Ο εκφοβισμός δεν αποτελεί φαινόμενο παρθενογένεσης αλλά αποτέλεσμα μίμησης συμπεριφορών που υπάρχουν στην κοινωνία. Το πλαίσιο συγκρότησης και διαφύλαξης των αξιών και των υγιών προτύπων, επηρεάζεται από μια σειρά αξόνων οι οποίοι είναι δυνατόν να διασπάσουν θεσμοθετημένες ή μη θεσμοθετημένες συμπεριφορές.

Ο σχολικός εκφοβισμός ως ενέργεια μίμησης προτύπου

Ο εκφοβισμός ως ενέργεια μίμησης συμπεριφορών ενηλίκων θα πρέπει να διερευνείται τόσο στο μικροεπίπεδο της οικογένειας και του σχολείου, αναλύοντας τις διαπροσωπικές σχέσεις και τη συνεργασία του εκπαιδευτικού προσωπικού καθώς και της οικογένεια με τη συμπεριφορά και την κουλτούρα της, όσο και στο μακροεπίπεδο της κοινωνίας, που από τη μια πλευρά εκθέτει τα νεαρά άτομα υπερβολικά σε βίαιες και αντικοινωνικές πράξεις (gratuitious violence), λόγω των ΜΜΕ (βιαιοπραγίες σε ειδήσεις, παιδικά προγράμματα, ταινίες και από την άλλη σε παγιωμένες κοινωνικές καταστάσεις (Αντωνίου & Κουτσούκου, 2011). Οι κοινωνικές αυτές αναφορές αποτελούν σημεία αφόρμησης αλλά και το αποτέλεσμα από την έκθεση των παιδιών σε τέτοια περιστατικά.

Πρόκειται επομένως για μια δυναμική διάσταση στην οποία θα πρέπει να παρέμβουμε προκειμένου να αλλάξουμε το τοπίο της σχολικής ζωής, ενώ παράλληλα να δημιουργήσουμε ένα σχολείο που να συνιστά φορέα διαπαιδαγώγησης και που θα συμβάλλει καθοριστικά στην αλλαγή κουλτούρας της κοινωνίας.

Αξιοσημείωτη είναι η θέση του Baker (1998), που αναφέρει ότι η σχολική βία αντανακλά την αποτυχία της κοινότητας στα σχολεία. Λαμβάνοντας μάλιστα υπόψη την έκρυθμη κατάσταση της κοινωνίας σε κάποιες Ευρωπαϊκές χώρες, μεταξύ των οποίων και η Ελλάδα, μπορούμε να αιτιολογήσουμε εν μέρει την αύξηση των κρουσμάτων του σχολικού εκφοβισμού. Η ραγδαία αύξηση της φτώχειας και η διάσπαση του κοινωνικού ιστού στο όνομα συμφερόντων, τα υψηλά επίπεδα ανεργίας καθώς και τα υψηλά ποσοστά της εγκληματικότητας, οι κοινωνικές ανισότητες, η άνοδος ρατσιστικών πολιτικών παρατάξεων, η υπέρμετρη προβολή της βίας, το έλλειμμα των διαπροσωπικών σχέσεων, οι κοινωνικές νόρμες με ανοχή στην βία όπως ο χουλιγκανισμός, αποτελούν βασικούς και καθοριστικούς παράγοντες που ευνοούν στην εξέλιξη του φαινομένου (Γιωτοπούλου- Μαραγκοπούλου, 2010, Χηνάς- Χρυσαφίδης, 2000).

Τα βαθύτερα κοινωνικά προβλήματα και ο σχολικός εκφοβισμός

Επειδή η σχολική βία και ο σχολικός εκφοβισμός δεν είναι μεμονωμένα περιστατικά, αλλά συμπτώματα βαθύτερων κοινωνικών προβλημάτων για να ερμηνευτούν θα πρέπει να τα δούμε με ολιστική ματιά ώστε να μπορέσουμε να μελετήσουμε όλες τις παραμέτρους του κοινωνικού και σχολικού συστήματος. Η προβληματική συμπεριφορά των μαθητών γίνεται καλύτερα κατανοητή μέσα στο πλαίσιο αλληλεπιδράσεων που συντηρούν αυτή την προβληματική συμπεριφορά. Οι συμπεριφορές που εμφανίζονται ως προβληματικές θα πρέπει να εστιάζονται όχι μόνο σε ατομικό, σχολικό και ψυχολογικό επίπεδο αλλά λαμβάνοντας υπόψη και το συστημικό επίπεδο και το συγκείμενο, το πλαίσιο που αναπτύσσονται και υιοθετούνται τέτοιου είδους συμπεριφορές.

