Ένα από τα πιο συνηθισμένα λάθη που οι περισσότεροι κάναμε στην εφηβεία μας ήταν να θεωρήσουμε πως ήταν υποχρεωτικό να επαναστατήσουμε (σε κάποιες περιπτώσεις τεχνητά) προκειμένου να διαφοροποιηθούμε από τους γονείς μας.

Κάποιοι αργήσαμε λίγο να καταλάβουμε -και κάποιοι δεν το καταλάβαμε ποτέ -ότι αν απλώς μέναμε πιστοί στον εαυτό μας, η διαφοροποίηση θα ερχόταν από μόνη της.

Η επανάσταση δεν είναι αυτοσκοπός, και η διαφοροποίηση είναι αναπόφευκτη συνέπεια του ότι εγώ ακολουθώ το δρόμο μου κι εσύ τον δικό σου.

Αναζητώντας σώνει και καλά τη διαφορά, καταλήγεις σαν εικόνα στον καθρέφτη: τόσο πιστά ανάποδη, που θυμίζεις αντεστραμμένο είδωλο.

Αυτό ακριβώς εικονογραφεί με εξαιρετικό τρόπο η σειρά ταινιών Επιστροφή στο μέλλον, του Ρόμπερτ Ζεμέκις.

Στην πρώτη ταινία της σειράς, ο Μάρτι Μακφλάι, γιος του Τζόρτζ Μακφλάι (ενός ανθρώπου θλιμμένου και απογοητευμένου από τη ζωή), κάνει τυχαία ένα ταξίδι στο παρελθόν και γνωρίζει τους γονείς του όταν είχαν πάνω-κάτω την ηλικία που έχει κι ο ίδιος τώρα. Ανακαλύπτει έτσι ότι ο πατέρας του ήταν, με δύο λόγια, ένας δειλός. Ο Μάρτι βλέπει καθαρά κι από πρώτο χέρι ότι αυτός ήταν ο λόγος για τον οποίο ο Τζόρτζ, ο πατέρας του, κατέληξε να είναι σήμερα ένας αποτυχημένος τύπος.

Χάρη στην επέμβαση του γιου του, όμως, ο Τζορτζ παίρνει κουράγιο και ζωντάνια. Έτσι, όταν ο Μάρτι επιστρέφει στο παρόν, βλέπει ότι τα πράγματα έχουν αλλάξει.

Η ζωή των γονέων του -και κατά συνέπεια και η δική του ζωή- έχει πάρει άλλη τροπή, προς το καλύτερο. Η εμπειρία, όπως την περιγράφει ωραία ο Μάρτι προς το τέλος της ταινίας, θα πρέπει να ήταν «εκπαιδευτική» για όλους.

Αποκτήστε το βιβλίο του Χόρχε Μπουκάι Γονείς και παιδιά από το εξειδικευμένο βιβλιοπωλείο ψυχολογίας του Psychology.gr

Ως εδώ, όλα καλά. Όμως, το Επιστροφή στο μέλλον ΙΙ επιφυλάσσει μια έκπληξη.

Αυτή τη φορά το ταξίδι στο χρόνο κατευθύνεται προς το μέλλον, κι εκεί ο Μάρτι θα συναντήσει ξανά κάτι που θα του κάνει μεγάλη εντύπωση: όταν ο ίδιος θα έχει φτάσει στην ηλικία που έχει ο πατέρας του τώρα, θα έχει καταλήξει κι αυτός να είναι ένας αποτυχημένος. Εντούτοις, σε αντίθεση με ό,τι συνέβη στον πατέρα Τζορτζ, τίποτα στα νεανικά χρόνια του γιου Μάρτι δεν μπορούσε να μας κάνει να προβλέψουμε ένα τέτοιο πεπρωμένο...

Τι έγινε λοιπόν; Στην προσπάθειά του να το διερευνήσει, ο Μάρτι ανακαλύπτει ότι κάποια στιγμή στη μελλοντική του ζωή (δεν ξέρει πότε ακριβώς), κάποιος θα του προτείνει να τρέξει μ' ένα αγωνιστικό αυτοκίνητο, εκείνος θ' αρνηθεί κι ο άλλος θα τον προκαλέσει μ' ένα: «Τι έγινε, μήπως είσαι κότα;». Το σχόλιο είναι καθαρή προσβολή.

