Ακρόαση άρθρου......

google news icon Πρόσθεσε το Psychology.gr στις προτιμώμενες πηγές σου στη Google
Με αυτό τον τρόπο, θα βλέπεις περισσότερα νέα άρθρα ψυχολογίας και ψυχικής υγείας που δημοσιεύονται στο PSYCHOLOGY.GR

Η παραδοσιακή ακαδημαϊκή διδασκαλία της συμβουλευτικής και της ψυχοθεραπείας υποθέτει ότι ο κλάδος μας μοιάζει με οποιοδήποτε άλλο γνωστικό αντικείμενο είτε αυτό είναι ιστορία, μηχανολογία ή ψυχολογία.

Το Ιατρικό Μοντέλο Εκπαίδευσης και η Παραδοχή της Τεχνικής Εφαρμογής

Υποθέτει ότι υπάρχει ένα σώμα γνώσης και μια σειρά μοντέλων και θεωριών που χρειάζεται να αφομοιώσουμε και να εφαρμόσουμε μέσα από την εκπαίδευση, πάνω στα οποία στη συνέχεια εξεταζόμαστε και αξιολογούμαστε ώστε να αποκτήσουμε την επαγγελματική μας ιδιότητα. Αυτές οι υποθέσεις που θεμελιώνουν τις εκπαιδεύσεις μας δεν διαφέρουν ιδιαίτερα από τις υποθέσεις άλλων επαγγελματικές εκπαιδεύσεων, ειδικά από τα θεραπευτικά και ιατρικά επαγγέλματα.

Σαν ένας «γιατρός των συναισθημάτων» λοιπόν, το έργο μας υποτίθεται ότι συνίσταται στην εφαρμογή των θεωρητικών γνώσεων που αποκτήσαμε στην εκπαίδευση πάνω στο συγκεκριμένο πρόσωπο/θεραπευόμενο (ή στη συγκεκριμένη «περίπτωση») που βρίσκεται μπροστά μας, χρησιμοποιώντας τις τεχνικές που έχουμε διδαχθεί, περίπου όπως ένας γιατρός θα εφάρμοζε την ιατρική γνώση και την επιστημονική θεωρία.

Είτε η θεωρητική μας κατανόηση βασίζεται στις παραδοχές της Προσωποκεντρικής σχετικά με την αυτοπραγμάτωση και τις βασικές συνθήκες, είτε βασίζεται στις παραδοχές της Συναλλακτικής Ανάλυσης ή της CBT σχετικά με τα σενάρια ή τα σχήματα του θεραπευόμενου, είτε στις αρχές της Gestalt περί ανολοκλήρωτων κύκλων και διαταραχών επαφής, είτε στις Ψυχοδυναμικές παραδοχές σχετικά με τα αναπτυξιακά στάδια, τις αντικειμενότροπες σχέσεις και τη μεταβίβαση υποτίθεται ότι, ανεξαρτήτως σχολής, όλοι εφαρμόζουμε τις συγκεκριμένες θεωρίες και τεχνικές της δικής μας προσέγγισης στους θεραπευόμενούς μας.

Όταν ο Freud χαρακτήριζε διαφορετικούς τρόπους θεραπευτικής εργασίας, διέκρινε διαφορετικές θεωρίες και τεχνικές, που βασίζονταν σε διαφορετικές φιλοσοφικές παραδοχές, τις οποίες ονόμασε «μεταψυχολογία». Αυτή η ιδέα —ότι μπορούμε να περιγράψουμε, να οριοθετήσουμε και να κατηγοριοποιήσουμε διαφορετικές θεραπευτικές προσεγγίσεις μέσω των αντίστοιχων μεταψυχολογιών, θεωριών και τεχνικών τους— εξακολουθεί σε μεγάλο βαθμό να θεωρείται αυτονόητη. Ωστόσο, αυτό συνεπάγεται ότι επιλέγουμε μια τεχνική σχεδόν με ιατρικό τρόπο, μέσω ορθολογικής, στρατηγικής εξαγωγής μιας θεραπευτικής παρέμβασης από την υποκείμενη θεωρία και μεταψυχολογία μας. Αυτή η συνεπαγωγή βασίζεται στην “ψυχολογία του ενός ατόμου” του 19ου αιώνα, σε μια αντίληψη θεραπείας σύμφωνα με το «ιατρικό μοντέλο».

