκτηση, χαμηλή αυτοεκτίμηση και ενοχές (Marinoff, 1999).

Όταν αρχίζεις να σκέφτεσαι με νέους τρόπους, αρχίζεις να αισθάνεσαι και με νέους τρόπους, αντίστοιχα τότε και ο τρόπος που προσεγγίζεις και βιώνεις τον κόσμο αρχίζει να αλλάζει.

Μπορεί να εκπλαγείτε με το πόσο γρήγορα κάποια από τα παλιά σας συναισθήματα αλλάζουν ή ακόμη και εξαφανίζονται όταν έχετε μια νέα συνειδητοποίηση ή δοκιμάστε μια νέα προοπτική στη φιλοσοφική συμβουλευτική. Η εξέταση των σκέψεων πίσω από τα συναισθήματα ανοίγει το δρόμο για σημαντική μεταμόρφωση και θεραπεία της ζωής. Η φιλοσοφική συμβουλευτική είναι, επομένως, μια διαδικασία που είναι εκπαιδευτική, ενδυναμωτική και θεραπευτική (Marinoff, 1999)

Συνοπτικά, η φιλοσοφική συμβουλευτική ακολουθεί μια ολιστική προσέγγιση στη σκέψη-συναίσθημα-επιλογή-πράξη του ατόμου σε έναν κοινωνικό-πολιτικό κόσμο και θεωρεί ότι οι δυνάμεις εξέτασης, δημιουργικής εξερεύνησης και στοχαστικής επιλογής του ατόμου είναι οχήματα κίνησης, αλλαγής, και ανάπτυξη.

Αν και υπάρχουν όντως μοτίβα σκέψης που μπορούν να μας δημιουργήσουν προβλήματα, η ίδια η σκέψη δεν θεωρείται πρόβλημα στη φιλοσοφική συμβουλευτική. Χρησιμοποιείται ως θαυμάσιο εργαλείο και βασικό συστατικό για να ζει κάποιος με όραμα, πρόθεση και ελευθερία.

Υπάρχουν ορισμένες ψυχοθεραπευτικές μέθοδοι που δεν είναι σε ένταση, αλλά έχουν συγγένεια με φιλοσοφικές προσεγγίσεις, καθώς οι θεωρητικές τους ρίζες μπορούν να εντοπιστούν σε σωκρατικές, στωικές, βουδιστικές, υπαρξιακές ή φεμινιστικές φιλοσοφίες, μεταξύ άλλων. Αλλά καθώς η εκπαίδευση ενός ψυχοθεραπευτή και ενός φιλοσόφου μπορεί να είναι αρκετά διαφορετική, υπάρχει διαφορά στις διαστάσεις των προβλημάτων των πελατών τους που εστιάζουν (ακόμα και όταν μοιράζονται θεωρητικές βάσεις) και μια διαφορά στα εργαλεία που φέρνουν στο τραπέζι για να αντιμετωπίσουν αυτά τα προβλήματα (Achenbach, 2002).

Οι προϋποθέσεις και τα κριτήρια μιας φιλοσοφικής συμβουλευτικής διαδικασίας

Αυτές οι πέντε φάσεις, την ίδια στιγμή, μπορούν να αποτελέσουν και τις κεντρικές προϋποθέσεις, ως προς το ζήτημα περί φιλοσοφικής συμβουλευτικής (Marinoff, 1999). Η λειτουργία τους εξάλλου εδώ συνδυάζεται άμεσα και με το ότι και ο ίδιος ο εαυτός μας μπορεί να αποτελέσει επίσης σημαντική προϋπόθεση αυτού του τύπου συμβουλευτικής. Η ίδια η φιλοσοφία, εν προκειμένω εδώ, θεωρείται, πως μπορεί να παρέχει όλα τα αναγκαία εφόδια, ώστε να οδηγηθούμε σε μια κατάσταση προσωπικής εξέτασης το ίδιου μας του εαυτού. Κάτι τέτοιο άλλωστε από την άλλη μεριά, είναι και ένα πολύ σημαντικό στοιχείο, ως προς το να αντιληφθούμε τί είναι αυτό που πραγματικά μπορεί να μας βοηθήσει.

Πρόκειται για ένα κεντρικής βαρύτητας και σημασίας κριτήριο, μέσα από το οποίο είναι δυνατόν να αποκτήσουμε ένα βασικό κίνητρο. Το τελευταίο, πιο συγκεκριμένα έχει να κάνει εδώ μ την αναγνώριση, όχι της ίδιας της αιτίας, αλλά της έννοιας βασικά που βρίσκεται πίσω από μια προβληματική φάση και ο ίδιος ο Marinoff εδώ ταυτόχρονα χρησιμοποιεί ως σχετικό παράδειγμα, την περίπτωση ενός υπαλλήλου εταιρείας. Ο υπάλληλος αυτός, υποτίθεται, πως καθίσταται στόχος κάποιων προσβολών και αδικιών εκ μέρους των προϊσταμένων του, εξαιτίας κάποιας ενέργειάς του.

