Ακρόαση άρθρου......

google news icon Πρόσθεσε το Psychology.gr στις προτιμώμενες πηγές σου στη Google
Με αυτό τον τρόπο, θα βλέπεις περισσότερα νέα άρθρα ψυχολογίας και ψυχικής υγείας που δημοσιεύονται στο PSYCHOLOGY.GR

Οι περισσότεροι άνθρωποι έχουν ζήσει, κάποια στιγμή, αυτή την παράδοξη εμπειρία. Δεν χρειάζεται να έχει προηγηθεί ένας μεγάλος καβγάς. Μερικές φορές αρκεί μια φράση. Μια σιωπή. Ένα βλέμμα.

Και ξαφνικά, ο άνθρωπος που μέχρι πριν από λίγο ένιωθες πως σε αγαπούσε και σε καταλάβαινε μοιάζει σαν να μην σε κατάλαβε ποτέ πραγματικά.

Πώς μπορεί να συμβεί κάτι τέτοιο;
Για πολύ καιρό πίστευα ότι τέτοιες μεταβολές οφείλονταν απλώς στην ένταση ή στην απογοήτευση. Όσο όμως τις συναντούσα στο θεραπευτικό δωμάτιο, άρχισα να διακρίνω πίσω τους μια βαθύτερη ψυχική διεργασία.

Άλλοτε εμφανιζόταν πιο έντονα και άλλοτε πιο διακριτικά, όμως πάντοτε επέστρεφε το ίδιο ερώτημα: Τι είναι αυτό που αλλάζει τόσο απότομα μέσα μας;

Ίσως δεν αλλάζει απαραίτητα ο άνθρωπος που βρίσκεται απέναντί μας. Ίσως, όταν ενεργοποιείται ένας βαθύς φόβος, να αλλάζει προσωρινά ο τρόπος με τον οποίο ο νους μας οργανώνει την εμπειρία αυτού του ανθρώπου.

Η ιστορία που ακολουθεί είναι μια αφηγηματική σύνθεση. Δεν περιγράφει μια συγκεκριμένη θεραπευτική περίπτωση. Συνδυάζει και μετασχηματίζει εμπειρίες που συναντώνται συχνά στην ψυχοθεραπεία, με σκοπό να φωτίσει μια βαθύτερη ανθρώπινη διεργασία.

Μια στιγμή που άλλαξε το νόημα της σχέσης

Η συνεδρία είχε σχεδόν τελειώσει.

Καθώς σηκώθηκε να φύγει, γύρισε προς το μέρος μου και χαμογέλασε. «Κάθε φορά που φεύγω από εδώ, νιώθω λίγο πιο ανάλαφρη. Σαν κάποιος να προσπαθεί πραγματικά να με καταλάβει.»

THERAPY.PSYCHOLOGY - ΠΛΑΤΦΟΡΜΑ ONLINE ΨΥΧΟΘΕΡΑΠΕΙΑΣ
Μια ολοκληρωμένη εμπειρία σύνδεσης Ειδικών Ψυχικής Υγείας και Θεραπευόμενων
| Ξεκίνα εδώ το Θεραπευτικό ταξίδι σου με Δωρεάν 1η συνεδρία.

Δεν άκουσα τα λόγια της ως φιλοφρόνηση. Για μένα ήταν ένα διακριτικό σημάδι ότι άρχιζε, σιγά σιγά, να εμπιστεύεται μια σχέση την οποία μέχρι τότε δυσκολευόταν να βιώσει ως ασφαλή.

Μία εβδομάδα αργότερα κάθισε απέναντί μου διαφορετική. Ήταν ήρεμη, σχεδόν αποστασιοποιημένη.

Με κοίταξε και είπε: «Δεν νομίζω ότι θέλω να συνεχίσουμε.»
Η σκέψη της διακοπής δεν ήταν από μόνη της ασυνήθιστη. Στην πορεία μιας θεραπείας μπορεί να εμφανιστούν αμφιβολίες, απογοητεύσεις ή η επιθυμία να απομακρυνθεί κανείς. Εκείνο που μου έκανε εντύπωση ήταν η απότομη μεταβολή στον τρόπο με τον οποίο βίωνε τη σχέση μας.

Λίγες ημέρες νωρίτερα ένιωθε ότι είχε βρει έναν άνθρωπο που προσπαθούσε να την καταλάβει. Τώρα έμοιαζε βέβαιη πως είχε κάνει λάθος.

