Η κυριότερη προϋπόθεση για να μάθει κανείς να αγαπά είναι να υπερβεί το ναρκισσισμό του. Ο ναρκισσιστικός προσανατολισμός είναι αυτός στα πλαίσια του οποίου το άτομο βιώνει ως αληθινό μόνο ό,τι υπάρχει μέσα του, ενώ τα φαινόμενα του έξω κόσμου δεν έχουν καμία απολύτως υπόσταση από μόνα τους και δεν τα καταλαβαίνει παρά μόνο αν είναι ωφέλιμα ή επικίνδυνα για το ίδιο.

Ο αντίθετος πόλος του ναρκισσισμού είναι η αντικειμενικότητα, με άλλα λόγια η ικανότητα να βλέπει κανείς τους ανθρώπους και τα πράγματα όπως ακριβώς είναι, αντικειμενικά, και να είναι σε θέση να διαχωρίσει την αντικειμενική εικόνα από την εικόνα που διαμορφώνεται ανάλογα με τους φόβους και τις επιθυμίες του.

Όλες οι μορφές των ψυχώσεων φανερώνουν ακραίου βαθμού ανικανότητα να είναι κανείς αντικειμενικός. Για τον παράφρονα, η μοναδική πραγματικότητα που υπάρχει είναι αυτή που έχει μέσα του, η πραγματικότητα των φόβων και των επιθυμιών του.

Βλέπει τον εξωτερικό κόσμο ως σύμβολο του δικού του εσωτερικού κόσμου, ως δημιούργημά του. Αυτό το κάνουμε όλοι μας όταν ονειρευόμαστε. Στο όνειρό μας δημιουργούμε συμβάντα, σκηνοθετούμε δράματα, τα οποία είναι εκφράσεις των επιθυμιών μας (όπως επίσης μερικές φορές και των διαισθήσεων και των εκτιμήσεών μας).

Για όση ώρα κοιμόμαστε, είμαστε πεπεισμένοι ότι αυτά που συμβαίνουν στα όνειρά μας είναι πραγματικά, όπως η πραγματικότητα που αντιλαμβανόμαστε όταν είμαστε ξύπνιοι.

Το παράφρον άτομο ή αυτός που ονειρεύεται αποτυγχάνει πλήρως να έχει μία αντικειμενική εικόνα του εξωτερικού κόσμου. Όμως όλοι είμαστε λίγο ή πολύ παράφρονες, λίγο ή πολύ χαμένοι μέσα στα όνειρά μας. Όλοι μας έχουμε μία αντικειμενική άποψη του κόσμου, μία εικόνα παραμορφωμένη από τον ναρκισσιστικό προσανατολισμό μας.

Μια γυναίκα για παράδειγμα τηλεφωνεί στο γιατρό και του λέει ότι θέλει να τον επισκεφτεί στο ιατρείο του το ίδιο απόγευμα. Ο γιατρός της απαντά ότι δεν έχει ελεύθερο ραντεβού αυτό το απόγευμα, αλλά μπορεί να τη δει την επόμενη μέρα.

Εκείνη τότε του λέει: «Μα, γιατρέ, μένω πολύ κοντά στο ιατρείο σας» Δεν μπορεί να καταλάβει ότι το γεγονός πως η ίδια μένει τόσο κοντά στο ιατρείο του δεν αλλάζει κατι στον διαθέσιμο χρόνο του γιατρού.

Βιώνει την όλη κατάσταση ναρκισσιστικά: από τη στιγμή που εκείνη προλαβαίνει γιατί είναι κοντά, προλαβαίνει και ο γιατρός, η μοναδική πραγματικότητα για αυτήν είναι ο ίδιος ο εαυτός της.

Λιγότερο ακραίες -ή λιγότερο φανερές- είναι οι παραμορφώσεις της πραγματικότητας που τόσο συχνά προκύπτουν στις διαπροσωπικές σχέσεις. Πόσοι και πόσοι γονείς δεν εκτιμούν τις αντιδράσεις των παιδιών τους με κριτήριο το αν είναι υπάκουα, αν τους προξενούν χαρά, αν τους κάνουν υπερήφανους και πάει λέγοντας, αντί να κατανοούν, ή έστω να ενδιαφέρονται, για το τι νιώθει το ίδιο το παιδί μέσα του και σε σχέση με τον εαυτό του;

Και μήπως είναι λίγοι οι σύζυγοι οι οποίοι έχουν την εντύπωση πως οι γυναίκες τους είναι αυταρχικές, επειδή εξαιτίας της δικής τους προσκόλλησης στη μητέρα τους ερμηνεύουν την κάθε τους απαίτηση σαν περιορισμό της ελευθερίας τους;

