Στην σημερινή εποχή η Ψυχοθεραπεία δεν αποτελεί προνόμιο λίγων ανθρώπων. Ο σημαντικός αριθμός καταρτισμένων Ψυχοθεραπευτών σε συνδυασμό με τα αυξημένα προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι άνθρωποι καθημερινά και η πληθώρα ψυχοθεραπευτικών προσεγγίσεων που υπάρχουν για να βοηθήσουν τους συμβουλευόμενους έχει οδηγήσει μια σημαντική μερίδα ανθρώπων να οδηγούνται στην πολυθρόνα του Ψυχολόγου.

Δεν είναι υπερβολή να πούμε ότι πλέον η ψυχοθεραπεία έχει μπει στην ζωή των ανθρώπων όχι ως κάτι πρόσκαιρο και παροδικό αλλά ως μια υπηρεσία υγείας αναγκαία για την αντιμετώπιση των ψυχοσωματικών προβλημάτων που αντιμετωπίζουν, -άλλωστε ένας σωστός και ολοκληρωμένος θεραπευτικός κύκλος μεταξύ θεραπευτή και θεραπευόμενου δεν μπορεί να κρατήσει για μερικές εβδομάδες και ξαφνικά να σταματήσει-, τουναντίον μια θεραπευτική διαδικασία απαιτεί χρόνο, εκατέρωθεν προσωπική δέσμευση και εμβάθυνση στα ζητήματα που «φέρνει» ο θεραπευόμενος στην θεραπεία.

Η Ψυχοθεραπεία λοιπόν, αν και έγινε ευρέως γνωστή υπό την μορφή της Ψυχανάλυσης του Sigmund Freud, στις αρχές του 1900, είναι πλέον διατμημένη σε πολλές προσεγγίσεις στις οποίες, νέες ιδέες και νέα «εργαλεία» προστίθενται ανά τακτά χρονικά διαστήματα όταν αξιολογηθούν από τους αρμόδιους φορείς.

Το σημαντικότερο «όπλο» της ψυχοθεραπείας είναι ότι πλέον είναι επιστημονικά αποδεδειγμένο ότι έχει αποτελέσματα σε πραγματικές συνθήκες ανάγκης.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η αντιμετώπιση της κατάθλιψης όπου πολλές πλέον έρευνες έχουν καταδείξει ότι η ψυχοθεραπεία κυρίως μέσα από την Γνωστική Συμπεριφορική θεραπεία είναι ένας επαρκής τρόπος να αντιμετωπιστούν οι καταθλιπτικές σκέψεις και πράξεις (Feng et al.,2011). Επίσης τόσο στην διπολική διαταραχή (Scott et al.,2007) όσο και στην γενικευμένη αγχώδης διαταραχή (Hunot, Churchill, Texeira, and Silva de Lima 2010), υπάρχει πληθώρα ερευνών όπου επιβεβαιώνει το αυτονόητο -ότι η ψυχοθεραπεία δεν είναι ένας συμπληρωματικός τρόπος θεραπείας, αλλά ο κύριος!

Ποιοι είναι οι κύριοι λόγοι που ο κόσμος στρέφεται προς την ψυχοθεραπεία;

Ένας βασικός λόγος είναι, ότι πλέον έχει μειωθεί κατά πολύ ο στιγματισμός των ανθρώπων που πηγαίνουν σε ψυχολόγο. Παρόλο που ακόμη και σήμερα υπάρχουν «φωνές» που εναντιώνονται προς την ψυχολογική αρωγή, αυτές πλέον εκπροσωπούν μια ολοένα και μικρότερη μερίδα ανθρώπων, κυρίως εκείνων που έχουν ελάχιστες ή καθόλου πληροφορίες για την ψυχοθεραπεία.

Είναι πολύ σημαντικό που αρκετοί νέοι άνθρωποι επιλέγουν την επαγγελματική βοήθεια ψυχολόγου και όχι την ευκαιριακή βοήθεια κάποιου συγγενή ή φίλου σε θέματα βαρύνουσας σημασίας διότι πλέον ξέρουν ότι η υποστήριξη από έναν επαγγελματία ψυχικής υγείας απαρτίζεται από τρία κύρια χαρακτηριστικά: Την ενσυναίσθηση, την ακρόαση χωρίς επίκριση και την πραγματική βοήθεια στην επίλυση του προβλήματος και όχι στην παράκαμψη του.