Ωστόσο, όταν αναγνωρίσουμε ότι το μοναδικό εργαλείο της δουλειάς μας είναι ο ίδιος ο πολύπλοκος εαυτός μας, τότε η επιστήμη μας διαφοροποιείται από την ιστορία ή τη μηχανολογία, στο ότι προφανώς χρειάζεται να αναπτύξουμε τη δική μας αυτοεπίγνωση, μέσα από τη δική μας θεραπευτική διαδικασία, βιωματική ομαδική εργασία, εποπτεία και τον δικό μας συνεχή αυτοστοχασμό. Γι’ αυτό όλες οι εκπαιδεύσεις απαιτούν προσωπική ανάπτυξη και αυτογνωσία, και οι περισσότερες προϋποθέτουν να βρισκόμαστε και οι ίδιοι σε θεραπεία.

Όμως, όσον αφορά το καθαρά ακαδημαϊκό στοιχείο, η παραδοχή είναι ότι μαθαίνουμε τη θεωρία που αφορά τη δική μας θεραπευτική προσέγγιση μαζί με τα αντίστοιχα μοντέλα, έννοιες και βασικές αρχές· και ότι από αυτήν τη θεωρία προκύπτει αρκετά λογικά ένας συγκεκριμένος τρόπος εργασίας: ένα σύνολο παρεμβάσεων, τεχνικών και μεθόδων σχεδιασμένων ώστε να εφαρμόζουν την υποκείμενη θεωρία και να την κάνουν να «λειτουργεί» στην πράξη.

Και η παραδοχή είναι ότι αν εμείς, ως καλοπροαίρετοι επαγγελματίες με ενσυναίσθηση, εφαρμόσουμε αυτά τα σύνολα θεωριών και τεχνικών διεξοδικά και με συνοχή, τότε η θεραπεία που θα ασκούμε θα έχει το επιθυμητό αποτέλεσμα στους θεραπευόμενούς μας.

THERAPY.PSYCHOLOGY - ΠΛΑΤΦΟΡΜΑ ONLINE ΨΥΧΟΘΕΡΑΠΕΙΑΣ
Μια ολοκληρωμένη εμπειρία σύνδεσης Ειδικών Ψυχικής Υγείας και Θεραπευόμενων | Ξεκίνα εδώ το Θεραπευτικό ταξίδι σου...

Τα Όρια της Γραμμικότητας και η Ψευδαίσθηση της Τεχνικής Βεβαιότητας

Ωστόσο, όσο περισσότερο μαθαίνουμε, εξελισσόμαστε και ασκούμε την τέχνη μας, τόσο περισσότερο τείνουμε να συνειδητοποιούμε ότι αυτές οι παραδοχές δεν συλλαμβάνουν την καρδιά αυτού που πραγματικά κάνουμε και αυτού με το οποίο παλεύουμε καθημερινά, και ότι η καθημερινή μας πρακτική δεν ακολουθεί αυτές τις παραδοχές ούτε λειτουργεί τόσο αξιόπιστα όσο οι εκπαιδεύσεις μας μάς έκαναν να πιστεύουμε.

Καταρχάς, γνωρίζουμε  και μας λέγεται αρκετά ρητά από τους έμπειρους θεραπευτές ότι ο θεραπευτικός χώρος δεν βασίζεται κυρίως (πόσο μάλλον αποκλειστικά) στη γρήγορη σκέψη, στις βέβαιες παρεμβάσεις και σε μια αίσθηση αβίαστης σιγουριάς. Δεν βασίζεται κυρίως στη γνώση, στις δεξιότητες, στη σαφήνεια και στη στρατηγική επάρκεια. Δεν βασίζεται κυρίως στην αριστεροημισφαιρική κατανόηση της θεωρίας, δημιουργικά εφαρμοσμένη στους θεραπευόμενους.

