Εάν αναλογιστούμε πόσα χρόνια ζωής είμαστε ενήλικοι και τα συγκρίνουμε με την κατά πολύ μικρότερη περίοδο που είμαστε παιδιά, θα νιώσουμε έκπληξη διαπιστώνοντας πόσες λίγες έρευνες υπάρχουν για αυτή την περίοδο της ώριμης ηλικίας.

Ως ένα βαθμό, η αιτία γι' αυτό μπορεί να εντοπιστεί στην επικράτηση δύο κυρίαρχων σχολών σκέψης στα πρώτα χρόνια ανάπτυξης της επιστήμης της ψυχολογίας.

Η θέση του Arnold Gesell για την ώριμη ηλικία

Η άποψη της φυσιοκρατικής σχολής, όπως την εξέφρασε ένας από τους πρώτους εξελικτικούς ψυχολόγους, ο Arnold Gesell, ήταν ότι η ανάπτυξη είναι αυτογενής και γενετικά προκαθορισμένη: πρόκειται απλώς για μια «εκδίπλωση» των βιολογικών χαρακτηριστικών και ικανοτήτων του ατόμου η οποία είναι συνάρτηση της ωρίμανσής του.

Οι υποστηρικτές αυτής της σχολής θεωρούσαν την ενήλικη ζωή ασήμαντη και άνευ ενδιαφέροντος, επειδή πίστευαν ότι η γενετικά προκαθορισμένη ανάπτυξη έχει ήδη ολοκληρωθεί αυτή τη χρονική περίοδο και, κατά συνέπεια, το άτομο παραμένει, από αναπτυξιακή άποψη, το ίδιο καθ' όλη τη διάρκεια της ενήλικης ζωής του.

Ψυχαναλυτική σχολή και ώριμη ηλικία

Επίσης, σύμφωνα με τη δεύτερη -την ψυχαναλυτική - σχολή, η προσωπικότητα παραμένει ουσιαστικά σταθερή κατά την ενήλικη ζωή, εφόσον καθορίζεται από τις πρώιμες εμπειρίες της ζωής του ατόμου. Κατά συνέπεια, η προσωπικότητα δεν είναι δυνατόν να υποστεί σημαντικές αλλαγές. Αν και πολλοί ψυχαναλυτές ασκούσαν κλινικό έργο, και άρα ασχολούνταν ενεργά με το φαινόμενο της αλλαγής του ενήλικου ατόμου, λίγοι θεώρησαν αναγκαία τη διεξαγωγή ερευνών σε αυτό τον τομέα.

Τα τελευταία χρόνια, ωστόσο, έχει αυξηθεί το ενδιαφέρον των ειδικών για την ώριμη ηλικία και τις αλλαγές που συντελούνται κατά τη διάρκειά της. Αυτό οφείλεται στην αναγνώριση ότι οι άνθρωποι πράγματι αλλάζουν κατά τη διάρκεια της ενήλικης ζωής. Από την άλλη πλευρά, οι αυξανόμενες απαιτήσεις και η πολυπλοκότητα της σύγχρονης ζωής, καθώς και φαινόμενα όπως, για παράδειγμα, ο δεύτερος γάμος, οι μικτές οικογένειες και οι σοβαρές αλλαγές στον επαγγελματικό τομέα υπαγορεύουν την ανάγκη για επανεξέταση των υπαρχουσών απόψεων.

Τα παραπάνω οδήγησαν τους ειδικούς να μελετήσουν τη ζωή των ενηλίκων και τις αλλαγές που παρατηρούνται με το πέρασμα του χρόνου. Όλες αυτές οι επιδράσεις συντέλεσαν στην ανάπτυξη της ψυχολογίας της ώριμης ηλικίας.

Η ψυχοκοινωνική θεωρία του Erik Erikson

Χρονολογικά, η ώριμη ηλικία συμπίπτει με την έναρξη του 18ου έτυς της ζωής, πότε θεωρείται ότι επέρχεται η ενηλικίωση. Στην πραγματικότητα όμως, αυτά τα χρονικά όρια δεν σημαίνουν και πολλά, γιατί κάθε άτομο προχωρά στην ώριμη ηλικία με το δικό του τρόπο.

Ο εκφραστής της βιοικοινωνικής θεωρίας Erik Erikson υποστήριζε ότι η προσωπικότητα του ατόμου δεν διαμορφώνεται τελεσίδικα κατά την παιδική ηλικία, αλλά διαφοροποιείται και εξελίσσεται και μετά το τέλος της εφηβείας, κατά τη διάρκεια της ώριμης ηλικίας. Καθόρισε μάλιστα, για όλη την πορεία της ζωής, οκτώ αναπτυξιακά στάδια, το καθένα από τα οποία αντιστοιχεί και σε μια αναπτυξιακή κρίση που το άτομο πρέπει να επιλύσει σε μια συγκεκριμένη χρονική περίοδο.