Η εκπαιδευτική κοινότητα και οι γονείς χρειάζονται ένα οπλοστάσιο κατάρτισης, προκειμένου να μπορούν να προβαίνουν με αποτελεσματικές πρακτικές και παιδαγωγικές μεθόδους και τεχνικές σε ανάπτυξη και υλοποίηση προληπτικών, διαγνωστικών αλλά και θεραπευτικών δράσεων και ενεργειών.

Απαραίτητη ως προς τον στόχο αυτό είναι η συνεχόμενη ενημέρωση των εμπλεκομένων και των ενδιαφερομένων ως προς το θεωρητικό υπόβαθρο των αιτιατών παραγόντων για την επιθετική συμπεριφορά, αλλά και τις ερμηνευτικές προσεγγίσεις που περιβάλλουν το κρίσιμο ζήτημα του σχολικού εκφοβισμού και της βίας.

1. Επιμόρφωση των Διευθυντών των Δημοσίων Σχολείων και Διευθυντών Γραφείων

Οι διευθύνσεις των σχολείων, οι διευθυντές των γραφείων Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης καθώς και οι σχολικοί σύμβουλοι χρήζει να λάβουν ποιοτική εκπαίδευση, επιμόρφωση και υποστήριξη, σε συστηματική βάση, για τις διοικητικές αρμοδιότητες που καλούνται να επιτελέσουν. Δυστυχώς όμως στο ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα παρατηρούνται ελλείψεις στον τομέα αυτό. Το Παιδαγωγικό Ινστιτούτο είχε ξεκινήσει κατά την σχολική χρονιά 2007-2008, πρόγραμμα επιμόρφωσης όσων εμπλεκόταν σε ζητήματα διοίκησης στον χώρο της εκπαίδευσης. Είναι ενδεικτικό, ότι στην χώρα μας παρατηρείται απουσία θεσμοθετημένης σχολής για την εκπαίδευση των διοικητικών στελεχών της εκπαίδευσης. Σε όλα τα προηγμένα κράτη της Ευρώπης αυτή υπάρχει και εφαρμόζει προγράμματα επιμόρφωσης.

Είναι γεγονός ότι ακόμη και οι ίδιοι οι διευθυντές, τονίζουν τις ελλείψεις στις δεξιότητες αλλά και στις γνώσεις τους, ως προς τα ζητήματα της διοίκησης και της στελέχωσης (Προσωπική επικοινωνία, Μάιος 2008). Κρίνεται, λοιπόν, χρήσιμο στο άμεσο μέλλον να γίνει συστηματική προσπάθεια για την επιμόρφωση των ατόμων που λαμβάνουν ηγετικές θέσεις και αρμοδιότητες στην εκπαίδευση. Μέσω της άμεσης εμπειρίας της ομάδας των διοικητικών στον τομέα της εκπαίδευσης, γίνεται εμφανές ότι οι άνθρωποι αυτοί πρέπει να επιμορφωθούν ώστε να καταφέρουν να ενεργήσουν ως ηγέτες της εκπαίδευσης και να αποβάλλουν τη φιλοσοφία των δημοσίων υπαλλήλων.

Ακόμη και οι ίδιοι οι διευθυντές πολλές φορές υποστηρίζουν ότι αντιλαμβάνονται τους εαυτούς τους ως γραφειοκράτες και διοικητικούς υπαλλήλους, οι οποίοι κατέχουν θέση με πολύ στρες καθώς και περιορισμένη υποστήριξη από το κράτος και πιο συγκεκριμένα από το Υπουργείο Παιδείας (Προσωπική επικοινωνία, 22 Μαίου 2008). Συχνά η έλλειψη εκπαίδευσης σε ζητήματα συμπεριφοράς των μαθητών όπως επίσης και οι άστοχοι χειρισμοί που κάνουν διογκώνουν το πρόβλημα.

2. Δράσεις Πρόληψης

Η σύγχρονη εκπαιδευτική πράξη δίνει ιδιαίτερη έμφαση στην πρόληψη των προβλημάτων συμπεριφοράς καθώς και της μάθησης (Albee, 1996). Στόχος αυτών των εκπαιδευτικών συστημάτων είναι η προληπτική λειτουργία, πριν δηλαδή να εμφανιστούν τα ποικίλα προβλήματα της συμπεριφοράς, της μάθησης και πριν αυτά εξελιχθούν σε ακόμη πιο σοβαρά προβλήματα επιθετικότητας και βίας. Πρέπει λοιπόν να δοθεί ιδιαίτερη σημασία στην πρόληψη των προβλημάτων επιθετικότητας αλλά και της συμπεριφοράς καθώς επίσης και στη βαθύτερη κατανόηση των αιτιών των προβλημάτων ενός σύγχρονου σχολείου. Συνηθίζεται στην Ελλάδα να δίνεται έμφαση στα προβλήματα μετά την εμφάνιση αυτών και συχνά αφού εξελιχθούν σε θέματα που χρήζουν άμεσης παρέμβασης, έχουν δηλαδή γίνει θέματα κρίσης.