Από την άλλη πλευρά, πόσες γυναίκες δεν θεωρούν τους συζύγους τους ανίκανους ή ανόητους, επειδή δεν εξυψώνονται στη φανταστική εικόνα του λαμπρού ιππότη που ίσως είχαν πλάσει αυτές στα παιδικά τους χρόνια;

Η ικανότητα να σκέφτεσαι αντικειμενικά είναι η λογική σκέψη. Η ψυχική στάση που βρίσκεται πίσω από τη λογική σκέψη είναι η ταπεινότητα. Το να είσαι αντικειμενικός, να χρησιμοποιείς δηλαδή τη λογική σου, είναι δυνατόν μόνο αν έχεις κατορθώσει να φτάσεις σε μία στάση ταπεινότητας.

Με άλλα λόγια, αν έχεις καταφέρει να απελευθερωθείς από τις φαντασιώσεις παντογνωσίας και παντοδυναμίας που είχες για τον εαυτό σου όταν ήσουν παιδί.

Όσον αφορά το ζήτημα άσκηση της αγάπης που εξετάζουμε εδώ, αυτό σημαίνει: η αγάπη εξαρτάται από την αντίστοιχη απουσία ναρκισσισμού και απαιτεί την καλλιέργεια της ταπεινότητας, της αντικειμενικότητας και της λογικής.

Ολόκληρη η ζωή του ανθρώπου θα πρέπει να είναι αφιερωμένη σε αυτόν τον σκοπό.

Η ταπεινότητα και η αντικειμενικότητα είναι καθολικές, όπως ακριβώς και η αγάπη. Δεν μπορώ να είμαι πραγματικά αντικειμενικός σχετικά με την οικογένειά μου, αν δεν μπορώ να είμαι αντικειμενικός και σχετικά με τον ξένο επίσης. Και αντιστρόφως βέβαια.

Αν θέλω να μάθω την τέχνη της αγάπης, πρέπει να αγωνίζομαι για την αντικειμενικότητα σε κάθε κατάσταση και να αποκτήσω ευαισθησία απέναντι σε κάθε έλλειψη αντικειμενικότητας από μέρους μου.

Πρέπει να προσπαθώ πάντοτε να βλέπω τη διαφορά ανάμεσα στην εικόνα που εγώ έχω σχηματίσει για ένα άτομο και τη συμπεριφορά του έτσι όπως είναι παραμορφωμένη από το ναρκισσισμό μου, και την πραγματικότητα του ατόμου αυτού έτσι όπως υπάρχει από μόνη της, ανεξάρτητα από τα δικά μου συμφέροντα, τις ανάγκες μου, τους φόβους μου. 

Το να αποκτήσει κανείς την ικανότητα της αντικειμενικότητας και της λογικής είναι ο μισός δρόμος για να μάθει την τέχνη της αγάπης. Όμως η αντικειμενικότητα πρέπει να κατακτηθεί σε σχέση με κάθε άνθρωπο με τον οποίο ερχόμαστε σε επαφή.

Αν κάποιος θελήσει να κρατήσει την αντικειμενικότητά του μόνο για το πρόσωπο που αγαπά και πιστεύει ότι του είναι περιττή στις σχέσεις του με τον υπόλοιπο κόσμο, σύντομα θα ανακαλύψει ότι αποτυγχάνει σε όλες ανεξαιρέτως τις σχέσεις του.

Η ικανότητα να αγαπάμε εξαρτάται από την ικανότητά μας να απελευθερωθούμε από το ναρκισσισμό μας και από τη ναρκισσιστική προσκόλληση στη μητέρα ή στη φυλή. Εξαρτάται από την ικανότητά μας να ωριμάσουμε, να προσανατολιστούμε με δημιουργικό τρόπο στις σχέσεις μας με τον κόσμο και με τον εαυτό μας.

Το παρόν άρθρο αποτελεί αδειοδοτημένο απόσπασμα από το βιβλίο Η τέχνη της αγάπης που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Διόπτρα.

Συγγραφή - Επιμέλεια Άρθρου

Χρύσα Πράντζαλου

e psy logo twitter2Τμήμα Σύνταξης της Πύλης Ψυχολογίας Psychology.gr
Επιμέλεια και συγγραφή άρθρων, μετάφραση & απόδοση ξενόγλωσσων άρθρων.
Επικοινωνία: editorial @psychology.gr