«Τι συνέβη;» τη ρώτησα.

PRO PSYCHOLOGY: Επαγγελματική Κοινότητα Ειδικών Ψυχικής Υγείας
Ένα Οικοσύστημα του PSYCHOLOGY.GR για Εποπτεία, Επαγγελματική Ανάπτυξη, Σύνδεση

Περίμενε λίγο πριν απαντήσει.
«Την προηγούμενη φορά... όταν μιλούσα... μείνατε για λίγο χωρίς να πείτε κάτι
Το θυμόμουν.
Για μένα ήταν μια σύντομη παύση. Προσπαθούσα να βρω λόγια που να χωρούν όσα μόλις είχε μοιραστεί.

Για εκείνη, όμως, εκείνα τα λίγα δευτερόλεπτα είχαν αποκτήσει ένα εντελώς διαφορετικό νόημα.
«Δεν ξέρω γιατί», συνέχισε, «αλλά ένιωσα ότι κάτι είχε αλλάξει.»

«Τι ήταν αυτό που σας έκανε να το νιώσετε έτσι;»
Με κοίταξε για λίγο.
«Ο τρόπος που με βλέπατε.»

«Και τι σήμαινε αυτό για εσάς;»
Πήρε μια βαθιά ανάσα.
«Ότι θα γινόταν κι εδώ αυτό που γίνεται πάντα.»

«Τι γίνεται συνήθως;»
Τα μάτια της βούρκωσαν.
«Στην αρχή οι άνθρωποι ενδιαφέρονται. Προσπαθούν να με καταλάβουν. Ύστερα κάτι αλλάζει. Και αρχίζω να αισθάνομαι ότι τους κουράζω.»

Άφησα για λίγο τα λόγια της να μείνουν ανάμεσά μας. Ένιωθα πως δεν μιλούσαμε πια μόνο για εκείνη τη μικρή παύση. Μιλούσαμε για μια γνώριμη προσδοκία: ότι όποιος την πλησίαζε, αργά ή γρήγορα, θα απομακρυνόταν.

Δεν προσπάθησα να της αποδείξω ότι έκανε λάθος ούτε να ακυρώσω την επιθυμία της να σταματήσει. Της πρότεινα μόνο να μη βιαστούμε να καταλήξουμε. Να συναντηθούμε ακόμη μία φορά και να προσπαθήσουμε να καταλάβουμε μαζί τι είχε συμβεί, τόσο στη σχέση μας όσο και μέσα της.

Συμφώνησε.

Τι αλλάζει πραγματικά εκείνη τη στιγμή;

Τις ημέρες που ακολούθησαν σκεφτόμουν συχνά εκείνη τη συνάντηση. Όχι μόνο τη δική της αντίδραση, αλλά και τον δικό μου τρόπο να βρίσκομαι μέσα σε όσα είχαν εκτυλιχθεί.

Αναρωτιόμουν πώς τα ίδια λίγα δευτερόλεπτα είχαν αποκτήσει τόσο διαφορετικό νόημα για την καθεμία μας.

Για μένα ήταν μια στιγμή εσωτερικής αναζήτησης.
Για εκείνη έμοιαζε να σηματοδοτεί την αρχή μιας γνώριμης κατάληξης.

Γινόταν σταδιακά πιο καθαρό ότι η παύση μου δεν μπορούσε, από μόνη της, να εξηγήσει την ένταση της αντίδρασής της.

Είχε συναντήσει κάτι που προϋπήρχε: τον φόβο ότι ο άλλος, μόλις τη γνωρίσει καλύτερα, θα κουραστεί και θα απομακρυνθεί.

Από τη στιγμή που ενεργοποιήθηκε αυτή η προσδοκία, άρχισε να αλλάζει το νόημα ολόκληρης της σχέσης μας.
Η στάση μου απέναντί της δεν είχε μεταβληθεί συνειδητά.
Εκείνο που είχε αλλάξει ήταν ο τρόπος με τον οποίο μπορούσε, εκείνη τη στιγμή, να με βιώσει.
Ο φόβος είχε αρχίσει να οργανώνει διαφορετικά την εμπειρία της σχέσης μας.

Ο άνθρωπος που λίγες ημέρες πριν ένιωθε πως την άκουγε και προσπαθούσε να τη συναντήσει είχε σχεδόν χαθεί από την εμπειρία της. Στη θέση του εμφανίστηκε κάποιος που, αργά ή γρήγορα, θα την απογοήτευε.