Αντιθέτως, η θεραπευτική διαδικασία φαίνεται να γίνεται βαθύτερη και αποτελεσματικότερη όσο περισσότερη αβεβαιότητα μπορεί να επιτρέψει ο θεραπευτής ως σημαντικό χαρακτηριστικό τόσο της ατμόσφαιρας όσο και της δικής του εσωτερικής εμπειρίας και παρουσίας.

Και όσο περισσότερο εξασκούμαστε, τόσο πιο προφανές γίνεται ότι κάθε απλοϊκή ιδέα μιας γραμμικής διαδικασίας, η οποία υποτίθεται ότι μεταφέρει τον θεραπευόμενο από τα βάθη του προβλήματός του στα ύψη μιας «λύσης», είναι παραπλανητική ή τουλάχιστον σοβαρά περιορισμένη. Η ιδέα μιας τέτοιας γραμμικής διαδικασίας —σαν η θεραπεία να ήταν μια απλή ανάβαση σε ένα προβλέψιμο βουνό, όπου ο θεραπευόμενος γίνεται καλύτερα από συνεδρία σε συνεδρία μέχρι να φτάσει στα υψηλά επίπεδα ενόρασης, αυτοκατανόησης και ψυχικής υγείας— δεν αντιστοιχεί στην καθημερινή μας εμπειρία στο θεραπευτικό δωμάτιο. Αντιθέτως, βρίσκουμε ότι τέτοιες ιδέες και ιδανικά μιας γραμμικής διαδικασίας είναι στην πραγματικότητα ανασταλτικά, και για πολλούς θεραπευτές καταλήγουν διωκτικά και καταστροφικά για αυτό που προσπαθούν να κάνουν.

ΠΡΟΣΩΠΟΚΕΝΤΡΙΚΗ ΚΑΙ ΒΙΩΜΑΤΙΚΗ ΣΥΜΒΟΥΛΕΥΤΙΚΗ ΓΙΑ ΤΟ ΣΧΕΣΙΑΚΟ ΤΡΑΥΜΑ
Εγκαιρη εγγραφή: έως 30 Ιουνίου 2026 | Διοργάνωση: PSYVERSITY
Τα σεμινάρια απευθύνονται σε Επαγγελματίες Ψυχικής Υγείας που έχουν ενδιαφέρον να εξειδικευθούν στη θεραπεία του ψυχικού τραύματος υπό το πρίσμα της Προσωποκεντρικής Προσέγγισης στην Θεραπεία.

Ναι, για το ανυποψίαστο κοινό μπορεί να φαίνεται αρκετά απλό: θεωρούν ότι η δουλειά μας είναι να ακούμε ενεργητικά και με ενσυναίσθηση όπως ένας καλός φίλος, και πέρα από αυτό να λειτουργούμε ως ειδικοί που μπορούν να παρέχουν επίγνωση και ψυχοεκπαίδευση, να προσφέρουν καθησυχαστικές και «κανονικοποιητικές» παρεμβάσεις, να καθοδηγούν τους θεραπευόμενους μέσα από ασκήσεις χαλάρωσης και mindfulness, να προσφέρουν γνωστικές συνδέσεις, εξηγήσεις και ερμηνείες, καθώς και συμβουλές, «εργασίες για το σπίτι» και προτάσεις για πειραματισμούς και αλλαγές συμπεριφοράς. Όλα αυτά μπορούν πράγματι να προσφερθούν αρκετά αποτελεσματικά και επαρκώς στη βάση καλής θεωρητικής κατανόησης και σωστής εφαρμογής τεχνικής.

Όμως, για να έχουν όλες αυτές οι παρεμβάσεις πραγματικά το επιθυμητό αποτέλεσμα, για να αγγίξουν τους θεραπευόμενους εκεί όπου έχει σημασία, να συνδεθούν με τον εσωτερικό τους κόσμο, να συνδεθούν με τη «νευροπλαστικότητά» τους, δεν αρκεί να παραδίδονται αποτελεσματικά και επαγγελματικά. Κάποια στιγμή στην εξελισσόμενη πρακτική τους, οι θεραπευτές αναγνωρίζουν ότι οι περισσότερες παρεμβάσεις που γίνονται συνειδητά δεκτές από το αριστερό ημισφαίριο των θεραπευόμενων απλώς τροφοδοτούν τα ήδη εγκατεστημένα μοτίβα και τις συγκρουσιακές ψυχοσωματικές δομές της προϋπάρχουσας ψυχολογίας και παθολογίας των θεραπευόμενων, εντείνοντάς τα και διαιωνίζοντάς τα.