Σύμφωνα με αυτόν, από τις οκτώ αναπτυξιακές κρίσεις, το άτομο καλείται να αντιμετωπίσει δύο κατά τη διάρκεια της ώριμης ηλικίας. Η πρώτη από αυτές εμφανίζεται στη νεανική ηλικία και αφορά τη σύγκρουση ανάμεσα στην οικειότητα και την απομόνωση. Κατά τον Erikson, ο νεαρός ενήλικος αναπτύσσει στενές σχέσεις με τους άλλους ανθρώπους που μπορεί να οδηγήσουν σε αποτυχίες και απογοητεύσεις.

Η αναπτυξιακή πρόκληση είναι να μπορέσει να τις ξεπεράσει και να παραμείνει ικανός να αναπτύσσει θετικές και ανοικτές σχέσεις. Αν το κατορθώσει, θα αναπτύξει το συναίσθημα της οικειότητας.

Διαφορετικά θα αντιδράσει με απογοήτευση και θα καταφύγει στην απομόνωση.

Αναπτυξιακές κρίσεις

Σύμφωνα με τον Erikson, η κρίση «οικειότητα-απομόνωση» είναι σημαντικότερη για το άτομο στην ηλικία των είκοσι ετών και επιλύεται προς το τέλος της μέσης ηλικίας. Τότε εμφανίζεται μια νέα κρίση ανάμεσα στο πανανθρώπινο ενδιαφέρον και την αυτοαπορρόφηση. Το άτομο στο στάδιο αυτό αντιμετωπίζει μια κατάσταση ρουτίνας, αφού έχει προσαρμοστεί επαγγελματικά και κοινωνικά, και δεν βρίσκει πλέον κάτι καινούριο και καμία συγκίνηση στην προσωπική του ζωή.

Μπορεί έτσι να εμπλακεί σε μια κατάσταση αυτοαπορρόφησης και να πιστέψει ότι το πιο σημαντικό μέρος της ζωής του τελείωσε.

Από το άλλο μέρος, το άτομο είναι δυνατόν να υιοθετήσει μια θετικότερη στάση και να συνεχίσει να καλλιεργεί τα ενδιαφέροντα και τις δεξιότητές του, ή να αναζητήσει νέους τρόπους για την οικοδόμηση ενός καλύτερου και κοινωνικού περιβάλλοντός του.

Για τον Erikson, αυτή είναι μια περισσότερο υγιής επίλυση της σύγκρουσης και μια θετική βάση για την επιτυχή επίλυση της επόμενης κρίσης, ανάμεσα στην καταξίωση και την απόγνωση, η οποία κάνει την εμφάνισή της με την είσοδο του ατόμου στη γεροντική ηλικία.

Οι οκτώ περίοδοι της ώριμης ηλικίας κατά τον Levinson

Σύμφωνα με τον Levinson (1978), η ώριμη ηλικία μπορεί να χωριστεί σε οκτώ «περιόδους». 

1. Πρώτη μετάβαση στην ώριμη ηλικία (17ο-22ο έτος)

Το άτομο αφήνει πίσω του την εφηβεία και κάνει τις πρώτες επιλογές της ώριμης ηλικίας.

2. Είσοδος στον κόσμο των ενηλίκων (22ο-28ο έτος)

Ο νεαρός ενήλικος κάνει μερικές αρχικές επιλογές σχετικές με την επαγγελματική του απασχόληση, τις φιλίες του, τις ατομικές του αξίες και τον τρόπο της ζωής του, καθώς και τις διαπροσωπικές του σχέσεις.

3. Ύστερη μετάβαση στην ώριμη ηλικία (28ο - 33ο έτος) 

Ο ενήλικος αυτή την περίοδο εδραιώνει τον τρόπο της ζωής του βασισμένος σε μια περισσότερο ολοκληρωμένη γνώση του εαυτού του και των σχέσεών του με τους συνανθρώπους του και την κοινωνία. Ενδέχεται επίσης να αναθεωρήσει και να αλλάξει μερικές από τις προηγούμενες επιλογές του.

4. Τακτοποίηση (33ο - 40ό έτος)

Η ζωή αποκτά μια σταθερή δομή και το άτομο εδραιώνει τη θέση του στην κοινωνία και αποκτά σταθερές οικογενειακές σχέσεις.