Η προσβολή αυτή συνιστά για τον εν λόγω υπάλληλο ένα είδος ηθικής βλάβης, αλλά την ίδια στιγμή το κεντρικό του πρόβλημα είναι η απουσία ουσιαστικής περισυλλογής, αναφορικά με την κατάσταση στην οποία έχει βρεθεί. Πρόκειται με άλλα λόγια, για την αδυναμία αποκρυστάλλωσης αναφορικά με την έννοια που υφίσταται πίσω από τους προσωπικούς μηχανισμούς που αναπτύσσει ο συγκεκριμένος υπάλληλος.

Σε συνάρτηση πάντα με όλο αυτό το πλαίσιο των σχετικών προϋποθέσεων και κριτηρίων εξάλλου, εδώ θα ήταν δυνατόν να ληφθεί παράλληλα υπόψη μας και το ότι η φιλοσοφική συμβουλευτική (με βάση την θεωρητική προσέγγιση του Marinoff) σε σύγκριση με την περίπτωση διαφόρων άλλων προσεγγίσεων στο χώρο της ψυχοθεραπευτικής, εκτός από την προοπτική της ίασης έχει την δυνατότητα να προσφέρει και γνώση. Αυτή η προοπτική εδώ εξάλλου, είναι συνυφασμένη ταυτόχρονα και με την ενασχόληση του υποκειμένου με τρία χρονικά πλαίσια, με άλλα λόγια, το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον, δεδομένου μάλιστα, πως και τα τρία αυτά χρονικά πλαίσια μπορεί να παίξουν σημαντικό ρόλο, αναφορικά με την εξέλιξη και πορεία ενός προβλήματος (Marinoff, 1999).

Κάτι τέτοιο προκύπτει μέσα από την διαδικασία της διερεύνησης εκ μέρους ενός φιλοσόφου, αναφορικά με την κίνηση, όσο όμως στο κομμάτι που είναι το αποτέλεσμα μιας αιτίας (και που έχει προκύψει πλέον) αλλά ως κάτι το ξεχωριστό, το οποίο είναι ενταγμένο στα πλαίσια εκείνων των αναζητήσεων που λαμβάνουν χώρα μέσα από την φιλοσοφική συμβουλευτική. Αναζητήσεων επίσης που αποτελούν τα προϊόντα μελλοντικών ενεργειών.

Πέρα από μια τέτοια προοπτική όμως, είναι χαρακτηριστικό εδώ ταυτόχρονα και το ότι η όλη διαδικασία της φιλοσοφικής συμβουλευτικής είναι συνυφασμένη άρρηκτα και με το κίνητρο της ερμηνείας ως προς την επιλογή των διαφόρων πράξεων και τρόπων αντίδρασης ενός ατόμου. Βέβαια όλα αυτά, από την άλλη μεριά, δεν παύουν να σημαίνουν, πως εκ των πραγμάτων υφίσταται και η εξέταση και ανάλυση της αιτίας που μπορεί να υποκίνησε μια πράξη.

Η ίδια η αιτία άλλωστε επίσης εντάσσεται και στο πλαίσιο της όλης θεραπευτικής διαδικασίας. Αποτελεί τμήμα της, χωρίς όμως να συνιστά την συνολική εξήγηση των (Marinoff, 1999).
Ως προς το θέμα περί των προϋποθέσεων και των κριτηρίων στο θέμα της λειτουργίας και της προσφοράς της εδώ κρίνουμε σκόπιμο να αναφέρουμε όμως και το ότι η ίδια η διαδικασία περί ενός φιλοσοφικού διαλόγου (στα πλαίσια της φιλοσοφικής συμβουλευτικής) κάθε άλλο παρά είναι κάτι το εύκολο.

Η πραγματοποίηση της διαδικασίας αυτής ταυτόχρονα μπορεί να λάβει χώρα, κατά κύριο λόγο, μόνο εφόσον υπάρξει η απαιτούμενη προσοχή ως προς το ζητούμενο. Το τελευταίο εδώ, πιο συγκεκριμένα, είναι συνδεδεμένο με την απερίσπαστη έκφραση του λόγου. Ο ίδιος ο θεραπευόμενος μάλιστα, α πρέπει να είναι έτοιμος να αποδεχθεί όλη αυτήν την θεραπευτική διαδικασία, χωρίς να εγκλωβίζεται από κάποιες δικές του κρίσεις.