Στα πλαίσια πρόληψης των προβλημάτων συμπεριφοράς των μαθητών, προτείνεται να υπάρχει συνεργασία των εκπαιδευτικών με τους σχολικούς ψυχολόγους που έχουν λάβει την κατάλληλη υποστήριξη, έτσι ώστε να μπορούν να εντοπιστούν τα παιδιά που βρίσκονται σε επικινδυνότητα (at-risk), δηλαδή όσα έχουν τάση να παρουσιάσουν προβληματική συμπεριφορά, ψυχοπαθολογία ή και που πιθανόν να αντιμετωπίζουν στρεσογόνες συνθήκες στη καθημερινότητα τους.

Αυτά τα παιδιά πιθανόν να παρουσιάσουν προβληματικές συμπεριφορές, γι’ αυτό και πρέπει να λάβουν στήριξη εγκαίρως. Έτσι θα καταφέρουν να διαχειριστούν τις στρεσογόνες συνθήκες που αντιμετωπίζουν και να μην λαμβάνουν απλά σκληρή τιμωρία ή αποβολή από το σχολείο ώστε να βάλουν μυαλό. Για παράδειγμα παιδί που παρουσιάζει Μαθησιακές Δυσκολίες πρέπει να λάβει την κατάλληλη βοήθεια καθώς εάν δεν συμβεί αυτό είναι πιθανό να εμφανίσει προβληματική συμπεριφορά. Η έγκαιρη καθώς και η ουσιαστική στήριξη του μαθητή αυτή, είναι μια μορφή πρόληψης των προβληματικών συμπεριφορών.

Στα πλαίσια της πρόληψης είναι σημαντικό να γίνει σχεδιασμός και στη συνέχεια να υλοποιηθούν προγράμματα πρόληψης για το σύνολο των μαθητών με την κατάλληλη καθοδήγηση των σχολικών ψυχολόγων, οι οποίοι διαθέτουν εμπειρία σε προληπτικά προγράμματα. Αυτά τα προγράμματα πρέπει να επικεντρωθούν στη δημιουργική επίλυση των συγκρούσεων και των διαφορών (conflict resolution), καθώς στην καλλιέργεια της συναισθηματικής νοημοσύνης αλλά και των κοινωνικοσυναισθηματικών δεξιοτήτων των μαθητών (Εlias και συνεργάτες 1997), όπως και στην ενδυνάμωση της ψυχικής ανθεκτικότητας του συνόλου των μαθητών (Freitas & Downey, 1998).

Βασικός στόχος των σχολείων στη χώρα μας πρέπει να είναι ο σχεδιασμός και η εφαρμογή των προληπτικών προγραμμάτων που αναφέρθηκαν παραπάνω, για την καλλιέργεια των κοινωνικοσυναισθηματικών δεξιοτήτων. Αυτό θα πρέπει να γίνεται σε όσα δυνατόν περισσότερα σχολεία αλλά και νηπιαγωγεία στην Ελλάδα.

Σε επίπεδο πρόληψης είναι σημαντικό να μελετώνται οι παράγοντες επικινδυνότητας (risk-factors), όπως και οι καταστάσεις που προκαλούν άγχος στους μαθητές. Με αυτό τον τρόπο είναι εφικτό να έρθουν στην επιφάνεια συμπεριφορές προβληματικές για να βοηθηθούν τα παιδιά που είναι ιδιαίτερα ευάλωτα. Ακόμη είναι βοηθητικό να μελετάται τόσο το παιδί, όσο και οι μεταβλητές στο επίκεντρο των οποίων βρίσκεται αυτό, όπως επίσης το περιβάλλον του παιδιού και η αλληλεπίδραση που υπάρχει μεταξύ τους.

Δηλαδή, είναι σημαντικό να λαμβάνονται υπόψη οι συνθήκες οι οποίες πιθανόν να κατατάσσουν ένα μαθητή στις ομάδες με υψηλή επικινδυνότητα (at-risk), τους λόγους που συμβάλλουν στην εμφάνιση άγχους στους μαθητές, μεταξύ των οποίων είναι η σχολική αποτυχία, τα προβλήματα στην οικογένεια (όπως η ανεργία, η βία στην οικογένεια, η κακοποίηση του παιδιού), η κοινωνική τους απομόνωση και η έλλειψη των φίλων στις περιπτώσεις αλλοδαπών μαθητών, νέων μαθητών που έκαναν μεταγγραφή από άλλα σχολεία.

