Πρόσθεσε το Psychology.gr στις προτιμώμενες πηγές σου στη Google
Με αυτό τον τρόπο, θα βλέπεις περισσότερα νέα άρθρα ψυχολογίας και ψυχικής υγείας που δημοσιεύονται στο PSYCHOLOGY.GR
Το πρόβλημα είναι ότι το εγώ μπορεί να μετατρέψει οτιδήποτε προς όφελός του — ακόμη και την πνευματικότητα - Chögyam Trungpa, Θιβετιανός βουδιστής δάσκαλος, Cutting Through Spiritual Materialism
Η πνευματικότητα είναι μια ευρεία και πολυσήμαντη έννοια, που μπορεί να περιλαμβάνει την αναζήτηση νοήματος και σκοπού, τη σύνδεση με κάτι ευρύτερο από τον εαυτό - συμπεριλαμβανομένου του ιερού- και την αυθυπέρβαση, δηλαδή τη διεύρυνση της προοπτικής πέρα από τον εαυτό (Benson et al., 2003).
Τι συμβαίνει, όμως, όταν η ίδια η πνευματική ανάπτυξη μετατρέπεται σε ένα ακόμη πεδίο επίδοσης και σύγκρισης;
«Έχω δουλέψει περισσότερο με τον εαυτό μου». «Έχω μεγαλύτερη επίγνωση». «Δεν είσαι ακόμη έτοιμος να το καταλάβεις». Η γλώσσα αλλάζει ανάλογα με το πλαίσιο - θρησκευτικό, ψυχολογικό ή εκείνο της σύγχρονης αυτοβελτίωσης -, όμως η λογική μπορεί να παραμένει παρόμοια: η αίσθηση ότι κάποιος κατέχει μια αλήθεια ή μια γνώση στην οποία οι άλλοι δεν έχουν ακόμη φτάσει.
Η πίστη, η αυτογνωσία ή η προσωπική εξέλιξη παύουν τότε να αποτελούν μόνο τρόπους κατανόησης του εαυτού και του κόσμου και γίνονται μέτρο της προσωπικής αξίας σε σύγκριση με τους άλλους.
Ο πιστός μπορεί να αισθάνεται ηθικά ή πνευματικά ανώτερος από εκείνον που αμφιβάλλει.
Ο άνθρωπος που βρίσκεται χρόνια σε ψυχοθεραπεία μπορεί να θεωρεί ότι «έχει δουλέψει με τον εαυτό του» περισσότερο από τους γύρω του.
Κάποιος που ασχολείται με τον διαλογισμό ή την αυτοβελτίωση μπορεί να αντιμετωπίζει τον θυμό, τη ζήλια ή τη διαφωνία των άλλων ως σημάδια χαμηλότερης επίγνωσης.
Το παράδοξο αυτό έχει μελετηθεί μέσα από την έννοια της «πνευματικής ανωτερότητας» (spiritual superiority). Ακόμη και πρακτικές που αποσκοπούν θεωρητικά στην υπέρβαση του εγώ μπορούν να ενσωματωθούν σε διαδικασίες αυτοενίσχυσης. Η πνευματική ανάπτυξη μπορεί έτσι να μετατραπεί σε πεδίο από το οποίο εξαρτάται η αίσθηση αυτοαξίας: κάποιος μπορεί να αισθάνεται καλύτερα για τον εαυτό του όσο θεωρεί ότι εξελίσσεται πνευματικά και, παράλληλα, να αντιλαμβάνεται τον εαυτό του ως περισσότερο εξελιγμένο από τους άλλους (Vonk & Visser, 2021). Το εγώ δεν εξαφανίζεται απαραίτητα όταν μαθαίνουμε τη γλώσσα της πνευματικότητας· μερικές φορές μαθαίνει να τη μιλά και το ίδιο.
Ο όρος «πνευματικός ναρκισσισμός» χρησιμοποιείται εδώ περιγραφικά για αυτή τη μετατόπιση: η πνευματικότητα, η ηθική ή η αυτογνωσία γίνονται μέρος μιας εξιδανικευμένης εικόνας του εαυτού και μπορούν να αποτελέσουν βάση για μια αίσθηση ανωτερότητας απέναντι στους άλλους.