Μαζί με την εικόνα του άλλου μετακινήθηκε και η εικόνα που είχε για τον εαυτό της.

Αν εγώ κουραζόμουν μαζί της, ίσως να ήταν πράγματι ένας άνθρωπος από τον οποίο οι άλλοι κουράζονται.
Αν δεν μπορούσα να την καταλάβω, ίσως να υπήρχε μέσα της κάτι που δεν μπορούσε να καταλάβει κανείς.

Δεν δοκιμαζόταν, λοιπόν, μόνο η σχέση. Δοκιμαζόταν και η αίσθηση του ποια ήταν η ίδια μέσα σε αυτή. Αν κάποιος παρακολουθούσε τη σκηνή από έξω, ίσως να δυσκολευόταν να καταλάβει πώς μια τόσο σύντομη στιγμή απέκτησε μεγαλύτερη δύναμη από μήνες σταδιακής εμπιστοσύνης.
Η εύκολη απάντηση θα ήταν ότι παρερμήνευσε αυτό που συνέβη. Μια τέτοια εξήγηση, όμως, θα έμενε στην επιφάνεια.

Η εμπειρία της ήταν απολύτως αληθινή μέσα στην ψυχική της πραγματικότητα εκείνης της στιγμής, ακόμη κι αν δεν περιέγραφε με ακρίβεια την εξωτερική πραγματικότητα.

Οι προηγούμενες στιγμές εμπιστοσύνης δεν είχαν σβήσει.

Όταν όμως κυριάρχησε η αίσθηση της απειλής, έμοιαζαν ξαφνικά μακρινές και δύσκολα προσβάσιμες. Σαν ένας δυνατός προβολέας να φώτιζε μόνο την πλευρά που πονούσε, αφήνοντας στο σκοτάδι όλα όσα είχαν οικοδομηθεί ανάμεσά μας.

Κάπου εκεί άρχισα να αναρωτιέμαι μήπως αυτό που συνέβαινε δεν αφορούσε μόνο τη δική της ιστορία. Μήπως άγγιζε έναν βαθύτερο τρόπο με τον οποίο οργανώνεται η ανθρώπινη εμπειρία.

Για να πλησιάσουμε αυτή την απάντηση, χρειάζεται να επιστρέψουμε πολύ πίσω. Εκεί όπου αρχίζει να διαμορφώνεται η δυνατότητά μας να βλέπουμε το ίδιο πρόσωπο ως κάποιον που μπορεί να μας προσφέρει ασφάλεια και, ταυτόχρονα, να μας απογοητεύει. Πώς μαθαίνει η ψυχή να κρατά τον άλλον ολόκληρο;

Με τον όρο «ολόκληρος» δεν εννοούμε έναν τέλειο άνθρωπο. Εννοούμε την ικανότητα να βλέπουμε το ίδιο πρόσωπο ως κάποιον που μπορεί άλλοτε να μας φροντίζει και άλλοτε να μας απογοητεύει, χωρίς να χρειάζεται να γίνεται μέσα μας αποκλειστικά «καλός» ή αποκλειστικά «κακός».

Η δυνατότητα αυτή δεν υπάρχει από την πρώτη στιγμή της ζωής μας. Χτίζεται σταδιακά μέσα από τις πρώτες σχέσεις.

Στην αρχή, το βρέφος δεν μπορεί ακόμη να αντιληφθεί ότι ο ίδιος άνθρωπος που το ανακουφίζει είναι και εκείνος που κάποιες φορές αργεί να ανταποκριθεί στις ανάγκες του. Για να προστατευτεί από αυτή την αντίφαση, ο ψυχισμός οργανώνει αρχικά τις εμπειρίες με έναν πιο απλό τρόπο.

Η Melanie Klein περιέγραψε αυτή την πρώιμη λειτουργία με τον όρο σχάση, θεωρώντας τη φυσιολογικό τρόπο προστασίας του ανώριμου ψυχισμού και όχι ένδειξη παθολογίας.