3. Λειτουργική Ανάλυση των Προβλημάτων Συμπεριφοράς στο Σχολικό Πλαίσιο

Η Λειτουργική Ανάλυση Προβλημάτων Συμπεριφοράς μπορεί να εφαρμοστεί με επιτυχία σε επίπεδο ατομικό, ώστε να γίνει αναζήτηση των αιτιών που οδηγούν στη προβληματική συμπεριφορά ενός μαθητή (Ματσόπουλος, 2004) αλλά και στο σχεδιασμό των παρεμβάσεων που επιλύουν το πρόβλημα. Σύμφωνα με τη νέα πρόταση η Λειτουργική Ανάλυση των Συμπεριφορών μπορεί να γίνει ακόμη και στο επίπεδο του συστήματος. Πρέπει λοιπόν να γίνεται μελέτη για τα διάφορα «συστημικά προβλήματα» όπως τα προβλήματα της συμπεριφοράς, τα επεισόδια εκδήλωσης της βίας και της επιθετικότητας στα σχολεία, από ομάδα ειδικών αλλά και άλλων που έχουν εμπλοκή στην εκπαίδευση.

Σκοπός είναι η επιστημονική Λειτουργική Ανάλυση των Προβλημάτων στα πλαίσια του σχολικού συστήματος, των σχολικών τάξεων ή και των τοπικών κοινωνιών (όταν στόχος είναι η ευρύτερη προοπτική των θεμάτων). Στη διαδικασία αναζήτησης αλλά και εντοπισμού των γενεσιουργών αιτιών, παρέχεται το πλαίσιο για τη δημιουργία προτάσεων και υλοποίησης παρεμβάσεων όπως και δημιουργικών δράσεων για την επίλυση αυτών. Όταν τελειώνει η διαδικασία, πρέπει να γίνει η αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας των παρεμβάσεων που υλοποιούνται στο σύστημα αλλά και καταγραφή μείωσης των προβλημάτων.

4. Η συστηματική εκπαίδευση των παιδαγωγών για την αποτελεσματική διαχείριση προβληματικών συμπεριφορών εντός της σχολικής τάξης.

Μεγάλο ποσοστό των εκπαιδευτικών και των παιδαγωγών δεν έχει γνώσεις για τις βασικές αρχές τροποποίησης της προβληματικής συμπεριφοράς των παιδιών και αναζητά βοήθεια προκειμένου να καλύψει το κενό αυτό (Matsopoulos & Gkavogiannaki, 2008). Είναι σημαντική η κατάρτιση των εκπαιδευτικών σε αυτό το ζήτημα. Το Παιδαγωγικό Ινστιτούτο έχει ξεκινήσει τις τελευταίες χρονιές πρωτοβουλία για την διενέργεια επιμορφωτικών σεμιναρίων σχετικά με το θέμα αυτό. Μέσα από αυτά τα σεμινάρια έγινε γνωστό το κενό ως προς τις δεξιότητες που διαθέτουν οι εκπαιδευτικοί και άρα πρέπει να δοθεί μεγαλύτερη σημασία στην επιπλέον επιμόρφωση του συνόλου των εκπαιδευτικών της χώρας για θέματα αποτελεσματικής διαχείρισης των προβλημάτων της συμπεριφοράς εντός της τάξης (classroom management).

Αξίζει να σημειωθεί πως μικρός αριθμός ΑΕΙ, στα οποία εκπαιδεύονται οι παιδαγωγοί προσχολικής εκπαίδευσης, οι δάσκαλοι και οι καθηγητές, μπορούν να προσφέρουν οργανωμένα μαθήματα που παρέχουν γνώσεις αλλά και δεξιότητες στους μελλοντικούς εκπαιδευτικούς αναφορικά με την αποτελεσματική διαχείριση των προβληματικών συμπεριφορών των μαθητών τους. Όλοι οι εκπαιδευτικοί πρέπει να είναι μπορούν να εντοπίσουν έγκαιρα τα προβλήματα, έχοντας συνεργασία με σχολικούς ψυχολόγους και να προχωρούν σε παραπομπή των παιδιών που αντιμετωπίζουν διαχρονικά προβλήματα στη συμπεριφορά, όπως διαταραχή διαγωγής ή εναντιωματική προκλητική διαταραχή.

Η αποτελεσματική διαχείριση των προβληματικών συμπεριφορών των παιδιών, πέρα από τη συστηματική και την εντατική κατάρτιση των εκπαιδευτικών, πρέπει να περιλαμβάνει και συστημικές αλλαγές εντός των σχολείων. Σε αυτά πρέπει να είναι ξεκάθαροι οι κανόνες αποδεκτής συμπεριφοράς αλλά και των συνεπειών για την αντιμετώπιση της προβληματικής συμπεριφοράς, που θα είναι βασισμένες στην ολοκληρωμένη φιλοσοφία τροποποίησης της συμπεριφοράς των παιδιών.