Δεν αποτελεί ξεχωριστή ψυχιατρική διάγνωση ούτε σημαίνει ότι ένα άτομο πληροί τα κριτήρια της Ναρκισσιστικής Διαταραχής Προσωπικότητας. Ο ναρκισσισμός αποτελεί ένα σύνθετο και ετερογενές φαινόμενο, με διαφορετικές εκφάνσεις, και δεν ταυτίζεται κατ’ ανάγκην με τη Ναρκισσιστική Διαταραχή Προσωπικότητας (Miller et al., 2017).
Πίσω από την εξιδανικευμένη εικόνα
THERAPY.PSYCHOLOGY - ΠΛΑΤΦΟΡΜΑ ΨΥΧΟΘΕΡΑΠΕΙΑΣ - Online & Διά ζώσης
Βρες τον Θεραπευτή που είναι κατάλληλος για εσένα | Ξεκίνα εδώ το Θεραπευτικό ταξίδι σου με Δωρεάν 1η συνεδρία.
Ο ναρκισσισμός δεν εκφράζεται πάντοτε με τον ίδιο τρόπο. Η σύγχρονη βιβλιογραφία διακρίνει, μεταξύ άλλων, τη μεγαλειώδη από την ευάλωτη ναρκισσιστική έκφραση. Η πρώτη χαρακτηρίζεται περισσότερο από αίσθηση υπεροχής, αυτοπροβολή, διεκδικητικότητα και αίσθηση δικαιώματος, ενώ η δεύτερη συνδέεται περισσότερο με ψυχολογική ευαλωτότητα, ανασφάλεια, δυσπιστία και αρνητική συναισθηματικότητα (Miller et al., 2017).
Δεν υπάρχει μία μοναδική αιτία που να εξηγεί την ανάπτυξη ναρκισσιστικών χαρακτηριστικών. Μεταξύ των πρώιμων εμπειριών που έχουν συσχετιστεί με ναρκισσιστικά χαρακτηριστικά βρίσκονται, από τη μία πλευρά, εμπειρίες κακοποίησης ,παραμέλησης ή απόρριψης και, από την άλλη, μορφές γονεϊκής υπερεκτίμησης, κατά τις οποίες το παιδί αντιμετωπίζεται ως περισσότερο ξεχωριστό ή ανώτερο από τους άλλους (Gao et al., 2024· Brummelman et al., 2015). Οι σχέσεις αυτές είναι σύνθετες και δεν σημαίνουν ότι τέτοιες εμπειρίες οδηγούν αναγκαστικά στον ναρκισσισμό ή ότι βρίσκονται πίσω από κάθε ναρκισσιστική έκφραση.
Πέρα από το ερώτημα της προέλευσης, ιδιαίτερη σημασία έχει ο τρόπος με τον οποίο διατηρείται και προστατεύεται η αυτοεικόνα. Στη μελέτη της μεγαλειώδους ναρκισσιστικής έκφρασης διακρίνονται δύο σχετικές στρατηγικές: η ναρκισσιστική αναζήτηση θαυμασμού (admiration) και ο ναρκισσιστικός ανταγωνισμός (rivalry) (Back et al., 2013). Στην πρώτη περίπτωση, η μεγαλειώδης αυτοεικόνα ενισχύεται μέσα από την αυτοπροβολή, την ανάδειξη της μοναδικότητας του εαυτού και την αναζήτηση θαυμασμού. Στη δεύτερη, η προστασία αυτής της εικόνας συνδέεται περισσότερο με την επιδίωξη υπεροχής, τον ανταγωνισμό και την απαξίωση των άλλων. Οι διαδικασίες αυτές δεν είναι απαραίτητα συνειδητές (Back et al., 2013).
Η πνευματικότητα μπορεί να γίνει ένα από τα πεδία στα οποία επενδύεται αυτή η αυτοεικόνα. Η αίσθηση «είμαι ξεχωριστός» μπορεί να πάρει τη μορφή «είμαι περισσότερο συνειδητοποιημένος», «έχω δουλέψει περισσότερο με τον εαυτό μου» ή «βρίσκομαι σε υψηλότερο πνευματικό επίπεδο». Η αίσθηση προσωπικής ανωτερότητας, άλλωστε, προϋποθέτει και μια σύγκριση: κάποιοι άλλοι μπορεί να αντιμετωπίζονται ως λιγότερο «ώριμοι», «συνειδητοποιημένοι» ή «εξελιγμένοι». Η έρευνα για την πνευματική ανωτερότητα έχει πράγματι συνδέσει την πνευματική ανάπτυξη με την αυτοαξία και με την αντίληψη του εαυτού ως περισσότερο πνευματικά εξελιγμένου από τους άλλους (Vonk & Visser, 2021).