Οι παραπάνω προϋποθέσεις, εν προκειμένω, άλλωστε, σημαίνουν και το εξής στοιχείο: στην ουσία η ανοιχτή συζήτηση που γίνεται με βάση τα φιλοσοφικά όρια δεν περιλαμβάνει στην πραγματικότητα κάποιες προϋποθέσεις, αλλά την ίδια στιγμή από την άλλη καλεί τον θεραπευόμενο, όπως επίσης και τον θεραπευτή, ώστε να αποδεσμευτούν από τις προσχηματισμένες τους ιδέες. Αυτό άλλωστε, σημαίνει συνακόλουθα και μια μεγαλύτερη ελευθερία, ως προς την έκφραση κάποιων συναισθηματικών εντυπώσεων (Δελλής, 2005).

Στα πλαίσια φυσικά των διαφόρων προϋποθέσεων αναφορικά με την φιλοσοφική συμβουλευτική και σε συνάρτηση συγχρόνως και με όλα όσα ήδη έχουν αναφερθεί και πιο πάνω, θα ήταν επίσης εφικτό σε αυτό το σημείο να τονιστεί ακόμα περισσότερο η διάσταση της αμφίδρομης σχέσης που πρέπει να αναπτύσσεται μεταξύ του θεραπευτή και του θεραπευόμενου. Πρόκειται για μια συνισταμένη μάλιστα, η οποία είναι κεντρικής σημασίας και βαρύτητας αναφορικά με την επιτυχή διαδικασία της φιλοσοφικής συμβουλευτικής.

Η αμφίδρομη επικοινωνία σημαίνει, πως καθώς από την μεριά του ο μεν θεραπευόμενος αρχίζει να αναπτύσσει μια πιο ανοικτή, ειλικρινή, αλλά και ουσιαστική σχέση με τον θεραπευτή, ο τελευταίος αντίστοιχα από την δική του μεριά, εισέρχεται στην διαδικασία της προσωπικής ενασχόλησης και κατανόησης των ανασφαλειών, των προβλημάτων, συναισθημάτων και του τρόπου σκέψης του θεραπευόμενου. Αυτό σημαίνει εδώ ειδικότερα την ανάπτυξη μιας αμφίδρομης θεραπείας και σχέσης, μέσα από την οποία ο ίδιος ο σύμβουλος είναι ικανός επίσης να εγκαταλείψει την καθαρά θεραπευτική απόσταση που τον χωρίζει από τον θεραπευόμενο. Στην ουσία δηλαδή ακολουθεί την πορεία των συναισθημάτων του ατόμου που έχει απέναντί του (De Carvalho, 2012).

Κάτι τέτοιο εξάλλου, είναι εδώ συνυφασμένο και με το ότι μια μεγάλη αλλαγή στην ψυχοθεραπεία τα τελευταία χρόνια είναι προς τη μεγαλύτερη αμοιβαιότητα - η αντίληψη ότι η ψυχοθεραπεία είναι μια αμφίδρομη σχέση στην οποία ο θεραπευτής και ο θεραπευόμενος είναι ίσοι εταίροι στη θεραπευτική διαδικασία.

Οι θεραπευτές κάνουν αυτή τη στάση εμφανή με συνεχή τρόπο, για παράδειγμα, αποκαλύπτοντας τα συναισθήματά τους όταν χρειάζεται και προσκαλώντας ενεργά την ανατροφοδότηση από τους ασθενείς σχετικά με το πώς πηγαίνει η θεραπεία (De Carvalho, 2012).

Στην ψυχοθεραπεία, μια διπλή σχέση εμφανίζεται όταν ένας θεραπευτής έχει μια δεύτερη, σημαντικά διαφορετική σχέση με τον πελάτη του εκτός από τον παραδοσιακό δεσμό θεραπευτή-θεραπευόμενου.

Για παράδειγμα, ένας θεραπευτής μπορεί να διαπιστώσει ότι το άτομο που αναζητά θεραπεία τυχαίνει να είναι ο γείτονάς του (Corey, 2016).