Για κάθε μία τάξη, όπου παρουσιάζονται υψηλά ποσοστά προβληματικών συμπεριφορών (όπως οι επιθετικές συμπεριφορές, η βία μεταξύ παιδιών), θα μπορούσε να γίνει μελέτη ως προς τις αλληλεπιδράσεις ανάμεσα στα παιδιά και τους εκπαιδευτικούς από την οποία μπορούν να προκύψουν εξηγήσει για τις προβληματικές αυτές συμπεριφορές. Απώτερος στόχος πρέπει να είναι η καταβολή συστηματικής προσπάθειας για την κατανόηση των γενεσιουργών αιτιών της προβληματικής συμπεριφοράς κάθε μαθητή που μπορεί να οδηγηθεί στην επιθετικότητα.

Οι εκπαιδευτικοί πρέπει να προσφέρουν δομημένο περιβάλλον εντός της τάξης, ξεκάθαρες απαιτήσεις αλλά και κανόνες συμπεριφοράς καθώς και με συνέπειες για το σύνολο των εμπλεκομένων. Η δομή αυτή είναι βοηθητική για το σύνολο των παιδιών. Πρέπει να τονιστεί ότι οι εκπαιδευτικοί αποτελούν το βασικό κλειδί μείωσης της επιθετικότητας εντός των σχολείων. Συνεπώς πρέπει να δοθεί έμφαση στο εκπαιδευτικό δυναμικό καθώς και στην υποστήριξη αυτών, ώστε να μπορέσουν να ανταποκριθούν με επιτυχία στο δύσκολο έργο τους.

5. Ομάδες Συμβουλευτικής και Μελέτης Παιδιών στα Σχολεία

Σε αυτό το μέρος της εργασίας θα γίνει αναφορά σε μια πρόταση που αναφέρεται στη σύσταση των ομάδων Συμβουλευτικής και Μελέτης των Παιδιών σε κάθε ένα σχολείο. Οι ομάδες αυτές είναι πιθανό να συσταθούν υπό την καθοδήγηση του σχολικού ψυχολόγου. Ακόμη μπορούν να λειτουργούν ως μια πλατφόρμα, στην οποία οι ειδικοί μεταξύ των οποίων οι ψυχολόγοι, οι ειδικοί παιδαγωγοί, οι δάσκαλοι, οι διευθυντές και πιθανά οι σχολικοί σύμβουλοι να έχουν τη δυνατότητα σύσκεψης σε τακτά χρονικά διαστήματα, ώστε να συζητούν αναφορικά με ζητήματα συμπεριφοράς καθώς και μάθησης των παιδιών. Στόχος των ομάδων αυτών, πρέπει να είναι η κατανόηση των συμπεριφορών των παιδιών και η έγκαιρη παρέμβαση έχοντας συγκεκριμένα πλάνα για τη δράση τους.

Όταν υπάρχει ανταλλαγή απόψεων ανάμεσα σε ποικιλία ειδικών, είναι εφικτή η καλύτερη κατανόηση των μαθητών καθώς και των συνθηκών μάθησης που περιβάλλουν αυτόν. Αυτές οι ομάδες είναι πιθανό να λειτουργούν με προληπτικό τρόπο για τις συμπεριφορές που δεν έχουν γίνει ακόμη προβληματικές, όμως μπορεί να γίνουν στο άμεσο ή έμμεσο μέλλον. Ακόμη, μπορούν να συμβάλλουν στον έγκαιρο εντοπισμό των παιδιών που πιθανά να χρήζουν υποστήριξης ή να βρίσκονται σε κατάσταση επικινδυνότητας (ar-risk). Για αυτά τα παιδιά μπορούν να ληφθούν συγκεκριμένες αποφάσεις αλλά και δράσεις προκειμένου να επιλυθούν υπαρκτά προβλήματα στο σχολικό πλαίσιο.

Η πρόταση, ήδη εφαρμόζεται σε σχολεία του εξωτερικού και βασίζεται σε υπαρκτές ανάγκες των εκπαιδευτικών και που έχουν εκφράσει επιθυμία για τέτοιου είδους υπηρεσίες συμβουλευτικής, οι οποίες θα στηρίξουν τόσο τους ίδιους όσο και τους μαθητές αυτών (Προσωπική επικοινωνία, Οκτώβριος 2007).

Οι ομάδες αυτές της συμβουλευτικής μπορούν να κάνουν χρήση της Αξιολόγησης, η οποία είναι βασισμένη στη Λειτουργική Ανάλυση της Συμπεριφοράς (ΑΛΑΣ). Στην αρχή της διαδικασίας βασισμένης στην ΑΛΑΣ, πραγματοποιείται συζήτηση αναφορικά με τις υποθέσεις εργασίας για τα αίτια παρουσίας του προβλήματος σε κάθε παιδί. Στη συνέχεια λαμβάνονται αποφάσεις για τις δράσεις επίλυσης του προβλήματος, ενώ στο τέλος πραγματοποιείται αξιολόγηση αποτελεσματικότητας της παρέμβασης.