Αυτό δεν σημαίνει ότι η πνευματικότητα προκαλεί ναρκισσισμό· μπορεί, όμως, σε ορισμένες περιπτώσεις, να αποτελέσει ένα ακόμη πεδίο στο οποίο επενδύεται και εκφράζεται μια εξιδανικευμένη εικόνα του εαυτού.
Όταν η πνευματικότητα γίνεται άμυνα
PRO PSYCHOLOGY: Επαγγελματική Κοινότητα Ειδικών Ψυχικής Υγείας
Περιλαμβάνει ομάδες εποπτείας ανά ψυχοθεραπευτική προσέγγιση, ομάδες εποπτείας ανά επαγγελματικό αντικειμένο και πληθυσμό, επιμορφωτικά σεμινάρια εξειδίκευσης, Ομάδες συνάντησης για σύνδεση και δικτύωση, Mentoring για ψυχοθεραπευτές που κάνουν τα πρώτα τους βήματα στην άσκηση του επαγγέλματος..
Η πνευματικότητα και η αναζήτηση αυτογνωσίας δεν οδηγούν πάντοτε σε μεγαλύτερη επαφή με τα συναισθήματα· μερικές φορές μπορούν να χρησιμοποιηθούν και για την αποφυγή τους. Ο όρος «πνευματική παράκαμψη» (spiritual bypassing) περιγράφει τη χρήση πνευματικών πεποιθήσεων, πρακτικών και εμπειριών για την αποφυγή της επαφής με ανεπίλυτες ψυχολογικές δυσκολίες και επώδυνα συναισθήματα (Cashwell et al., 2007).
Στην πράξη, ο θυμός μπορεί να απορρίπτεται ως «χαμηλό» συναίσθημα, η θλίψη να καλύπτεται από την απαίτηση για διαρκή θετικότητα και μια σύγκρουση να ερμηνεύεται αποκλειστικά ως ένδειξη ότι ο άλλος είναι «τοξικός» ή δεν έχει «δουλέψει αρκετά με τον εαυτό του». Παρόμοια λειτουργία μπορεί να αποκτήσει ακόμη και η ψυχολογική γλώσσα: η ικανότητα να εξηγεί κανείς ένα συναίσθημα δεν συνεπάγεται απαραίτητα και την ικανότητα να έρχεται σε επαφή με αυτό.
Η πνευματική παράκαμψη δεν ταυτίζεται με τον πνευματικό ναρκισσισμό. Οι δύο έννοιες μπορούν, ωστόσο, να συναντηθούν όταν η αποφυγή επώδυνων συναισθημάτων ενσωματώνεται σε μια εξιδανικευμένη εικόνα του εαυτού: «εγώ δεν θυμώνω», «έχω ξεπεράσει αυτά τα συναισθήματα», «βρίσκομαι σε άλλο επίπεδο συνειδητότητας». Ο πνευματικός ναρκισσισμός έχει περιγραφεί ως ένα από τα πιθανά προβλήματα που μπορεί να εμφανιστούν στο πλαίσιο της πνευματικής παράκαμψης (Cashwell et al., 2007).
Η ίδια παγίδα με διαφορετικά πρόσωπα
Στον θρησκευτικό χώρο, η πίστη μπορεί να γίνει πεδίο αυτοενίσχυσης. Έρευνες σε χριστιανικά δείγματα έχουν δείξει ότι οι άνθρωποι μπορεί να αξιολογούν τον εαυτό τους ως ανώτερο σε χαρακτηριστικά που έχουν κεντρική σημασία για τη θρησκευτική τους ταυτότητα, όπως η αγάπη ή η συγχωρητικότητα (Sedikides & Gebauer, 2021).
