Η Βία σε κάθε της έκφανση αποτελεί μια πράξη επιβολής της εξουσίας ενός ατόμου απέναντι σε ένα άλλο άτομο και ως τέτοια απειλεί, κακοποιεί, παραβιάζει και τρομοκρατεί το θύμα σε οποιοδήποτε κοινωνικό πλαίσιο ασκείται.

 

Τι γίνεται όμως, όταν η βία εμφανίζεται μέσα σε ένα ψυχοθεραπευτικό πλαίσιο όπου προέχει η συστημική σκέψη, η ουδετερότητα και ο (αυτο)σεβασμός του θεραπευτή απέναντι στις ίδιες του τις πεποιθήσεις;

Πως αντιδρά ο/η θεραπευτής/τρια και δη αν είναι αρχάριος/α όταν κατά τη διάρκεια της συζήτησης σε  ένα πλαίσιο θεραπείας ζευγαριού ή οικογένειας αναδύεται μια δυνητικά απειλητική αν όχι επικίνδυνη, κακοποιητική συμπεριφορά από ένα μέλος του συστήματος προς το άλλο;

Εκεί τα όρια του θεραπευτή παύουν να είναι ευδιάκριτα, ο ρόλος του συγχέεται και ο θεραπευτικός διάλογος παύει να είναι γόνιμος και χρήσιμος.

Όταν πρόκειται για σωματική βία, τα πράγματα εκεί είναι πιο ξεκάθαρα, γιατί απλούστατα αυτό αποτελεί για τους περισσότερους θεραπευτές το όριο ή το σημείο αναφοράς για τον τερματισμό της συνεδρίας και ενδεχομένως στη συνέχεια για την παραπομπή του περιστατικού στις αρμόδιες ψυχοκοινωνικές υπηρεσίες.  

Οι προβληματισμοί που εγείρονται σε αυτό το σημείο είναι οι εξής:

Πρέπει οι θεραπευτές να περιμένουν να επιτεθεί σωματικά το κακοποιητικό μέλος του ζευγαριού ή της οικογένειας , παραμένοντας αδιάφοροι ή ανεκτικοί στις λεκτικές επιθέσεις που κυριαρχούν καθ’όλη τη διάρκεια της συνάντησης;

Σκεπτόμενοι αυτήν την ερώτηση εύκολα οδηγούμαστε σε αναρωτήσεις και περαιτέρω εύλογα ερωτήματα: Ποιος είναι ο σκοπός ενός θεραπευτή σε μια τέτοια κακοποιητική συνθήκη θεραπείας;

Το ποιος είναι ο σκοπός του βρίσκεται σε άμεση συνάρτηση με τον ρόλο που κατέχει και ο ρόλος που κατέχει αντίστοιχα εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από το πλαίσιο στο οποίο ασκεί τα ψυχοθεραπευτικά του καθήκοντα.  Διότι είναι τελείως διαφορετικό να εργάζεται ένας θεραπευτής σε μια ψυχοκοινωνική δομή, ένα νοσοκομείο ή μια κλινική ακόμα και σε ένα σωφρονιστικό ίδρυμα από το να είναι στο ιδιωτικό γραφείο του όπου τις κατευθυντήριες γραμμές για κάθε ζήτημα που ανακύπτει τις ορίζει και τις διαχειρίζεται ο ίδιος.

Ο ψυχοθεραπευτής στο ιδιωτικό γραφείο του 

Ας υποθέσουμε, λοιπόν, ότι το πλαίσιο στο οποίο ασκεί καθήκοντα ο θεραπευτής είναι το ιδιωτικό του γραφείο όπου εκεί είναι στην διακριτική ευχέρεια του ίδιου το πώς θα χειριστεί και πως θα αντιμετωπίσει ένα τέτοιο περιστατικό έντονης και ακραίας λεκτικής βίας στα όρια της σωματικής παρέμβασης.

Η βασική αρχή που ενδεχομένως να συγχέει και να διαστρεβλώνει το ρόλο του θεραπευτή σε τέτοιες περιστάσεις είναι η ουδετερότητα που προστάζει ότι η αντιμετώπιση καθενός από τα μέλη της οικογένειας θα πρέπει να είναι η ίδια από τον θεραπευτή.