Σε εκείνο ακριβώς το σημείο, όταν συναντάμε τα όρια της γραμμικής διαδικασίας μέσω της καλοπροαίρετης εφαρμογής της κατάλληλης θεωρίας και τεχνικής, το να είναι κανείς θεραπευτής παύει να είναι απλό και γίνεται ένα σύνθετο λειτούργημα, όπου σε αντίθεση με την ιατρική και τη μηχανολογία, βρισκόμαστε μέσα σε μια αίθουσα καθρεφτών, όπου η δική μας πολύπλοκη και εν μέρει αδιαφανής υποκειμενικότητα γίνεται αναπόσπαστο μέρος της δουλειάς.

Όπως παρατήρησε ο Winnicott, αυτό που έχει βαθύτερη σημασία δεν είναι το να «κάνει» ερμηνείες ο θεραπευτής, αλλά το ίδιο το «είναι» του θεραπευτή, από το οποίο αναδύεται κάθε είδους παρέμβαση.

Όταν δίνουμε προσοχή στη λεπτομέρεια του «είναι» μας, στην εσωτερική μας εμπειρία ως θεραπευτές στιγμή προς στιγμή (ιδιαίτερα όταν συμπεριλαμβάνουμε όχι μόνο τη ροή συνείδησής μας σε επίπεδο σκέψεων και φαντασιώσεων, αλλά και ολόκληρη την ψυχοσωματική εμπειρία), τότε παρατηρούμε ότι είναι γεμάτη συγκρούσεις: συγκρουόμενα συναισθήματα, συγκρουόμενες αντιλήψεις, συγκρουόμενες σκέψεις, συγκρουόμενες ιδέες και θεραπευτικές παρορμήσεις, συγκρουόμενες αντιλήψεις για το τι συμβαίνει ή τι είναι σημαντικό, συγκρουόμενες τάσεις προς αυτοαποκάλυψη ή μη, συγκρουόμενες θεωρίες και παρεμβάσεις που μπορεί ποικιλοτρόπως να θεωρηθούν κατάλληλες ή ακατάλληλες.

Όσο περισσότερο προσέχουμε όχι μόνο τι σκεφτόμαστε και τι κάνουμε (ή τι υποτίθεται ότι πρέπει να σκεφτόμαστε και να κάνουμε), αλλά και το πώς το σύστημα των θεραπευόμενων δέχεται τις παρεμβάσεις μας, τόσο συνειδητοποιούμε ότι σχεδόν τίποτα δεν είναι γραμμικό ή απλό. Όσο περισσότερο προσέχουμε και νοιαζόμαστε για τα αποτελέσματα των παρεμβάσεών μας, τόσο περισσότερο ερχόμαστε σε σύγκρουση.

Το κατά πόσο έχουμε ή δεν έχουμε επίγνωση αυτών των εσωτερικών συγκρούσεων στη θεραπευτική θέση, το πώς σχετιζόμαστε με αυτήν τη συγκρουσιακή εμπειρία και το πώς την αναστοχαζόμαστε, αποτελεί σημαντικό παράγοντα για το πόσο βαθιά μπορεί να φτάσει η θεραπευτική διαδικασία.