Η πίστη δεν αποτελεί από μόνη της έκφραση ναρκισσισμού· το ζήτημα ανακύπτει όταν επενδύεται σε μια αντίληψη προσωπικής ανωτερότητας. Ακόμη και ιδιότητες όπως η αγάπη, η συγχωρητικότητα και η αυτοθυσία μπορούν να ενσωματωθούν σε μια εξιδανικευμένη αυτοεικόνα: «εγώ συγχωρώ», «όλα τα κάνω για τους άλλους». Εδώ βρίσκεται και το παράδοξο: ιδιότητες που θεωρητικά στρέφουν το άτομο πέρα από τον εαυτό του μπορούν να χρησιμοποιηθούν για την επιβεβαίωση της δικής του αξίας ή ανωτερότητας (Sedikides & Gebauer, 2021).
Όταν στην πνευματική ταυτότητα προστίθεται και ένας ρόλος αυθεντίας, η δυναμική γίνεται πιο σύνθετη. Ρόλοι που συνοδεύονται από κύρος, αναγνώριση και θαυμασμό μπορούν να επενδυθούν με ναρκισσιστικές ανάγκες και να αποκτήσουν κεντρική θέση στην ταυτότητα του προσώπου. Όταν μάλιστα ο ρόλος αποκτά ιδιαίτερη σημασία για την αυτοεικόνα, η αμφισβήτησή του μπορεί να βιώνεται ως απειλή για την ίδια την ταυτότητα (Θερμός, 2007). Αυτό δεν αφορά μόνο την εικόνα του αυστηρού ή εμφανώς εξουσιαστικού ηγέτη.
Η πνευματική αυθεντία μπορεί να συνυπάρχει με μια ιδιαίτερα εξωστρεφή δημόσια παρουσία, μέσα από ομιλίες, εκδηλώσεις ή τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Η προβολή, η δημοφιλία και το χάρισμα δεν συνιστούν από μόνα τους ναρκισσισμό· η έντονη ανάγκη αυτοπροβολής και θαυμασμού, ωστόσο, συνδέεται με ναρκισσιστικά χαρακτηριστικά (Back et al.,2013). Η πραγματική δοκιμασία της αυθεντίας δεν βρίσκεται στον θαυμασμό που μπορεί να συγκεντρώσει, αλλά στην ικανότητά της να αντέχει την αδιαφορία, τη διαφωνία και την αμφισβήτηση χωρίς να απαξιώνει εκείνον που δεν εντυπωσιάζεται.
Η ίδια δυναμική δεν περιορίζεται στη θρησκευτική αυθεντία. Μπορεί να επενδυθεί και στη γνώση. Η επιστημονική ή φιλοσοφική κατάρτιση μπορεί να μετατραπεί από εργαλείο κατανόησης σε μέρος της ταυτότητας εκείνου που «ξέρει». Η διανοητική ταπεινότητα (intellectual humility) αφορά, μεταξύ άλλων, την αναγνώριση ότι οι γνώσεις και οι πεποιθήσεις ενός ατόμου μπορεί να είναι περιορισμένες ή λανθασμένες (Porter et al., 2022). Στην ψυχοθεραπεία, για παράδειγμα, η θέση του ειδικού δεν αναιρεί το ενδεχόμενο μιας λανθασμένης ερμηνείας ούτε την ανάγκη αναθεώρησής της μέσα από την ανατροφοδότηση του θεραπευόμενου (Stefanello, 2025).
Ο κοινός παρονομαστής δεν είναι η θρησκεία, η επιστήμη ή η φιλοσοφία. Είναι η στιγμή κατά την οποία η αναζήτηση της αλήθειας μετατρέπεται στην ανάγκη κατοχής της.
Η δοκιμασία της ευαλωτότητας
Ένα κρίσιμο ερώτημα δεν είναι μόνο τι δηλώνει κάποιος για την πνευματική του ωριμότητα, αλλά και πώς σχετίζεται όταν η αυτοεικόνα του δοκιμάζεται. Τι συμβαίνει όταν κάνει λάθος, δέχεται κριτική ή έρχεται αντιμέτωπος με τη διαφωνία; Μπορεί να ακούσει τον αντίλογο και να αναγνωρίσει την ευθύνη του χωρίς να χρειάζεται να προστατεύσει την εικόνα που έχει για τον εαυτό του;
Ναρκισσιστικά χαρακτηριστικά έχουν συνδεθεί, υπό συνθήκες απειλής της αυτοεικόνας ή αρνητικής αξιολόγησης, με εντονότερες αρνητικές και επιθετικές αντιδράσεις, καθώς και με απαξίωση της πηγής της αξιολόγησης (Stucke & Sporer, 2002· Horton & Sedikides, 2009· Kjærvik & Bushman, 2021).