Στο πλαίσιο της φιλοσοφικής συμβουλευτικής η ανάπτυξη αυτής της αμφίδρομης σχέσης ανάμεσα σε θεραπευτή και θεραπευόμενο είναι κάτι το αναπόφευκτο. Μάλιστα, ενίοτε ίσως, είναι δυνατόν να προκύψει μια διαδικασία αρκετά στενής κι έντονης σχέσης μεταξύ των δύο βασικών πόλων της διαδικασίας της ψυχοθεραπείας, καθώς ο θεραπευτής στην ουσία μπορεί να φτάσει ακόμα και να υιοθετήσει περισσότερο ή λιγότερο το είδος της λογικής, η οποία μπορεί να υφίσταται πίσω από πράξεις, σκέψεις και συναισθήματα του θεραπευόμενου (Corey, 2016).

Εν γένει μέσα από αυτήν την αμφίδρομη σχέση θεραπευτή και θεραπευόμενου, θα μπορούσε να κρίνει κάποιος άλλωστε και το ότι η ίδια η θεραπευτική σχέση είναι (ή πρέπει να είναι) μια ισότιμη και αμφίδρομη σχέση. Κι αυτό, καθώς, την ίδια στιγμή εδώ, και ο ίδιος ο ψυχοθεραπευτής είναι δυνατόν να αισθάνεται και να εκφράζει συναισθήματα κατά την διάρκεια της θεραπείας (Corey, 2016).

Υπό αυτό το πρίσμα, μπορεί να αντιληφθεί εδώ κάποιος εξάλλου συγχρόνως, το ότι το στοιχείο της αμφίδρομης σχέσης μεταξύ του θεραπευόμενου και του θεραπευτή, είναι κάτι που προκύπτει λόγω της ανταλλαγής και της συνεξέλιξης που προκύπτουν εδώ.

Ο ίδιος ο ψυχοθεραπευτής από την μεριά του άλλωστε, είναι ενδεικτικό, πως μπορεί όντως να διαθέτει ένα πολύ μεγάλο απόθεμα από εξειδικευμένες γνώσεις ή από τεχνικές και μεθόδους που μπορεί να εφαρμόσει στην διάρκεια μιας συνεδρίας. Ωστόσο, μπορεί η χρήση τους να μην είναι επιτυχής από τη στιγμή που δεν επιδείξει ειλικρίνεια και ένα πνεύμα εμπιστοσύνης προς τον θεραπευτή ο θεραπευόμενος. Μπορεί αντιστοίχως, και ο ίδιος ο θεραπευτής ακόμα κι αν του θέσει ένα πρόβλημά του προς επεξεργασία και ανάλυση ο θεραπευόμενος, αντίστοιχα να μην επιδείξει το ίδιο προσωπικό ενδιαφέρον και να μην εισχωρήσει στην ψυχή και τον συναισθηματικό κόσμο του πελάτη του στο βαθμό που πρέπει (Walsh, 2005).

Η ανάγκη ύπαρξης ειδικής εκπαίδευσης για την φιλοσοφική συμβουλευτική - Τί αποτελέσματα μπορεί να προσφέρει η φιλοσοφική συμβουλευτική και το ερώτημα του αν εντάσσεται στις θεραπευτικές μεθόδους

Την ίδια στιγμή, αναφορικά με το όλο θέμα περί των αποτελεσμάτων που μπορεί να προσφέρει η φιλοσοφική συμβουλευτική, αυτά σαφέστατα από την μια μεριά έχουν να κάνουν με τον κεντρικό στόχο της ίασης. Μιας ίασης, στα πλαίσια της οποίας όμως συγχρόνως, ο ρόλος της φιλοσοφίας έχει έναν διττό χαρακτήρα. Από την μια δηλαδή αφενός μεν η χρήση της αναφορικά με την διαδικασία της ίασης έχει έναν προτρεπτικό χαρακτήρα, τη στιγμή φυσικά που ο άλλος ρόλος της έχει σχέση με την θεραπεία καθαυτή.

Ως προς το πρώτο είδος ρόλου και χαρακτήρα, είναι ενδεικτικό εδώ, πιο συγκεκριμένα, πως ο σύμβουλος-θεραπευτής δοκιμάζει να οδηγήσει τον θεραπευόμενο στην αλήθεια και την αρετή. Ως προς τον θεραπευτικό χαρακτήρα, ο θεραπευόμενος, μέσα από τη βοήθεια της φιλοσοφίας, εφοδιάζεται με όλα εκείνα τα ορθά κριτήρια που είναι απαραίτητα, ώστε να μπορέσει να καταλάβει και να συνειδητοποιήσει επακριβώς τα σφάλματά του και όλα εκείνα τα αίτια που τον οδήγησαν στην ψυχική τοξικότητα (Marinoff, 1999).