Η Επανάσταση της Αντιμεταβίβασης και η Διυποκειμενική Ψυχολογία

Μία από τις πιο επαναστατικές αλλαγές παραδείγματος στην ιστορία της ψυχανάλυσης βασίζεται στην ακόλουθη αναγνώριση: ότι επεξεργαζόμενοι αυτές τις συγκρούσεις μέσα στη δική μας εσωτερική διαδικασία ως θεραπευτές, ανακαλύπτουμε παραλληλισμούς με τον εσωτερικό κόσμο και τις αντίστοιχες συγκρούσεις των θεραπευόμενων (ακόμη κι αν αυτές παραμένουν ανείπωτες, αδιανόητες και ασυνείδητες). Έχουμε απορροφήσει τη δυναμική των συγκρούσεων των θεραπευόμενων μέσω της ενσυναίσθησης, εν μέρει μέσω ενεργητικής ταύτισης με την εμπειρία τους ή πιο παθητικά μέσω προβλητικής ταύτισης ή εκφόρτισης από την πλευρά των θεραπευόμενων. Στην ψυχανάλυση αυτό αποκαλείται “η επανάσταση της αντιμεταβίβασης”: η αναγνώριση ότι η συνειδητή παρατήρηση των εσωτερικών μας διεργασιών ως θεραπευτές, μας δίνει πληροφορίες για τον εσωτερικό κόσμο των θεραπευόμενων.

Όπως ήδη παρατήρησε ο Freud, παρότι αυτό έρχεται σε αντίθεση με τις σύγχρονες αντιλήψεις περί ατομικότητας και παρότι ο ίδιος δεν κατανοούσε τον μηχανισμό μέσω του οποίου συμβαίνει, το ασυνείδητο του ενός ανθρώπου μπορεί να επικοινωνεί και να συνδέεται άμεσα με το ασυνείδητο του άλλου (δηλαδή χωρίς να περνά μέσα από συνειδητή αριστεροημισφαιρική αναπαράσταση και άρθρωση). Το εργαστήριο της θεραπευτικής ώρας μάς προσφέρει προνομιακή πρόσβαση σε αυτές τις λεπτές διαστάσεις της ανθρώπινης σχέσης, με τρόπο σπάνιο σε άλλα πλαίσια.

Παρακολουθώντας τη δική μας συγκρουσιακή εμπειρία και υποκειμενικότητα μέσα στη θεραπευτική θέση, αναγνωρίζουμε εκδηλώσεις των ασυνείδητων συγκρούσεων των θεραπευόμενων. Για διδακτικούς λόγους, συνοψίζω απλά αυτή την αναγνώριση ως εξής: η σύγκρουση του θεραπευόμενου γίνεται σύγκρουση του θεραπευτή.

Αυτή είναι η κομβική ενόραση που συγκροτεί αυτό που στην ιστορία της ψυχανάλυσης ονομάζουμε «επανάσταση της αντιμεταβίβασης»: η αναγνώριση ότι η εσωτερική μας εμπειρία ως θεραπευτές —η αντιμεταβίβασή μας με την ευρύτερη έννοια δεν αποτελεί μόνο ένα ενοχλητικό εμπόδιο στην κατά τα άλλα ουδέτερη θεραπευτική μας θέση· μπορεί επίσης να αποτελέσει μια ακόμη «βασιλική οδό» προς τον εσωτερικό κόσμο των θεραπευόμενων και προς την καρδιά της θεραπευτικής συνάντησης.

Αυτό που εμφανίζεται με ανθρωπιστική ορολογία ως το δικό μας «υλικό» (που πρέπει να απομακρυνθεί και να επεξεργαστεί στη δική μας θεραπεία ή εποπτεία) είναι πλεγμένο και αλληλένδετο με το «υλικό» των θεραπευόμενων με τρόπο που δεν μπορεί να διαχωριστεί καθαρά και να κατανεμηθεί σε δύο ξεχωριστές υποκειμενικότητες.

Αυτό είναι το νόημα της ψυχολογίας των δύο ατόμων και της διυποκειμενικότητας: εμπλεκόμαστε σε μια συν-δημιουργημένη συνάντηση, όπου δεν έχουμε το προνόμιο μιας ασφαλούς εξωτερικής θέσης. Δεν έχουμε κανένα σταθερό σημείο από το οποίο μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε έναν είδος αρχιμήδειου μοχλού ώστε να διατηρήσουμε ουδετερότητα και να διαχειριστούμε ή να ελέγξουμε τη θεραπευτική διαδικασία όταν φαίνεται να καταρρέει.