Η ανάληψη ευθύνης αποτελεί ένα ακόμη σημείο στο οποίο αυτή η δυναμική μπορεί να γίνει ορατή. Ναρκισσιστικά χαρακτηριστικά -ιδιαίτερα εκείνα που συνδέονται με τον ναρκισσιστικό ανταγωνισμό- έχουν συνδεθεί με μικρότερη προθυμία για απολογία, ενώ η χαμηλότερη ενσυναίσθηση και ενοχή φαίνεται να συμβάλλουν σε αυτή τη σχέση (Leunissen et al., 2017). Αντίστροφα, η ταπεινότητα έχει συνδεθεί με περισσότερο ολοκληρωμένες και υψηλότερης ποιότητας απολογίες, με την ενσυναισθητική προσπάθεια και τη μικρότερη τάση αυτοπροστασίας να συμβάλλουν σε αυτή τη σχέση (Ludwig et al., 2022).
Στο πλαίσιο της πνευματικής ή ψυχολογικής ανωτερότητας, ακόμη και η ίδια η γλώσσα της αυτογνωσίας μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να μετατοπίσει την προσοχή από την ευθύνη προς τον άλλον. Το «με πλήγωσες» μπορεί, για παράδειγμα, να απαντηθεί με μια ερμηνεία για το «τραύμα», τον «εγωισμό» ή την ανεπαρκή «δουλειά με τον εαυτό» εκείνου που πληγώθηκε. Η γνώση μπορεί τότε, αντί να διευκολύνει την κατανόηση του άλλου, να λειτουργήσει ως τρόπος απομάκρυνσης από την ευθύνη απέναντί του. Αυτό αποκτά ιδιαίτερη σημασία σε σχέσεις ασυμμετρίας γνώσης ή κύρους, όπως μεταξύ θεραπευτή και θεραπευόμενου, κληρικού και πιστού ή δασκάλου και μαθητή. Η ασυμμετρία των ρόλων δεν είναι από μόνη της προβληματική· το ζήτημα είναι αν αφήνει χώρο στη διαφωνία, τη διαφοροποίηση και την αυτονομία του άλλου.
Στο πλαίσιο της πνευματικής ανωτερότητας, το ερώτημα γίνεται επομένως: αν χρειάζομαι να είμαι ο «πνευματικός», ο «ηθικός» ή εκείνος που «γνωρίζει», τι συμβαίνει όταν ο άλλος παύει να με βλέπει έτσι;
Από την πνευματική εικόνα στην αυθεντικότητα: όρια και αυτονομία
Η απάντηση σε αυτές τις δυναμικές δεν βρίσκεται στην απόρριψη της πίστης, της πνευματικότητας ή της αυτογνωσίας. Μια πρόσφατη ποιοτική σύνθεση της έρευνας για την πνευματική παράκαμψη στρέφει την προσοχή σε περισσότερο ενοποιημένες μορφές πνευματικότητας, στις οποίες υπάρχει χώρος για την αναγνώριση και την επεξεργασία δύσκολων συναισθημάτων αντί για την αποφυγή τους (Patel & Kumar, 2026).
Όταν βρισκόμαστε απέναντι σε ένα πρόσωπο πνευματικής ή επιστημονικής αυθεντίας, είναι χρησιμότερο να εξετάζουμε τη δυναμική της σχέσης παρά να επιχειρούμε να «διαγνώσουμε» τον άλλον. Ο πνευματικός ναρκισσισμός δεν ταυτίζεται με την πνευματική κακοποίηση· στη σχετική βιβλιογραφία, ωστόσο, έχουν περιγραφεί σε σχέσεις πνευματικής αυθεντίας μοτίβα ελέγχου, όπως η απαίτηση υπακοής, η χειραγώγηση, ο περιορισμός της προσωπικής επιλογής και η χρήση της θρησκευτικής διδασκαλίας ή της θέσης αυθεντίας ως μέσου επιβολής (Oakley et al., 2018).