Με βάση μια τέτοια επισήμανση μάλιστα, σε αυτό το σημείο μπορεί να αντιληφθεί κάποιος συγχρόνως και το ότι η φιλοσοφική συμβουλευτική παραπέμπει στην διαδικασία της λεγόμενης μαιευτικής μεθόδου, την οποία είχε χρησιμοποιήσει χιλιάδες χρόνια πριν ο Σωκράτης.

Η ίδια η μαιευτική μέθοδος μάλιστα διαχρονικά και ανέκαθεν ήταν και είναι συνδεδεμένη με μια τάση συνεχούς αμφισβήτησης στοιχείων, τα οποία μπορεί να θεωρούνται απόλυτες βεβαιότητες. Αυτό συνδέεται όμως και μια αναβίωση των γεγονότων της ζωής, αλλά με έναν αντίστροφο τρόπο και με την οποία επίσης τα άτομα μπορούν να αποκτήσουν και μια συνολική γνώση του εαυτού τους. Αυτό φυσικά δεν είναι κάτι που μπορεί να επιτευχθεί σε όλες τις περιπτώσεις, αν και είναι αλήθεια, από την άλλη μεριά, το ότι μπορεί να αποτελέσει ταυτόχρονα και μια εξαίρετη τεχνική, με την οποία αναπτύσσεται στην πορεία η κατάλληλη συλλογιστική για την επίλυση διαφόρων προβλημάτων (Δελλής, 2005).

Κάτι τέτοιο, μπορεί ενίοτε να σημαίνει ακόμα και την χρήση στα πλαίσια της μαιευτικής μεθόδου και του στοιχείου της ειρωνείας, κατά τα πρότυπα της αρχαίας σωκρατικής μαιευτικής. Μιας ειρωνείας, με την οποία όμως φυσικά δεν εξευτελίζεται σε καμιά περίπτωση ο θεραπευόμενος, ούτε φυσικά στόχος είναι το να νιώσει αρνητικά συναισθήματα. Η ειρωνεία αυτή απεναντίας μπορεί να είναι τέτοια, ώστε να εμφανίζεται με έναν διακριτικό τρόπο, όντας αρμονικά ενταγμένη στην όλη διαδικασία και να λαμβάνει χώρα με τέτοιο τρόπο, προκειμένου να λειτουργήσει πιο αποτελεσματικά η μαιευτική μέθοδος (Δελλής, 2005)

Πάντως, σε αυτό το σημείο, θα ήταν επίσης δυνατόν να τονιστεί και το ότι κάτι τέτοιο απαιτεί ταυτόχρονα και την ανάγκη για μια συγκεκριμένη εξειδίκευση, εκ μέρους των διαφόρων θεραπευτών ψυχολογικής αγωγής, με γνώμονα την ύπαρξη ορισμένων ειδικότερων γνώσεων, με τις οποίες θα είναι δυνατή και η καλύτερη και πιο ακριβής γνώση και ως προς τις μεθόδους που θα χρησιμοποιήσει ο θεραπευτής. Κάτι τέτοιο εδώ είναι συνυφασμένο, εν προκειμένω για παράδειγμα, και με το ότι η προαναφερόμενη σωκρατική μέθοδος και διαδικασία είναι δυνατόν να εφαρμοστούν με βάση συγκεκριμένους κανόνες. Κανόνες δηλαδή, τους οποίους θα πρέπει να γνωρίζει επακριβώς ο θεραπευτής, όπως επίσης και το πώς μπορεί να τους εφαρμόσει (Raabe, 2001).

Μια κεντρική συνισταμένη εδώ, πιο συγκεκριμένα, είναι σχετική με το ότι ο ίδιος ο θεραπευτής εκ των προτέρων γνωρίζει το ότι η εφαρμογή του σωκρατικού διαλόγου και της μαιευτικής μεθόδου που θα χρησιμοποιήσει κατά την συνεδρία του με ένα άτομο, υπόκειται σε μια καθορισμένη διαδικασία αποτελεσμάτων. Αυτό πιο συγκεκριμένα, έχει να κάνει εδώ με το ότι αυτή η διαδικασία δεν παύει να εμφανίζει μια σειρά από γνωρίσματα σχετικά με το στοιχείο της χειραγώγησης αλλά και κάποιες τεχνικές. Οι τελευταίες έχουν εξάλλου, ως στόχο τους, πιο συγκεκριμένα την σύμπλευση των γνωμών στα πλαίσια διαφόρων ομάδων ατόμων (Raabe, 2001).