6. Θετικό κλίμα στο σχολείο και πιο ανθρώπινη προσέγγιση των παιδιών

Η πρόταση αυτή αναφέρεται ως μια βασική τομή (paradigm shift) για τον τρόπο που σχετίζονται οι εκπαιδευτικοί με τους μαθητές αλλά και η διοίκηση τόσο με τους ίδιους τους μαθητές όσο και με τους εκπαιδευτικούς. Στόχος πρέπει να είναι η βελτίωση των ανθρωπίνων σχέσεων στο σχολείο και η αλλαγή του κλίματος σταδιακά, ώστε να γίνει θετικότερο και με την παρουσία θετικών συναισθημάτων στο σύνολο των εμπλεκομένων στη διαδικασία της εκπαίδευσης. Από έρευνες προκύπτει ότι το κλίμα του σχολείου (school climate) αποτελεί βασική μεταβλητή, στην οποία πρέπει να δοθεί ιδιαίτερη έμφαση, καθώς συμβάλλει στην κατανόηση των προβληματικών συμπεριφορών των μαθητών στα σχολεία.

Ορισμένες από τις μεταβλητές που συμβάλλουν στη βελτίωση του σχολικού κλίματος, σύμφωνα με τους Lehr και Christenson (2002), όπως αναφέρουν οι Haynes, Emmons & Ben-Avie (1997) είναι οι εξής:

  • Οι προσδοκίες για την παρουσία υψηλών επιδόσεων των μαθητών (achievement motivation)
  • Η συνεργατική ατμόσφαιρα κατά τη διαδικασία λήψης αποφάσεων
  • Η ισότητα και η δικαιοσύνη
  • Η τάξη και η πειθαρχία
  • Η γονεική εμπλοκή
  • Η παρουσία αγαστών σχέσεων μεταξύ του σχολείου και της κοινότητας
  • Η αφοσίωση των διδασκόντων στην εξέλιξη των μαθητών
  • Οι προσδοκίες των δασκάλων
  • Η ηγεσία
  • Το σχολικό κτίριο
  • Το μοίρασμα και η πρόσβαση στους διαθέσιμους πόρους
  • Η φροντίδα και η ευαισθησία
  • Οι διαπροσωπικές σχέσεις μεταξύ των μαθητών
  • Οι διαπροσωπικές σχέσεις ανάμεσα στους μαθητές και τους διδάσκοντες

Ο Carl Rogers (1969) αναφέρει με εύστοχο τρόπο ότι το σχολείο δεν μπορεί να μιλήσει στην ψυχή των μαθητών. Τα προγράμματα αυτού δεν μπορούν να ανταποκριθούν ούτε στα ενδιαφέροντα αλλά και ούτε στις ανάγκες τους με αποτέλεσμα μερικές φορές να νοιώθουν ανιαρά (σελ. 43).

Πρέπει τα σχολεία της χώρας μας να ακολουθήσουν τις σοφές οδηγίες του ψυχολόγου Carl Rogers και να δώσει περισσότερη έμφαση στις ανθρώπινες σχέσεις αλλά και στην ποιότητα παρεχόμενης εκπαίδευσης. Ο όρος ποιότητα στην εκπαίδευση αναφέρεται στην ποιότητα τόσο στη διδασκαλία όσο και στη βελτίωση του κλίματος εντός της σχολικής τάξης, έτσι ώστε οι μαθητές να μπορούν να συμμετέχουν αλλά και να μαθαίνουν.

7. Κουλτούρα συνεργασίας και επίλυσης προβλημάτων στο σχολικό πλαίσιο

Η πρόταση αυτή έχει άμεση σχέση με το ευρύτερο σχολικό κλίμα, που αναλύθηκε παραπάνω. Διακρίνεται η ανάγκη στα ελληνικά σχολεία να υπάρξουν εκπαιδευμένοι παιδαγωγοί και διευθυντές, κάθε πράξη και λόγος των οποίων συντελούν στο χτίσιμο μιας ευρύτερης σχολικής κουλτούρας. Αυτή θα ενθαρρύνει αλλά και θα επιβραβεύει τη συνεργασία προκειμένου να επιλυθούν προβλήματα μέσω συζήτησης και όχι με τη χρήση βίας. Η κουλτούρα αυτή διαδίδει το μήνυμα πως κάθε πράξη βίας αλλά και επιθετικότητας που χρησιμοποιείται προς επίλυση των διαφορών στο σχολείο δεν γίνεται αποδεκτή, συνεπώς είναι απορριπτέα. Συστηματικά αποθαρρύνονται οι μαθητές καθώς έχουν αρνητικές συνέπειες ως αποτέλεσμα της χρήσης βίας.