Αντί, επομένως, να αναζητούμε μεμονωμένα «σημάδια ναρκισσισμού», μπορούμε να στρέψουμε την προσοχή στη σχέση: Υπάρχει χώρος να διαφωνήσω; Τα όριά μου γίνονται σεβαστά ακόμη και όταν ο άλλος δεν συμφωνεί μαζί τους; Διατηρώ το δικαίωμα στις δικές μου αποφάσεις; Μπορώ να αναζητήσω άλλη γνώμη ή να απομακρυνθώ χωρίς ενοχοποίηση ή απαξίωση; Η σχέση ενισχύει σταδιακά την αυτονομία μου ή με καθιστά περισσότερο εξαρτημένο από την αυθεντία του άλλου; Ο σεβασμός της αυτοδιάθεσης και η ενίσχυση της αυτονομίας έχουν κεντρική σημασία και στο πλαίσιο της ψυχοθεραπείας (Fisher & Oransky, 2008· Biegler, 2021).
Η προσωπική ευθύνη αφορά, όμως, και τον τρόπο με τον οποίο σχετιζόμαστε εμείς με κάθε μορφή αυθεντίας. Η γνώση, η επιστημονική κατάρτιση, το κύρος, η θρησκευτική ιδιότητα ή η δημόσια αναγνώριση ενός προσώπου δεν το καθιστούν αλάνθαστο ούτε αναιρούν τη δική μας δυνατότητα να κρίνουμε, να αμφισβητούμε και να διαφωνούμε. Η αναζήτηση της γνώσης, της αυτογνωσίας ή της πνευματικής ανάπτυξης δεν μπορεί να ανατεθεί ολοκληρωτικά σε κάποιον άλλον· παραμένει μια προσωπική πορεία, που προϋποθέτει τη διατήρηση της δικής μας ελευθερίας και ευθύνης.
Τελικά, το ερώτημα επιστρέφει και στον τρόπο με τον οποίο σχετιζόμαστε με τον ίδιο μας τον εαυτό.
Μπορούμε να πιστεύουμε χωρίς να θεωρούμε τον εαυτό μας εκλεκτό, να γνωρίζουμε χωρίς να χρειάζεται να είμαστε παντογνώστες και να αναζητούμε την αυτογνωσία χωρίς να τη μετατρέπουμε σε τίτλο ανωτερότητας;
Η ουσιαστική αυτογνωσία προϋποθέτει την ικανότητα να αναγνωρίζουμε και να επεξεργαζόμαστε όσα δεν ταιριάζουν στην εξιδανικευμένη εικόνα μας: τον φόβο, τη ζήλια, τον θυμό, την ανάγκη, την αμφιβολία και το λάθος. Η πνευματική και προσωπική εξέλιξη δεν αφορά την προσπάθεια να γίνουμε τέλειοι, αλλά την προσπάθεια να γίνουμε περισσότερο αληθινοί.
Βιβλιογραφία
Back, M. D., Küfner, A. C. P., Dufner, M., Gerlach, T. M., Rauthmann, J. F., & Denissen, J. J. A. (2013). Narcissistic admiration and rivalry: Disentangling the bright and dark sides of narcissism. Journal of Personality and Social Psychology, 105(6), 1013–1037. doi.org/10.1037/a0034431
Benson, P. L., Roehlkepartain, E. C., & Rude, S. P. (2003). Spiritual development in childhood and adolescence: Toward a field of inquiry. Applied Developmental Science, 7(3), 205–213. doi.org/10.1207/S1532480XADS0703_12
Biegler, P. (2021). Autonomy as a goal of psychotherapy. In M. Trachsel, Ş. Tekin, N. Biller-Andorno, J. Gaab, & J. Z. Sadler (Eds.), The Oxford handbook of psychotherapy ethics (pp. 86–98). Oxford University Press. doi.org/10.1093/oxfordhb/9780198817338.013.10
Brummelman, E., Thomaes, S., Nelemans, S. A., Orobio de Castro, B., Overbeek, G., & Bushman, B. J. (2015). Origins of narcissism in children. Proceedings of the National Academy of Sciences of the United States of America, 112(12), 3659–3662. doi.org/10.1073/pnas.1420870112
Cashwell, C. S., Bentley, P. B., & Yarborough, J. P. (2007). The only way out is through: The peril of spiritual bypass. Counseling and Values, 51(2), 139–148. doi.org/10.1002/j.2161-007X.2007.tb00071.x
Fisher, C. B., & Oransky, M. (2008). Informed consent to psychotherapy: Protecting the dignity and respecting the autonomy of patients. Journal of Clinical Psychology, 64(5), 576–588. doi.org/10.1002/jclp.20472