Ως προς το ζήτημα περί των διαφόρων τεχνικών και κανόνων που οφείλει να έχει υπόψη του φυσικά και ο ίδιος ο θεραπευτής, πρόκειται για τις ακόλουθες περιπτώσεις:

Εκ μέρους του θεραπευτή που ασκεί την φιλοσοφική συμβουλευτική, είναι χαρακτηριστικό το ότι καταρχάς τίθεται ένα γενικό ερώτημα σε μια ομάδα ατόμων που μπορεί να ζητούν την βοήθειά του. στη συνέχεια ο θεραπευτής μπορεί να ζητήσει εκ μέρους των συμμετεχόντων να προβούν στην παροχή μιας σειράς διαφόρων συγκεκριμένων παραδειγμάτων, αναφορικά με κάποια κατάσταση και συνθήκη της ζωής τους κατά την διάρκεια της οποίας είχαν έρθει παράλληλα αντιμέτωποι με το συγκεκριμένο πρόβλημα.

Στην συνέχεια είναι δυνατόν να επιλεχθεί από την μεριά του φιλοσοφικού συμβούλου ένα παράδειγμα, από όλα εκείνα που μπορεί να είχαν αναφερθεί πιο πριν. Πιο συγκεκριμένα, εδώ είναι εφικτό να επιλεχθεί το πλέον ενδεικτικό και αντιπροσωπευτικό παράδειγμα, προκειμένου αντίστοιχα έτσι, να τεθούν οι κατάλληλες συνθήκες, με γνώμονα την πραγματοποίηση μιας συζήτησης.

Η συζήτηση που θα ακολουθήσει εξάλλου, συνιστά εδώ την ίδια στιγμή, και μια προσπάθεια με την οποία ο θεραπευτής θα μπορέσει και να βοηθήσει τους συνεδριαζόμενους κάποιες απαντήσεις, ως προς τα όποια τυχόν ερωτήματά τους. Μάλιστα, η ανάδυση τέτοιων απαντήσεων εδώ μπορεί να καταστεί εφικτή μέσα από το συναίσθημα της συναίνεσης Μάλιστα, θα πρέπει να σημειώσουμε εδώ και το ότι μια τέτοια παράθεση εδώ εμφανίζει και την ιδιαιτερότητα, η οποία διακρίνει την διαδικασία της φιλοσοφικής συμβουλευτικής. Κι αυτό, δεδομένου ότι ο ψυχαναλυτής επιδιώκει μέσω μιας τέτοιας διαδικασίας, καταρχάς το να ανακαλύψει τα συγκεκριμένα συμπτώματα του προβλήματος και της ασθένειας που μπορεί να αντιμετωπίσει ο ασθενής και θεραπευόμενος, κάνοντας άλλωστε και μια έγκυρη διάγνωση έτσι (Raabe, 2001).

Με βάση όλα τα παραπάνω στοιχεία μάλιστα, εδώ αναδεικνύεται και ένα συγκεκριμένο θεωρητικό μοντέλο, το οποίο είχε καλλιεργήσει κάποτε ο Raabe, και με βάση το οποίο ο θεραπευτής της φιλοσοφικής συμβουλευτικής είναι εφικτό να είναι έτοιμος αναφορικά με την άσκηση του επαγγέλματός του. στα πλαίσια αυτού του μοντέλου, πιο συγκεκριμένα, είναι εφικτό το να επισημάνουμε την περίπτωση των ακόλουθων φάσεων:

Η μία από αυτές έχει να κάνει με την λεγόμενη ελεύθερη πλεύση ή επικοινωνία, η δεύτερη από την άλλη μεριά αφορά, πιο συγκεκριμένα την αντιμετώπιση του άμεσου προβλήματος, ενώ μια τρίτη φάση είναι συνδεδεμένη με την διαδικασία της διδασκαλίας, η οποία συγχρόνως συνιστά μια σκόπιμη πράξη. Μια άλλη φάση, η τέταρτη αντίστοιχα κατά την πορεία αυτής της διαδικασίας, είναι συνδεδεμένη με την λεγόμενη υπέρβαση του συγκεκριμένου προβλήματος του ασθενούς (Raabe, 2001).

Σε συνάρτηση με όλες αυτές τις αναφορές άλλωστε, είναι επίσης ενδεικτικό εδώ και το ότι η φιλοσοφική συμβουλευτική καθώς αντλεί στοιχεία από τις διαδικασίες και τους τρόπους προσέγγισης που μπορεί να είχαν χρησιμοποιηθεί ήδη ακόμα και από χιλιάδες χρόνια πριν εκ μέρους διαφόρων φιλοσόφων, όπως ο Σωκράτης (σωκρατική μαιευτική μέθοδος) καταλήγει σε μια συνθήκη και κατάσταση, κατά την οποία ο θεραπευτής μπορεί να εισχωρήσει στο πλαίσιο ορισμένων βαθύτερων αληθειών που μπορεί να κρύβει εντός του ο θεραπευόμενος. Ιδεών, με άλλα λόγια, που θα μπορούσαν να θεωρηθούν εξάλλου, ότι υφίστανται ήδη στο υποσυνείδητο του θεραπευόμενου και που χωρίς ο ίδιος να το αντιλαμβάνεται πολλές φορές, είναι δυνατόν να καθορίζουν τις σκέψεις και πράξεις του τελευταίου (Δανιηλίδου, 2012).