Αυτή η στάση, όμως του θεραπευτή είναι μετέωρη κάποιες φορές και ενδέχεται να κλονιστεί ραγδαία από τέτοια περιστατικά, καθώς έρχεται σε σύγκρουση με την ανάγκη του θεραπευτή είτε να υπερασπιστεί το άτομο που δέχεται τις λεκτικές επιθέσεις, είτε να το προστατεύσει από μια μεταγενέστερη κακοποιητική συμπεριφορά εκτός θεραπευτικού πλαισίου, διακόπτοντας τις συνεδρίες και ξεκαθαρίζοντας την θέση του απέναντι στη βία.

Τι συμβαίνει, όμως, όταν αυτού του είδους η κακοποιητική συμπεριφορά κατά την διάρκεια της συνεδρίας αυξήσει σε ένα δεύτερο επίπεδο παρά εγκλωβίσει την περιέργεια και την ανάγκη του θεραπευτή;

Σε αυτή τη περίπτωση ο θεραπευτής αρχίζει να διερευνά και να στέκεται σε αυτή την συμπεριφορά λεκτικής επίθεσης εντάσσοντας την στο σχεσιακό πλαίσιο οπού εκδηλώνεται. Αδιαμφισβήτητα πρόκειται για μια τακτική αρκετά δύσκολή αν όχι ακατόρθωτη για κάποιους θεραπευτές, καθώς έρχεται στην επιφάνεια η σύγκρουση ανάμεσα στην ανάγκη του θεραπευτή να εναντιωθεί σε κάθε βίαιη πράξη και στην ανάγκη του να βγάλει κάτι χρήσιμο για εκείνους, ακόμα και εάν η ένταση κυριαρχεί σε τέτοιο βαθμό.

Πολλές φορές, όμως, το «σκάλισμα» των πληγών και οι περαιτέρω αποκαλύψεις δεν τροφοδοτούν απαραίτητα την χρησιμότητα και την αλλαγή, όταν επικρατεί μια βίαιη συνθήκη στην θεραπεία, αλλά πολύ περισσότερο θέτουν σε κίνδυνο οτιδήποτε και αν έχει χτιστεί μέσα από την θεραπευτική διαδικασία και ακυρώνουν το σκοπό της.

Προφανώς, όμως το όριο και η ευθύνη γίνονται αντιληπτά με διαφορετικό τρόπο από τον κάθε θεραπευτή, ο οποίος είναι αυτός που στο τέλος σταθμίζει τα υπέρ και τα κατά της παραμονής σε μια τέτοια συνθήκη τοποθετώντας το όριο για το μέγεθος της ευθύνης που ο ίδιος νιώθει.

Και αντίστοιχα είναι αυτός που νιώθει ότι παραβαίνει τις αρχές του, εντείνεται η ταραχή του και τελικά διακόπτει με επαγγελματισμό την συζήτηση εξηγώντας με ειλικρίνεια και ψυχραιμία ότι αυτό που λαμβάνει χώρα την δεδομένη χρονική στιγμή δεν είναι γόνιμο και βοηθητικό για κανέναν.

Καταλήγοντας, αξίζει να επισημάνουμε ότι ο ρόλος ενός ψυχοθεραπευτή δεν είναι να εξαλείψει το φαινόμενο της βίας, καθώς η βία παρεισφρέει και θα συνεχίσει να το κάνει σε κάθε πεδίο κοινωνικής και επαγγελματικής συναναστροφής.

Αυτό που ενδεχομένως να έχει μεγαλύτερη σημασία είναι να ανακαλύψει ο κάθε θεραπευτής έναν τρόπο να ανταποκρίνεται σε τέτοια φαινόμενα, που θα συνάδει με τα όρια, τις αντιλήψεις και τις ανάγκες του.

Συγγραφή - Επιμέλεια Άρθρου

Γεωργία Μανλή

menli georgiaΨυχολόγος, Msc Ποινικό Δίκαιο και Εξαρτήσεις με κατεύθυνση στην Θεραπευτική Διαχείριση των Εξαρτήσεων.
Eκπαιδευόμενη στην Συστημική - Οικογενειακή ψυχοθεραπεία. Προϋπηρεσία στην ψυχοκοινωνική υποστήριξη και συμβουλευτική ευάλωτων ομάδων και προσφύγων