Επίσης είναι πολύ ενθαρρυντικό το γεγονός ότι όλο και περισσότεροι άνθρωποι καταλαβαίνουν ότι η ψυχοθεραπεία είναι μια προσωπική επένδυση και όχι αναγκαίο κακό. Τα χρήματα που δίνει σε μια θεραπεία, ο θεραπευόμενος θεωρούνται μια προσωπική και οικονομική επένδυση και όχι σπατάλη χρημάτων. Η δημοφιλής εναλλακτική λύση του shopping therapy μπορεί να προφέρει μια πρόσκαιρη ικανοποίηση αλλά σίγουρα δεν θα βοηθήσει μακροπρόθεσμα και ολοκληρωτικά. Ως ψυχολόγος χαίρομαι που καθημερινά έρχονται νέοι σε ηλικία άνθρωποι που θέλουν να δώσουν οριστικές λύσεις σε προβλήματα μικρά ή μεγάλα που αντιμετωπίζουν με τον εαυτό τους ή με τους γύρω τους, παρά να σκορπούν τα  χρήματα τους, δείχνοντας έτσι ότι έχουν καταλάβει ότι η ψυχολογική υποστήριξη υπερισχύει έναντι της επιδερμικής βοήθειας από υλικά αγαθά.

Ψυχανάλυση και Γνωστική Συμπεριφορική Θεραπεία

Πολύ σημαντικό ρόλο στην αύξηση των ανθρώπων που θέλουν να λάβουν θεραπεία, αποτελούν και οι θεραπείες καθαυτές.

Εδώ και χρόνια οι θεραπείες έχουν εξελιχθεί και το μοτίβο της ψυχανάλυσης αποτελεί απλώς έναν πυρήνα της Ψυχοθεραπείας, και δεν αντιπροσωπεύει όλο το φάσμα της. Η ψυχανάλυση ακόμη και σήμερα αποτελεί μια θεραπεία άκρως θεραπευτική και αποτελεσματική αλλά απαιτεί δυο πράγματα που οι σημερινοί άνθρωποι δύσκολα διαθέτουν, χρόνο και χρήματα. Σε αυτό το «κενό» που αφήνει η ψυχανάλυση ήρθε να καλύψει εν πολλοίς η Γνωστική-Συμπεριφορική θεραπεία, η οποία είναι δομημένη, βραχεία και προσανατολισμένη στο παρόν ψυχοθεραπεία με σκοπό την επίλυση των τρεχόντων προβλημάτων και την τροποποίηση του δυσλειτουργικού τρόπου σκέψης και συμπεριφοράς (Beck,2011).

Ο συγκεκριμένος τρόπος θεραπείας στις περισσότερες περιπτώσεις δεν υπερβαίνει τους 6 μήνες συνεδριών και το κύριο πλεονέκτημα της είναι ότι όχι μόνο βοηθά τον θεραπευόμενο να ξεπεράσει τα προβλήματα του αλλά τον προετοιμάζει ώστε να είναι έτοιμος να αντιμετωπίσει πλέον μόνος του τα μελλοντικά προβλήματα που θα προκύψουν, χορηγώντας του τα κατάλληλα «εργαλεία».

Φυσικά, υπάρχουν ακόμη αρκετές προσεγγίσεις που είναι απολύτως ικανές να βοηθήσουν τους θεραπευόμενους όπως η Προσωποκεντρική προσέγγιση η οποία δίνει έμφαση στην ικανότητα του ατόμου να βελτιωθεί και να αναπτυχθεί αξιοποιώντας πλήρως της δυνατότητες και τις αρετές του αλλά και η Συστημική προσέγγιση η οποία δεν βλέπει το άτομο ως μονάδα αλλά ως κάποιον που αποτελεί μέρος διαφορετικών συστημάτων, όπως η κοινωνία και η οικογένεια. Το άτομο επηρεάζεται από αυτά τα συστήματα αλλά και παίζει ρόλο σε αυτά, οπότε η κατάστασή του εξαρτάται συχνά από το τί συμβαίνει γύρω του.