Μια τέτοια επισήμανση εδώ άλλωστε, είναι συναφής και σχετική και με όλα όσα ήδη αναφέρθηκαν και πιο πάνω, ως προς την ανάδειξη της αυτογνωσίας μέσα από την δυναμική που προσφέρει και αναπτύσσει η φιλοσοφική θεραπευτική. Μιας αυτογνωσίας ωστόσο που εν τέλει, δεν αφορά μόνο τον ίδιο τον θεραπευόμενο, αλλά και τον θεραπευτή, λόγω της προσωπικής του εισχώρησης στην διαδικασία της κατανόησης και προσωπικής (De Carvalho, 2012).

Συμπεράσματα

Υπό το βάρος όλων των παραπάνω επισημάνσεων λοιπόν, μπορεί να αντιληφθεί κάποιος σε αυτό το σημείο, το ότι η φιλοσοφική συμβουλευτική γενικότερα μπορεί να αποτελέσει στις μέρες μας ένα είδος εναλλακτικής μεθόδου αναφορικά με την διαδικασία της ψυχοθεραπείας. Η χρήση της αναμφίβολα, με βάση τις σχετικές αναφορές και αναλύσεις μας, είναι σαφές, πως έχει ως κεντρικό της πυρήνα και βάση την φιλοσοφία και την σχετική φιλοσοφική θεωρία και παράδοση που μπορεί να έχει αναπτυχθεί από χιλιάδες χρόνια πριν. Μια παράδοση, η οποία εξάλλου είναι εφικτό, την ίδια στιγμή, να αποτελέσει και ένα πολύ χρήσιμο και σημαντικό εργαλείο, αναφορικά με την προσφορά βοήθειας προς τον θεραπευόμενο.

Βέβαια, είναι αλήθεια εδώ ταυτόχρονα, και το ότι μέσα από αυτήν την συγκεκριμένη διαδικασία, μπορεί συγχρόνως να αναδειχθεί και μια αμφίδρομη πορεία. Μπορεί δηλαδή μέσω της εφαρμογής αυτής της μεθόδου, ταυτόχρονα να διδαχθεί ή ακόμα και να δεχθεί στοιχεία θεραπευτικής και ο ίδιος ο θεραπευτής.

Η κατάσταση, και τα διάφορα προβλήματα που μπορεί να βιώσει και να αντιμετωπίσει ο ίδιος ο θεραπευόμενος και που μπορεί να είναι συνυφασμένα με τον συναισθηματικό του κόσμο, τους προβληματισμούς του ή από την άλλη μεριά και με την ποιότητα των σχέσεων που μπορεί να αναπτύσσει με το γύρω του κοινωνικό ή οικογενειακό περιβάλλον, μπορεί σε ένα άλλο επίπεδο ενδόμυχα να βρίσκουν ταυτόχρονα κάποιες αναλογίες ακόμα και με την προσωπική ζωή και τα συναισθήματα ή βιώματα του ίδιου του θεραπευτή.

Σε μια τέτοια περίπτωση έτσι, καθίσταται εδώ εμφανές όμως και το ότι έτσι και ο θεραπευτής έχει την δυνατότητα, καθώς διεισδύει στις σκέψεις, τα προβλήματα, τις ψυχολογικές άμυνες κλπ., του ατόμου που μπορεί να ζητάει ψυχολογική υποστήριξη και βοήθεια, φτάνει στο σημείο, να βρει κάποιες απαντήσεις ίσως και για τον ίδιο του τον εαυτό. Αυτή η προοπτική μάλιστα ίσως μπορεί να θεωρηθεί, πως υφίσταται ακόμα και στην περίπτωση που τα βαθύτερα προβλήματα, ανασφάλειες κλπ., του θεραπευτή δεν ταυτίζονται με εκείνα του θεραπευόμενου.

Πέραν όλων των παραπάνω παρατηρήσεων, εδώ συγχρόνως κάτι πολύ σημαντικό που αναφέρθηκε εξάλλου και πιο πάνω, ως προς την περίπτωση αυτού του είδους και τύπου συμβουλευτικής, είναι το ότι μια βασική συνισταμένη της είναι η λεγόμενη μαιευτική μέθοδος.