Μπορούν πιθανόν να δημιουργηθούν ορισμένες επιτροπές, οι οποίες θα στοχεύουν στην επίλυση των διαφορών και θα αποτελούν ευκαιρία για τις αντιμαχόμενες πλευρές να έρθουν σε συζήτηση με την βοήθεια του «διαιτητή». Αυτός θα συμβάλλει στον εντοπισμό των διαφορών τους και στην αναζήτηση κοινά αποδεκτών λύσεων, προκειμένου να επιλυθούν οι διαφορές με ειρηνικό και πολιτισμένο τρόπο (Τριλίβα & Chiementi, 1996).

Πρέπει όμως το διδακτικό προσωπικό να λάβει κατάλληλη εκπαίδευση και να προχωρήσει στην επένδυση μιας τέτοιας φιλοσοφίας, την οποία θα προσπαθεί να εφαρμόσει καθημερινά εντός της σχολικής τάξης αλλά και σε όλο το σχολείο.

Η κουλτούρα των σχολείων καθώς επίσης και το κλίμα που επικρατεί σε αυτά, απαιτούν ιδιαίτερο χρόνο για να επιτευχθούν οι αλλαγές. Όταν όμως αυτές επέρχονται προκαλούν άμεσες αλλαγές στη συμπεριφορά των μαθητών. Στα πλαίσια αυτής της πρότασης, πρέπει η διεύθυνση του σχολείου να σκεφτεί εκ νέου το ζήτημα των ποινών αλλά και των τιμωριών που μπορούν να επιβληθούν στους μαθητές και να καταβάλλει προσπάθεια εξεύρεσης τρόπων που θα οδηγούν στην αποφυγή χρήσης αυτών των ακραίων αρνητικών τιμωρητικών λύσεων, οι οποίες δεν κρίνονται αποτελεσματικές.

8. Ποιοτική Διδασκαλία

Ο όρος ποιότητα στην εκπαίδευση αναφέρεται στην ποιότητα της παρεχόμενης διδασκαλίας καθώς και στη παιδαγωγική προσέγγιση. Πρόκειται για μία πρόταση- λυδία λίθος, η οποία έχει τις βάσεις ενός σωστά συγκροτημένου εκπαιδευτικού συστήματος. Κεντρική της προτεραιότητα πρέπει να είναι η εντατική και η συστηματική επιμόρφωση τοσο των διευθυντών όσο και των εκπαιδευτικών, αναφορικά με ζητήματα εξελικτικής ψυχολογίας αλλά και των αποτελεσματικών ψυχοπαιδαγωγικών παρεμβάσεων για τα παιδιά της προσχολικής και της σχολικής ηλικίας.

Η εκπαίδευση αυτή θα τους παρέχει γνώσεις για τον χειρισμό των διαφορετικοτήτων που παρουσιάζουν οι μαθητές αλλά κατά την προσαρμογή του διδακτικού στυλ τους στις εκπαιδευτικές ανάγκες των αλλοδαπών μαθητών ή αυτών που παρουσιάζουν μαθησιακές δυσκολίες, προβλήματα συμπεριφοράς κ.α. Η ποιοτική αναβάθμιση του εκπαιδευτικού μπορεί να γίνει άμεσα και σημαίνει παράλληλα και ποιοτική αναβάθμιση του συνόλου της εκπαίδευσης. Η ποιοτική διδασκαλία αποτελεί τη βάση της αποτελεσματικής μάθησης, η οποία βοηθά στη πρόληψη των προβλημάτων συμπεριφοράς.

Στα πλαίσια αναβάθμισης της ποιότητας της εκπαίδευσης, πέρα από τη σημαντική διάσταση βελτίωσης της διδακτικής καθώς και της παιδαγωγικής ικανότητας των εκπαιδευτικών, πρέπει να γίνει ένταξη στα δημόσια σχολεία και των νηπιαγωγεία, ειδικών ψυχικής υγείας μεταξύ των οποίων είναι οι σχολικοί ψυχολόγοι, οι λογοπεδικοί, οι κοινωνικοί λειτουργοί και άλλοι ειδικοί σύμφωνα με τις εκπαιδευτικές ανάγκες των μαθητών. Οι παρεχόμενες υποστηρικτικές υπηρεσίες των ειδικών μπορούν να λειτουργήσουν θετικά, για την ελάφρυνση του άγχους και του κόπου των εκπαιδευτικών αλλά και να ενδυναμωθούν οι δεξιότητες τους, για την αποτελεσματική αντιμετώπιση των προβλημάτων συμπεριφοράς αλλά και μάθησης των μαθητών τους. Πρακτικά αυτό σημαίνει βελτίωση στην αποτελεσματικότητα των εκπαιδευτικών.