5. Μετάβαση στη μέση ηλικία (40ό - 45ο έτος)

Το άτομο ενδέχεται να αντιμετωπίσει την «κρίση της μέσης ηλικίας», όπου θα επανεξετάσει τους γενικούς στόχους και τις αξίες του. Αναθεωρεί τη ζωή του και τους συμβιβασμούς που έκανε σε σχέση με τις ιδιαίτερες κλίσεις του και τις προσδοκίες του. Για τους περισσότερους ανθρώπους αυτή είναι μια περίοδος σταθεροποίησης.

6. Είσοδος στη μέση ώριμη ηλικία (45ο - 50ό έτος)

Το άτομο χρειάζεται να δεσμευθεί και να αφοσιωθεί σε νέους στόχους, να δώσει στη ζωή του μια νέα δομή, αφού είναι πιθανό τα παδιιά του να έχουν μεγαλώσει και να έχουν εγκαταλείψει το σπίτι, ή επειδή φαίνεται πλέον απίθανη μια περαιτέρω επαγγελματική εξέλιξη.

7. Μετάπτωση (50ό - 55ο έτος)

Το άτομο μπορεί να ασχοληθεί περισσότερο με το ερώτημα του πώς είναι οργανωμένη η ζωή του. Μερικά άτομα, που δεν αντιμετώπισαν ως τότε μια περίοδο κρίσης, μπορεί να την περάσουν τώρα.

8. Τέλος της μέσης ώριμης ηλικίας (55ο - 60ό έτος)

Σε αυτή την ηλικία, οι άνθρωποι αρχίζουν να δίνουν στη ζωή τους μια νέα δομή. Συχνά, αυτή είναι μια περίοδος μεγάλης πληρότητας και ικανοποίησης, μονολότι μερικοί άνθρποι μπορεί να δουν τα πράγματα περισσότερο αρνητικά.

Ο Levinson προτίμησε τον όρο «περίοδοι» αντί του όρου «στάδια», επειδή ο δεύτερος έχει και ποιοτική σημασία, εξυπονοεί δηλαδή τη διαρκή βελτίωση των πραγμάτων.

Μια εξελικτική θεωρία που αποδέχεται την ύπαρξη αναπτυξιακών σταδίων υπαινίσσεται κατά κάποιον τρόπο ότι τα αρχικά στάδια είναι κατά τι κατώτερα από τα επόμενα.

Για τον Levinson, όμως, το θέμα δεν έχει να κάνει με τις έννοιες του «χειρότερου» ή του «καλύτερου». Σχετίζεται απλώς με το πόσο διαφορετικό είναι ένα άτομο σε διαφορετικές ηλικίες.

Κριτική στο μοντέλο του Levinson

Το θεωρητικό μοντέλο του Levinson δέχθηκε αρκετές επικρίσεις. Μία από αυτές τονίζει ότι το μοντέλο μεροληπτεί υπέρ της μεσαίας τάξης, αφού υποθέτει ότι ο γάμος ενός ατόμου πραγματοποιείται σε κάποια χρονική στιγμή κατά τη διάρκεια της ώριμης ηλικία -και όχι κατά το τέλος της εφηβείας ή στην αρχή της νεότητας.

Παρότι αυτό μπορεί να ισχύει για τους περισσότερους, δεν περνούν όλοι την ηλικία των είκοσι ετών εξερευνώντας διάφορους εναλλακτικούς τρόπους ζωής, μια και πολλοί άνθρωποι επιλέγουν το επάγγελμά τους και δημιουργούν οικογένεια πολύ νωρίτερα από ό,τι ισχυρίζεται το μοντέλο του Levinson.

Ένα άλλο σημαντικό μειονέκτημα της θεωρίας του Levinson είναι ότι εστιάζεται αποκλειστικά στον ανδρικό πληθυσμό και δεν ασχολείται με τις εμπειρίες του άλλου μισού πληθυσμού. Και όμως, υπάρχουν διαφορετικά θέματα που απασχολούν τις γυναίκες στις διάφορες ηλικίες.

Δυστυχώς, μέχρι σήμερα πολύ λίγα δεδομένα υπάρχουν σχετικά με τις αλλαγές στη ζωή των γυναικών που κάνουν τέτοιου είδους επιλογές, αν και είναι πιθανό ότι η αυξανόμενη επίδραση της φεμινιστικής ψυχολογίας (ή ψυχολογίας της γυναίκας) θα υπαγορεύσει την ανάγκη διεξαγωγής περισσοτέρων τέτοιων ερευνών στο άμεσο μέλλον.