Με τον χρόνο, όμως, το παιδί αρχίζει να ανακαλύπτει ότι οι τόσο διαφορετικές εμπειρίες ανήκουν στο ίδιο πρόσωπο. Η μετάβαση αυτή, που η Klein ονόμασε καταθλιπτική θέση, δεν αναφέρεται στην κατάθλιψη, αλλά στην ικανότητα να αντέχουμε ότι ο άλλος μπορεί ταυτόχρονα να μας ευχαριστεί και να μας απογοητεύει.

Μαζί με αυτή την εξέλιξη γεννιέται και η αμφιθυμία, αλλά και η δυνατότητα της επανόρθωσης: η επιθυμία να αποκαταστήσουμε μια σχέση που έχει πληγωθεί, επειδή ο άλλος εξακολουθεί να έχει αξία για εμάς.

Η εξέλιξη αυτή δεν απαιτεί έναν τέλειο γονέα. Όπως περιέγραψε ο Donald Winnicott, αρκεί ένας «αρκετά καλός» φροντιστής: ένας άνθρωπος που ανταποκρίνεται με επάρκεια στις ανάγκες του παιδιού, χωρίς να το προστατεύει από κάθε αναπόφευκτη και ανεκτή ματαίωση. Μέσα σε μια σχέση που παραμένει διαθέσιμη, το παιδί μπορεί σταδιακά να μάθει ότι μια απογοήτευση δεν σημαίνει απαραίτητα το τέλος του δεσμού.

Παράλληλα, ο Wilfred Bion ανέδειξε μια ακόμη σημαντική λειτουργία του ενήλικα: να βοηθά το παιδί να αντέξει συναισθήματα που μόνο του δεν μπορεί ακόμη να επεξεργαστεί, δίνοντάς τους σταδιακά νόημα. Με τον χρόνο, αυτή η λειτουργία γίνεται εσωτερική και μας επιτρέπει να θυμώνουμε ή να απογοητευόμαστε χωρίς να διαγράφουμε τη σχέση ή την αξία του άλλου.

Βέβαια, η ικανότητα αυτή δεν εγκαθίσταται μία για πάντα.

Όταν μια σημαντική σχέση μοιάζει να απειλείται ή όταν ο ψυχικός πόνος γίνεται πολύ έντονος, μπορεί προσωρινά να δυσκολευτούμε να έχουμε πρόσβαση σε αυτήν. Δεν επιστρέφουμε κυριολεκτικά στη βρεφική ηλικία· ενεργοποιούνται, όμως, για λίγο, πιο πρώιμοι τρόποι προστασίας του ψυχισμού.

Γιατί δυσκολευόμαστε να κρατήσουμε τον άλλον ολόκληρο όταν πονάμε;

Οι περισσότεροι άνθρωποι δεν χάνουμε αυτή την ικανότητα.

Γίνεται όμως δυσκολότερο να έχουμε πρόσβαση σε αυτή όταν το συναίσθημα είναι πολύ έντονο.

Όταν νιώθουμε σχετικά ασφαλείς, μπορούμε να θυμόμαστε ότι ο ίδιος άνθρωπος μπορεί να μας αγαπά, ακόμη κι αν κάποια στιγμή μας απογοητεύσει.
Όταν όμως κυριαρχήσουν ο φόβος, η ντροπή ή η αίσθηση της εγκατάλειψης, ο ψυχισμός αναζητά έναν πιο άμεσο τρόπο προστασίας.

Ο Otto Kernberg περιέγραψε ότι τότε μπορεί να ενεργοποιηθεί ξανά η σχάση, όχι ως συνειδητή επιλογή, αλλά ως μια προσωρινή δυσκολία να κρατήσουμε μαζί δύο αλήθειες: ότι ο ίδιος άνθρωπος μπορεί να μας αγαπά και, ταυτόχρονα, να μας πληγώνει.

Έτσι, εκείνη τη στιγμή βλέπουμε κυρίως την πλευρά που πονά.

Αυτό εξηγεί γιατί, όταν ένας σημαντικός δεσμός μοιάζει να κινδυνεύει, δεν αντιδρούμε μόνο σε αυτό που συμβαίνει στο παρόν. Όπως περιέγραψε ο John Bowlby, ενεργοποιούνται ταυτόχρονα και παλαιότερες προσδοκίες, φόβοι και τρόποι με τους οποίους έχουμε μάθει να σχετιζόμαστε.

Αυτό δεν σημαίνει ότι υπάρχει κάποια σοβαρή ψυχική δυσκολία.