9. Αναστοχαζόμενοι Παιδαγωγοί

Οι εκπαιδευτικοί αλλά και οι υπόλοιποι επαγγελματίες που έχουν εμπλοκή με τα παιδιά πρέπει να βρίσκονται στη διαδικασία στοχασμού και αναστοχασμού των διδακτικών και παιδαγωγικών τους προσεγγίσεων, έτσι ώστε να καταφέρουν να βελτιωθούν οι ίδιοι και κατ’ επέκταση να αναβαθμιστεί ο τομέας της εκπαίδευσης. Πρέπει να έχουμε πάντα υπόψη ότι δεν υπάρχουν διαθέσιμες μαγικές λύσεις για την αντιμετώπιση των προβλημάτων συμπεριφοράς αλλά και επιθετικότητας των παιδιών. Αντίθετα, οι εκπαιδευτικοί μέσα από τη συστηματική εργασία με τον ίδιο τους τον εαυτό να καταφέρουν τη βελτίωση των δεξιοτήτων επικοινωνίας αλλά και αλληλεπίδρασης με τους μαθητές καθώς και τους συναδέλφους τους (Παρασκευά & Παπαγιάννη, 2008).

Είναι επιτακτική η ανάγκη να δώσουν έμφαση οι εκπαιδευτικοί στη δική τους συμπεριφορά καθώς πολλές φορές, οι άστοχοι παιδαγωγικοί χειρισμοί στους οποίους προβαίνουν, είναι η βάση για την ανάπτυξη και χειροτέρευση των διαφόρων προβλημάτων συμπεριφοράς, ήπιας μορφής. Είναι γεγονός ότι οι αυταρχικοί χειρισμοί ως προς τα θέματα συμπεριφοράς των παιδιών οδηγούν στη δημιουργία περισσοτέρων προβλημάτων από όσα επιδιώκουν να επιλύσουν (Bear, Cavalier & Manning, 2002). Τελικός στόχος όσων εμπλέκονται στην εκπαίδευση είναι να γίνουν αναστοχαζόμενοι εκπαιδευτικοί ή σύμφωνα με τον αγγλοσαξωνικό όρο «reflective practitioners».

10. Συνεργασία με την οικογένεια

Η συνεργασία με την οικογένεια του παιδιού, έχει απώτερο σκοπό την κατανόηση της συνολικής συμπεριφοράς αυτού. Θεωρείται απαραίτητη προϋπόθεση πριν αποφασιστούν οι δράσεις που θα λάβουν χώρα προκειμένου να επιλυθούν τα προβλήματα συμπεριφοράς, παραβατικότητας και επιθετικότητας (Christenson & Buerkle, 1999). Κατά τη Λειτουργική Ανάλυση της Συμπεριφοράς (Functional Behavioral Assessment), η οποία γίνεται στα πρώτα στάδια της κατανόησης της προβληματικής συμπεριφοράς κάθε μαθητή ξεχωριστά, ίσως να δημιουργηθούν νέες υποθέσεις εργασίας, οι οποίες άμεσα σχετίζονται με την οικογενειακή δυναμική και συμβάλλουν στην καλύτερη κατανόηση της συμπεριφοράς που είναι προβληματική.

Κρίνεται απαραίτητο να γίνει επιμόρφωση των γονέων, ώστε να είναι σε θέση να χειρίζονται με αποτελεσματικό τρόπο τις προκλητικές και τις προβληματικές συμπεριφορές που παρουσιάζουν τα παιδιά τους, καθώς επίσης και να διδαχθούν τους εναλλακτικούς τρόπους για τη θετική πειθαρχία προκειμένου να αποφευχθούν ακραίες τιμωρητικές λύσεις όπως για παράδειγμα χρήση σωματικής βίας. Αυτή είναι μια συνηθισμένη επιλογή των γονέων και σχετίζεται με την αυξημένη παρουσία επιθετικής συμπεριφοράς μετέπειτα στο σχολείο.

Αποκτήστε το βιβλίο Σχολικός εκφοβισμός, από το εξειδεικευμένο βιβλιοπωλείο της Πύλης μας.

Συγγραφή - Επιμέλεια Άρθρου

Ειρήνη Παπαγιάννη

eirini papagianniΠτυχιούχος Ψυχολογίας και Παιδαγωγός Προσχολικής Ηλικίας. Ειδικευμένη στη Συμβουλευτική, με Ειδικότητα στην Παιδοψυχολογία. Κάτοχος Μεταπτυχιακού Διπλώματος στις Κοινωνικές και Ανθρωπιστικές Επιστήμες με κατεύθυνση Θεωρίες Παιδαγωγικών και Εκπαίδευσης και Κάτοχος Μεταπτυχιακού τίτλου (Μaster) στην Εκπαιδευτική Ηγεσία και Πολιτική.