Το μοντέλο της μεταβαλλόμενης συνείδησης του Gould

O Gould πρότεινε ένα διαφορετικό θεωρητικό μοντέλο για όσα συμβαίνουν στη διάρκεια της ώριμης ηλικίας. Σύμφωνα με αυτό, μεταξύ των 16 και 45 ετών οι άνθρωποι υφίστανται μια σειρά μεταβολών που αφορούν τον τρόπο με τον οποίο βλέπουν τον εαυτό τους, και οι οποίες μεταβολές είναι στενά συνδεδεμένες με τον τρόπο που οι άνθρωποι βιώνουν τη ζωή τους ως ενήλικοι.

Μεταβολές κατά τη διάρκεια της ώριμης ηλικίας κατά τον Gould

16ο - 22ο έτος

Ο πρωταρχικός στόχος του ατόμου είναι να αφήσει τη γονεϊκή οικογένεια και να προσαρμοστεί στις ευθύνες που αυτή η αλλαγή συνεπάγεται. Το κεντρικό στοιχείο σε αυτή την περίπτωση είναι η μετάβαση από την εξάρτηση -και τη συνακόλουθη αντίληψη ότι υπάρχει πάντα κάποιος πίσω και μας προστατεύει από τις συνέπειες των επιλογών μας - στην αναγνώριση ότι η ανεξαρτησία συνεπάγεται ότι εμείς οι ίδιοι αναλαμβάνουμε τις ευθύνες μας.

22ο - 28ο έτος

Το άτομο αναπτύσσει τις ικανότητές του ως ενήλικος και μαθαίνει να κατακτά την αυτονομία του αντί να ακολουθεί τυφλά τους κανόνες ή τις συμβάσεις που είχε διδαχθεί στην οικογένειά του: «Δεν είμαι πλέον το μωρό κανενός».

28ο - 34ο έτος

Το άτομο γνωρίζει καλύτερα τον εαυτό του και συμβιβάζεται με ορισμένες πλευρές του χαρακτήρα του οι οποίες δεν ήταν εμφανείς προηγουμένως.

34ο - 35ο έτος

Η βασική ψυχολογική αλλαγή σχετίζεται με την αποδοχή της θνητότητάς του: το άτομο αντιλαμβάνεται ότι η ζωή δεν συνεχίζεται επ' άπειρον και ότι το τέλος της επαγγελματικής του σταδιοδρομίας είναι ορατό.

Ο Gould δίνει μεγαλύτερη έμφαση στον εαυτό τον οποίο θεωρεί φορέα δράσης. Ο άνθρωπος καθορίζει ο ίδιος τις εμπειρίες του, αντί απλώς να διέρχεται παθητικά μια σειρά σταδίων ή περιόδων κατά τη διάρκεια της ζωής του. Ο Gould περιγράφει μεταβολές στο επίπεδο της συνείδησης, αντί για αλλαγές στην εξωτερική εικόνα ή στη βιοσωματική κατάσταση του ατόμου και, κατά συνέπεια, δίνει έμφαση στη σημασία που έχει ο τρόπος με τον οποίο ορίζουν οι ίδιοι οι άνθρωποι την αλληλεπίδρασή τους με τον κόσμο.

Κριτική στο μοντέλο του Gould

Και το μοντέλο του Gould είναι ανοικτό στην κριτική, όπως είναι κάθε θεωρία που προσπαθεί να θέσει χρονικά όρια για το πότε είναι πιθανό να συμβούν συγκεκριμένα γεγονότα ζωής. Η κριτική που ασκήθηκε στο μοντέλο του Gould, και ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά τις τελευταίες περιόδους της ζωής.

Για παράδειγμα, η ανακάλυψη των εσωτερικών πλευρών του εαυτού είναι μια διαδικασία που μπορεί να συνεχίζεται καθ' όλη τη διάρκεια της ζωής - και πολύ συχνά αυτό πράγματι συμβαίνει.

Το παρόν άρθρο αποτελεί αδειοδοτημένο απόσπασμα από το βιβλίο Εισαγωγή στην ψυχολογία που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πεδίο

Συγγραφή - Επιμέλεια Άρθρου

Χρύσα Πράντζαλου

e psy logo twitter2Τμήμα Σύνταξης της Πύλης Ψυχολογίας Psychology.gr
Επιμέλεια και συγγραφή άρθρων, μετάφραση & απόδοση ξενόγλωσσων άρθρων.
Επικοινωνία: editorial @psychology.gr