Είναι μια ανθρώπινη δυνατότητα που μπορεί να εμφανιστεί σε όλους μας όταν ο ψυχικός πόνος γίνει αρκετά μεγάλος.

Ο χώρος ανάμεσα στο συναίσθημα και στη βεβαιότητα

Αν η ψυχική ανάπτυξη μας βοηθά να κρατάμε τον άλλον ως έναν ολόκληρο άνθρωπο, το ερώτημα είναι πώς μπορούμε να ξαναβρούμε αυτή την ικανότητα όταν ο φόβος την κάνει προσωρινά να χάνεται. Σε αυτό το σημείο γίνεται ιδιαίτερα χρήσιμη η έννοια της νοητικοποίησης, όπως αναπτύχθηκε από τον Peter Fonagy και τους συνεργάτες του. Με απλά λόγια, είναι η ικανότητα να θυμόμαστε ότι πίσω από κάθε συμπεριφορά —τη δική μας και των άλλων— υπάρχουν σκέψεις, συναισθήματα, φόβοι και προθέσεις που δεν είναι πάντοτε ορατά.

Η νοητικοποίηση δεν σημαίνει ότι αμφισβητούμε συνεχώς τον εαυτό μας.
Ούτε ότι δικαιολογούμε κάθε συμπεριφορά του άλλου.
Σημαίνει ότι μπορούμε να αντέξουμε, έστω και για λίγο, την αβεβαιότητα, χωρίς να βιαζόμαστε να καταλήξουμε σε μια απόλυτη βεβαιότητα.

Αυτός ο μικρός εσωτερικός χώρος είναι πολλές φορές αρκετός, ώστε ο άλλος να μη χρειάζεται να γίνει ούτε άγγελος ούτε εχθρός.

Και τότε κάτι άρχισε να αλλάζει.

Την επόμενη εβδομάδα μπήκε ξανά στο γραφείο. Κάθισε στην ίδια καρέκλα.
Για λίγα λεπτά δεν μίλησε.
Ύστερα με κοίταξε.
«Όλη την εβδομάδα ήμουν θυμωμένη μαζί σας. Ήμουν σίγουρη ότι δεν με καταλάβατε.

Μετά, όμως, άρχισα να σκέφτομαι μήπως δεν ήταν μόνο αυτό.
Μήπως φοβήθηκα ότι θα αρχίζατε να με βλέπετε όπως βλέπω κι εγώ τον εαυτό μου όταν νιώθω ότι απογοητεύω τους άλλους.»

Έμεινα ξανά σιωπηλή. Aυτή τη φορά, όμως, η σιωπή δεν μας απομάκρυνε. Δημιουργούσε χώρο. Ο θυμός της δεν είχε εξαφανιστεί.

Ούτε ο πόνος της.

Είχε αλλάξει, όμως, κάτι ουσιαστικό. Δεν προσπαθούσε πια μόνο να καταλάβει τι είχε συμβεί ανάμεσά μας. Άρχιζε να αναρωτιέται τι είχε ενεργοποιηθεί μέσα της.
Μέχρι εκείνη τη στιγμή έμοιαζε σαν να υπήρχε μόνο μία αλήθεια: ότι είχα πάψει να την καταλαβαίνω.

Τώρα μπορούσε να κρατήσει ταυτόχρονα δύο εμπειρίες μέσα της και να τις σκεφτεί. Η δική μου σιωπή παρέμενε επώδυνη για εκείνη, αλλά δεν χρειαζόταν πλέον να σημαίνει ότι ολόκληρη η σχέση είχε χαθεί. Δεν με έβλεπε πια ούτε ως τη θεραπεύτρια που την καταλάβαινε πάντα ούτε ως εκείνη που την είχε απορρίψει.

Άρχιζε να μπορεί να με δει ξανά ως τον ίδιο άνθρωπο, που μπορούσε να αστοχήσει σε μια στιγμή χωρίς να έχει πάψει να ενδιαφέρεται για εκείνη.

Ίσως αυτή να ήταν η πιο ουσιαστική αλλαγή.

Όχι ότι έπαψε να πονά, αλλά ότι εκεί όπου πριν υπήρχε μόνο βεβαιότητα, άρχισε να δημιουργείται χώρος για σκέψη.

Η σχέση είχε αντέξει. Κι εκείνη μπορούσε να επιστρέψει. Όχι επειδή έπαψε να πονά. Αλλά επειδή δεν χρειαζόταν πια να διαγράψει ολόκληρη τη σχέση για να προστατευτεί από τον πόνο της.