Ο Μάρτι τρέχει στον αγώνα και παθαίνει ένα ατύχημα που του κοστίζει το χέρι. Δεν θα μπορέσει να ξαναπαίξει κιθάρα (το μεγάλο πάθος του σε όλη τη σειρά) και καταλήγει να ζει με μια αίσθηση ματαίωσης. «Τον ξέρεις τώρα τον Μάρτι» λέει κάποιος στο μέλλον, «δεν ανέχεται να τον λένε κότα».

Πράγματι, στην ταινία συμβαίνει αρκετές φορές, τόσο ο νεαρός Μάρτι του παρόντος όσο κι ο ενήλικος του μέλλοντος να περιπλέκουν τα πράγματα απλά και μόνο γιατί δεν ανέχονται να τους θεωρούν δειλούς.

Το ερώτημα που έχει ενδιαφέρον είναι: γιατί ο Μάρτι καταρρέει στο άκουσμα της λέξης;

Προφανώς, επειδή στο πρώτο του ταξίδι στο χρόνο πληροφορήθηκε πως ο πατέρας του κατέληξε αποτυχημένος εξαιτίας της δειλίας του. Άρα, ο ίδιος ο Μάρτι πρέπει να είναι «μη κότα». Προσοχή: δεν είναι το ίδιο «να μην είσαι κότα», με το «να είσαι μη κότα». Το δεύτερο αποτελεί ψυχαναγκασμό, καθώς αποκλείει την ύπαρξη και του παραμικρού ψήγματος δειλίας και λειτουργεί σαν προσταγή που καταστρέφει τη ζωή του Μάρτι.

Στην προσπάθειά του να μην επαναλάβει την ιστορία, θα καταλήξει να την επαναλάβει. Κι αν ο πατέρας του απέτυχε επειδή ήταν δειλός, αυτός θ' αποτύχει επειδή δεν μπόρεσε να γίνει.

Για καλή του τύχη, η εμπειρία του ταξιδιού παίζει έναν θεραπευτικό ρόλο, κι όταν επιστρέφει και πάλι στο παρόν ο Μάρτι θα έχει πάρει το μάθημά του: μπροστά στην πρόκληση της παρέας θα φερθει «σαν δειλός», θ' αντέξει το παρατσούκλι «κότα» και δεν θα προσπαθήσει ν' αποδιώξει ψυχαναγκαστικά την ιδέα ότι μοιάζει στον πατέρα του. Έτσι, δεν θα τρέξει στον αγώνα και θα κερδίσει την πιθανότητα (γιατί ποτέ κανείς δεν μπορεί να είναι σίγουρος) να μην καταλήξει στο μέλλον ένας αποτυχημένος.

«Να μη γίνω σαν τον πατέρα (ή τη μητέρα) μου» όπως και «να μπορέσω να του (ή να της) μοιάσω», είναι φράσεις άκαμπτες, που όταν παγιωθούν στο μυαλό των παιδιών είναι ικανές να στραγγαλίσουν με σιδερένια πυγμή όλη τους την ύπαρξη και αν τους στερήσουν την ικανότητα να σκέφτονται και ν' αποφασίζουν ελεύθερα. Μ' άλλα λόγια, να τους στερήσουν την ύπαρξη.

Το ν' αφήνεις πίσω σου αυτές τις πιέσεις, είναι ένα σημάδι ότι έχεις πραγματικά πετύχει να ενηλικιωθείς.

Το παρόν άρθρο αποτελεί απόσπασμα από το βιβλίο του Μπουκάϊ Γονείς & Παιδιά που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Opera.

Συγγραφή - Επιμέλεια Άρθρου

Χρύσα Πράντζαλου

e psy logo twitter2Τμήμα Σύνταξης της Πύλης Ψυχολογίας Psychology.gr
Επιμέλεια και συγγραφή άρθρων, μετάφραση & απόδοση ξενόγλωσσων άρθρων.
Επικοινωνία: editorial @psychology.gr