Gao, S., Yu, D., Assink, M., Chan, K. L., Zhang, L., & Meng, X. (2024). The association between child maltreatment and pathological narcissism: A three-level meta-analytic review. Trauma, Violence, & Abuse, 25(1), 275–290. doi.org/10.1177/15248380221147559
Horton, R. S., & Sedikides, C. (2009). Narcissistic responding to ego threat: When the status of the evaluator matters. Journal of Personality, 77(5), 1493–1526. doi.org/10.1111/j.1467-6494.2009.00590.x
Kjærvik, S. L., & Bushman, B. J. (2021). The link between narcissism and aggression: A meta-analytic review. Psychological Bulletin, 147(5), 477–503. doi.org/10.1037/bul0000323
Leunissen, J. M., Sedikides, C., & Wildschut, T. (2017). Why narcissists are unwilling to apologize: The role of empathy and guilt. European Journal of Personality, 31(4), 385–403. doi.org/10.1002/per.2110
Ludwig, J. M., Schumann, K., & Porter, T. (2022). Humble and apologetic? Predicting apology quality with intellectual and general humility. Personality and Individual Differences, 188, 111477. doi.org/10.1016/j.paid.2021.111477
Miller, J. D., Lynam, D. R., Hyatt, C. S., & Campbell, W. K. (2017). Controversies in narcissism. Annual Review of Clinical Psychology, 13, 291–315. doi.org/10.1146/annurev-clinpsy-032816-045244
Oakley, L., Kinmond, K., & Humphreys, J. (2018). Spiritual abuse in Christian faith settings: Definition, policy and practice guidance. The Journal of Adult Protection, 20(3/4), 144–154. doi.org/10.1108/JAP-03-2018-0005
Patel, M., & Kumar, N. (2026). “It helps me cope”: A meta-ethnographic synthesis on lived experiences of spiritual bypassing. Frontiers in Psychology, 17, 1852417. doi.org/10.3389/fpsyg.2026.1852417
Porter, T., Elnakouri, A., Meyers, E. A., Shibayama, T., Jayawickreme, E., & Grossmann, I. (2022). Predictors and consequences of intellectual humility. Nature Reviews Psychology, 1, 524–536. doi.org/10.1038/s44159-022-00081-9
Sedikides, C., & Gebauer, J. E. (2021). Do religious people self-enhance? Current Opinion in Psychology, 40, 29–33. doi.org/10.1016/j.copsyc.2020.08.002
Stefanello, E. (2025). Intuition, empathy, and intellectual humility in psychotherapy: A philosophical perspective. Frontiers in Psychology, 16, 1590481. doi.org/10.3389/fpsyg.2025.1590481
Stucke, T. S., & Sporer, S. L. (2002). When a grandiose self-image is threatened: Narcissism and self-concept clarity as predictors of negative emotions and aggression following ego-threat. Journal of Personality, 70(4), 509–532. doi.org/10.1111/1467-6494.05015
Trungpa, C. (2002). Cutting through spiritual materialism. Shambhala Publications.
Vonk, R., & Visser, A. (2021). An exploration of spiritual superiority: The paradox of self-enhancement. European Journal of Social Psychology, 51(1), 152–165. doi.org/10.1002/ejsp.2721
Θερμός, Β. (2007). Τα οφφίκια των πρεσβυτέρων. Ακρίτας.
THERAPY.PSYCHOLOGY - ΠΛΑΤΦΟΡΜΑ ΨΥΧΟΘΕΡΑΠΕΙΑΣ - Online & Διά ζώσης
Βρες τον Θεραπευτή που είναι κατάλληλος για εσένα | Ξεκίνα εδώ το Θεραπευτικό ταξίδι σου με Δωρεάν 1η συνεδρία.
Ψυχολόγος - μέλος του Εργαστηρίου Εφαρμοσμένης Φιλοσοφίας του ΕΚΠΑ.