Όταν ο πόνος αποκτά νόημα

Ίσως αυτή να είναι μία από τις σημαντικότερες δυνατότητες της ψυχοθεραπείας. Όχι να μας προστατεύει από κάθε απογοήτευση. Ούτε να κάνει τις σχέσεις να μη μας πληγώνουν ποτέ. Αλλά να μας βοηθά να παραμένουμε σε επαφή με όσα αισθανόμαστε, χωρίς να χάνουμε την ικανότητα να σκεφτόμαστε.

Σε μια ψυχοδυναμική αντίληψη της θεραπευτικής αλλαγής, το ζητούμενο δεν είναι μόνο η μείωση του ψυχικού πόνου.

Είναι, κυρίως, η σταδιακή αλλαγή στον τρόπο με τον οποίο βιώνουμε τον εαυτό μας, τους άλλους και τις σχέσεις μας.
Ίσως, τελικά, ο ίδιος άνθρωπος να μη γίνεται ποτέ πραγματικά άλλοτε άγγελος και άλλοτε εχθρός. Είναι ο πόνος που, κάποιες στιγμές, περιορίζει την ικανότητά μας να κρατήσουμε μέσα μας μια ολόκληρη εικόνα του άλλου.

Και ίσως εκεί να βρίσκεται η ουσία της ψυχικής ωρίμανσης: όχι στο να πάψουμε να πληγωνόμαστε, αλλά στο να μπορούμε, όταν η ένταση υποχωρεί, να επιστρέφουμε ξανά σε αυτή την πιο ολόκληρη εικόνα.

Να θυμόμαστε ότι ο άνθρωπος απέναντί μας, όπως κι εμείς, μπορεί να αγαπά, να αστοχεί, να πληγώνει και να επανορθώνει.

Βιβλιογραφία

Bion, W. R. (1962). Learning from Experience. London: Heinemann.

Bowlby, J. (1988). A Secure Base: Parent–Child Attachment and Healthy Human Development. New York: Basic Books.

Fonagy, P., Gergely, G., Jurist, E. L., & Target, M. (2002). Affect Regulation, Mentalization, and the Development of the Self. New York: Other Press.

Kernberg, O. F. (1975). Borderline Conditions and Pathological Narcissism. New York: Jason Aronson.

Klein, M. (1946). Notes on Some Schizoid Mechanisms. International Journal of Psychoanalysis, 27, 99–110.

McWilliams, N. (2011). Psychoanalytic Diagnosis: Understanding Personality Structure in the Clinical Process (2nd ed.). New York: Guilford Press.

Winnicott, D. W. (1965). The Maturational Processes and the Facilitating Environment. London: Hogarth Press.

Συγγραφή - Επιμέλεια Άρθρου

Όλγα Μάντζιου - Σύμβουλος Ψυχικής Υγείας

Όλγα Μάντζιου: έχει επιβεβαιωθεί από το Therapy

Το προφίλ έχει επαληθευτεί μέσω της πλατφόρμας Therapy Psychology. Τα στοιχεία που εμφανίζονται έχουν επιβεβαιωθεί από το σύστημα.

  • Επιβεβαιωμένο επαγγελματικό προφίλ
  • Ελεγμένα στοιχεία ταυτότητας
  • Επικυρωμένη ειδίκευση
Όλγα Μάντζιου
Μέσα από μια ανθρώπινη και ενσυναισθητική παρουσία, δημιουργώ έναν χώρο όπου το άτομο μπορεί να νιώσει ασφάλεια, να εκφραστεί και να κατανοήσει βαθύτερα αυτό που βιώνει, ερχόμενο σταδιακά σε πιο ουσιαστική επαφή με τον εαυτό του και τις σχέσεις του.
Πιστε
Εξειδικεύσεις:
Διαζύγιο Διαταραχές Ύπνου Διαχείριση Θυμού

THERAPY.PSYCHOLOGY - ΠΛΑΤΦΟΡΜΑ ONLINE ΨΥΧΟΘΕΡΑΠΕΙΑΣ
Μια ολοκληρωμένη εμπειρία σύνδεσης Ειδικών Ψυχικής Υγείας και Θεραπευόμενων | Ξεκίνα εδώ το Θεραπευτικό ταξίδι σου με Δωρεάν 1η συνεδρία.