Μέσω της τελευταίας άλλωστε, είναι δυνατόν ο θεραπευόμενος να εισέλθει σε μια ειδικότερη διαδικασία μέσω της οποίας θα είναι εφικτό σταδιακά να αρχίσει ακόμα και αυτός ο ίδιος να βγάζει προς τα έξω βαθύτερες πτυχές της σκέψης και των συναισθημάτων του. Πρόκειται για μια διαδικασία εξάλλου, η οποία είχε αναδειχθεί ήδη ακόμα και από χιλιάδες χρόνια πριν μέσα από τον τρόπο σκέψης και φιλοσοφικής αναζήτησης που είχε καλλιεργήσει ο μεγάλος Αθηναίος φιλόσοφος Σωκράτης.

Υπό το βάρος μάλιστα μιας τέτοιας μεθόδου και διαδικασίας ταυτόχρονα εδώ είναι εμφανές και το ότι η ίδια η φιλοσοφική συμβουλευτική μπορεί να αποτελέσει ένα από τα σημαντικότερα εργαλεία, αναφορικά με το θέμα περί της κατάκτησης της αυτογνωσίας.

Πρόκειται για μια διαδικασία μέσα από την οποία ο θεραπευόμενος σαφώς μεν από την μια μεριά δεν παύει να δέχεται μια σειρά ερεθισμάτων εκ μέρους του θεραπευτή του. αυτά τα ερεθίσματα, εν συνεχεία, όμως, μπορούν να αποτελέσουν και εκείνο το κατάλληλο εργαλείο, με το οποίο ο θεραπευόμενος να εντρυφήσει ακόμα βαθύτερο εντός του εαυτού του και της ψυχής του, ώστε να ανακαλύψει όλες εκείνες τις βαθύτερες απαντήσεις και στοιχεία που ίσως μπορέσουν να τον βοηθήσουν σχετικά με το να πάρει απαντήσεις, ως προς τα διάφορα ζητήματα και προβλήματα που μπορεί να τον ταλανίζουν.

Υπό το βάρος όλων αυτών των αναλύσεών μας, αντιλαμβανόμαστε έτσι λοιπόν, το πώς η φιλοσοφική συμβουλευτική και ψυχοθεραπεία τελικά μπορεί να καταστεί ένα είδος θεραπευτικού συναισθήματος. Μπορεί να προσφέρει μια σειρά ριζικών αλλαγών πάνω στον τρόπο, με τον οποίο βλέπουμε τον ίδιο μας τον εαυτό. Φυσικά κάτι τέτοιο εδώ δεν παύει πάντα να απαιτεί και ορισμένα πολύ προσεκτικά βήματα, ώστε να μπορέσει το κάθε άτομο να ανακαλύψει πραγματικά τον εαυτό του και κατά προέκταση και τις διάφορες δυνατότητές του.


Βιβλιογραφία

Achenbach, B. G. (1987). Philosophische Praxis. Jurgen Dinter.
Corey, G. (2016). Theory and Practice of Counseling and Psychotherapy. Cengage Learning.
Δανιηλίδης, Γ. (2012). Φιλοσοφική συμβουλευτική: η φιλοσοφία ως θεραπευτική μέθοδος και τρόπος ζωής [Διδακτορική διατριβή, Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών]. Σχολή Φιλοσοφική. Τμήμα Φιλοσοφίας, Παιδαγωγικής και Ψυχολογίας.
De Carvalho, A. D. (2010). «Η φιλοσοφία της παιδείας ως φιλοσοφία για την παιδεία». Στο Ε. Θεοδωροπούλου (επιμ.), Φιλοσοφία της Παιδείας: λόγοι, όψεις, διαδρομές. Πεδίο.
Δελλής, Ι. Γ. (2005). Φιλοσοφική Συμβουλευτική Η φιλοσοφία ως «Θεραπεία». Τυπωθήτω/Δάρδανος.
Marinoff, L. (2002). Πλάτωνας όχι Πρόζακ! Η εφαρμογή της φιλοσοφίας στα καθημερινά προβλήματα. Λιβάνη.
Raabe P. B. (2001). Philosophical Counseling: Theory and Practice. Praeger Publication.
Walsh, R. D. (2005). Philosophical counseling practice. Janus Head, 8(2), 497 – 508.

Συγγραφή - Επιμέλεια Άρθρου

Μπόχτης Κωνσταντίνος

konstantinos mpohtisΜπόχτης Κωνσταντίνος,
ΝD, BSc, MA