Τότε εμπλέκεται και η δική μας υποκειμενικότητα, αυτό ακριβώς έχει κατά νου ο Jung όταν λέει, περίπου, ότι η θεραπεία δεν έχει πραγματικά αρχίσει μέχρι να γίνει προβληματική και για τους δύο εμπλεκόμενους, συμπεριλαμβανομένου και του θεραπευτή. Η υπόρρητη παραδοχή στη διατύπωσή του είναι ότι αναφέρεται στην ιδέα της θεραπείας μόνο όταν αυτή εμπλέκεται με τα βαθύτερα, ασυνείδητα επίπεδα της ψυχής. Ο Jung δεν αντιλαμβάνεται απαραίτητα αυτά τα βαθύτερα επίπεδα με αναπτυξιακούς όρους, ωστόσο η διατύπωσή του ισχύει είτε σκεφτόμαστε με όρους αρχετύπων είτε με όρους ασυνείδητων μοτίβων και αναπτυξιακού τραύματος, και είτε στοχεύουμε σε χαρακτηρολογικό μετασχηματισμό είτε σε εξατομίκευση.

Όταν η θεραπευτική συμμαχία καταρρέει και η σύγκρουση του θεραπευόμενου γίνεται σύγκρουση του θεραπευτή, υπάρχει πάντα η αίσθηση ότι ο θεραπευτής χάνει τη θεραπευτική του θέση. Τότε η εσωτερική αίσθηση του θεραπευτή είναι ότι με κάποιον τρόπο αποτυγχάνει, ότι κάτι «κακό» συμβαίνει. Το αισθάνεται αληθινό και είναι σε μεγάλο βαθμό αληθινό: κάτι «κακό» συμβαίνει —συνήθως μια αναβίωση του τραύματος του θεραπευόμενου, αυτήν τη φορά μέσα στη θεραπεία και μέσω της θεραπείας. Ο θεραπευτής εμπλέκεται στη διαδικασία τραυματισμού.

Όταν παγιδευόμαστε σε τέτοιες καταστροφικές ή αρνητικές διαδραματίσεις (enactments), δεν υπάρχει διέξοδος, μόνο ένας δρόμος προς τα μέσα: προς το βάθος του τραύματος· προς αυτό που μου αρέσει να αποκαλώ το διυποκειμενικό χάος. Η μεταμόρφωση της διαδραμάτισης χρειάζεται να συμβεί μέσα από τη δυναμική στην οποία αισθανόμαστε παγιδευμένοι. Αυτό που μας βοηθά σε αυτές τις στιγμές δεν είναι η θεωρία ή η κατανόηση, αλλά η παράδοση σε αυτό που σήμερα αποκαλείται «άδηλη σχεσιακή γνώση» (implicit relational knowing).

Στο σεμινάριο «Πώς να δουλεύουμε όταν η θεραπεία δεν δουλεύει», θα εξερευνήσουμε τρόπους ενίσχυσης της ενσώματης κατανόησής μας και της ικανότητάς μας να έχουμε πρόσβαση σε αυτή την «άδηλη σχεσιακή γνώση», καθώς και τρόπους σύλληψης της πλήρους πολυπλοκότητας της διαδραμάτισης (enactment) ως ψυχοσωματικής διαδικασίας.

Μεταβείτε στο PSYVERSITY για αναλυτικές πληροφορίες και εγγραφή στο σεμινάριο  Πώς να δουλεύουμε όταν η θεραπεία δεν δουλεύει

 

Συγγραφή - Επιμέλεια Άρθρου

Michael Soth

Michael SothΣυνθετικός - σχεσιακός - σωματικός ψυχοθεραπευτής, εκπαιδευτής και επόπτης. Διετέλεσε Διευθυντής Εκπαίδευσης στο Κέντρο Σωματικής Ψυχοθεραπείας Chiron.
Είναι συνεκδότης του εγχειριδίου “Handbook of Body Psychotherapy and Somatic Psychology”

THERAPY.PSYCHOLOGY - ΠΛΑΤΦΟΡΜΑ ONLINE ΨΥΧΟΘΕΡΑΠΕΙΑΣ
Μια ολοκληρωμένη εμπειρία σύνδεσης Ειδικών Ψυχικής Υγείας και Θεραπευόμενων | Ξεκίνα εδώ το Θεραπευτικό ταξίδι σου...