Συνεχίζοντας, πλέον με την ραγδαία ανάπτυξη του κλάδου της Ψυχολογίας παγκοσμίως, υπάρχουν αξιόλογα προγράμματα δημόσιων και ιδιωτικών πανεπιστημίων που προσφέρουν υψηλής εξειδίκευσης προγράμματα, που με την σειρά τους δίνουν τα εφόδια στους νέους θεραπευτές ώστε μέσα από την συνεχή εκπαίδευση να προσφέρουν τα μέγιστα στους θεραπευόμενους και κατ’ επέκταση στην κοινωνία.

Οι ψυχολόγοι στην Ελλάδα

Στην Ελλάδα παρόλο που οι Ψυχολόγοι έχουν δυναμική και αποτελεσματική παρουσία στον ιδιωτικό τομέα, στις δημόσιες υπηρεσίες και κυρίως στις σχολικές μονάδες, η παρουσία τους είναι δυστυχώς περιστασιακή και ανεπαρκής.

Σχεδόν σε όλες τις Ευρωπαϊκές χώρες ο σχολικός ψυχολόγος είναι απαραίτητος και έρχεται σε συνεργασία με τους γονείς και τους καθηγητές για το όφελος των μαθητών, αλλά ακόμα στην Ελλάδα η παρουσία των σχολικών ψυχολόγων είναι ευκαιριακή, όπως επίσης και στις νοσοκομειακές μονάδες θα πρέπει να υπάρχει ανακουφιστική και υποστηρικτή φροντίδα από Ψυχολόγους Υγείας, κάτι που στην χώρα μας θεωρείται πολυτέλεια.

Εν κατακλείδι, η επιστήμη της Ψυχολογίας έχει πλέον την αναγνώριση που της πρέπει από το κοινό, έχοντας βέβαια πολλά χρόνια ιστορίας και κλινικών μελετών που έχουν αποδείξει την αποτελεσματικότητα της.

Οποιοσδήποτε θέλει και νιώθει την ανάγκη να λάβει ψυχολογική υποστήριξή δεν έχει παρά να ζητήσει πληροφορίες για έναν πιστοποιημένο Ψυχοθεραπευτή, χωρίς να φοβάται πλέον «τι θα πει ο κόσμος», και χωρίς να πιστεύει ότι δίνει «πεταμένα λεφτά».

Είναι αναγκαίο για τον θεραπευόμενο να κατανοήσει ότι επενδύει στον εαυτό του και κάνοντας το πρώτο βήμα, να καθίσει για πρώτη φορά στην καρέκλα του Ψυχολόγου έχει κάνει το πρώτο βήμα για ένα μεγάλο ταξίδι αυτογνωσίας και θεραπείας.

Παραπομπές:

Beck, J., S. (2011). Cognitive behavior therapy: Basics and beyond (2nd edition). The Guilford Press.
Feng, C., Chu, H., Chen, C., Chang, Y., Chang, Y., Chen,T., . . . & Cou, K. (2011). The effect of cognitive behavioral group therapy for depression: A meta-analysis 2000-2010. World Views on Evidence-Based Nursing, First Quarter, 2-16
Hunot, V., Churchill, R., Teixera, V., & Silva de Lima,M. (2010). Psychological therapies for generalized anxiety disorder. Cochrane Database of Systematic Reviews, 4
Scott, J., Colom, F., & Vieta, E., (2007). A meta-analysis of relapse rates with adjunctive psychological therapies compared to usual psychiatric treatment for bipolar disorders. International Journal of Neuropsychopharmacology, 10, 123-129.

Συγγραφή - Επιμέλεια Άρθρου

Κωνσταντίνος Πεφάνης
Κλινικός Ψυχολόγος- Ψυχοθεραπευτής
BSc University of Teesside | MSc Clinical Psychology and Counselling, University of Derby.